Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2014

παιδί της

Όλες τις θέλουμε. Κι αυτές που ήρθαν στην ώρα τους κι αυτές που άργησαν κι εκείνες που δεν έφτασαν ποτέ.  Γλυκές, απλές, όμορφες. Αυτές που σε βρίζουν που χάθηκες και τις άλλες που σε αποθεώνουν που υπάρχεις. Έχω μια που ήρθε ολόκληρη εικόνα.

Στις έξι κατέβηκε και άνοιξε τις κότες να βγουν να βρουν τον κόκορα. Στις επτάμιση τάισε τις γάτες. Έχει ανέβει τρεις φορές τη σκάλα, κρατώντας το σιδερένιο κάγκελο με το αριστερό, ενώ το δεξί στηρίζεται στο δεξί μηρό της κάθε φορά που το αριστερό ανεβαίνει σκαλί και βοηθάει με ένα αχ. Έχει τραβήξει στο πλάι και έχει βάλει στη θέση της την ξύλινη καρέκλα στο τραπέζι τουλάχιστον δέκα φορές για να μην κάτσει ούτε τις μισές να παίξει το τηλεκοντρόλ στα χέρια της. Πέντε κουμπιά η ζωή μέσα στο σπίτι τους. Το πρόγραμμα σε βήμα, ένα ένα κανάλι με προσοχή, μπροστά ή πίσω κι η ένταση με επιμονή να δυναμώνει ή να χαμηλώνει συνεχόμενα. Και ένα το κόκκινο κουμπί να κλείνει την τηλεόραση ζωή. Έξω οι κότες, τα γαρύφαλλα, τα μαρούλια και τα φρέσκα κρεμμυδάκια. Μια τριανταφυλλιά με φύλλα εκατό κι η καρυδιά. Η βαριά σιδερένια πόρτα της αυλής που θέλει να την ανοίγει και να την κλείνει μόνη της όταν μας περιμένει.

Το κινητό και ο υπολογιστής μου λένε 10 με δύο λεπτά διαφορά. Δύο ώρες μπροστά θα δείχνει το διαφημιστικό omron ρολόι της πάνω από τη φωτογραφία ενός από τα αδέρφια της. Διπλώνει όρθια, ευλαβικά δύο χαρτοπετσέτες και στρώνει το τραπέζι. Θα πάρω το παιδί θα πει. Το δύο φορές παιδί της. Κάθεται άκρη άκρη σφηνωτά στον καναπέ λες και δεν έχει άλλο χώρο, δίπλα από το τραπεζάκι για το τηλέφωνο και σταυρώνει τα πόδια, μικρή και παίζει τις κουμπάρες. Σκύβει και ανοίγει την ατζέντα. 1995 γράφει απέξω και το τηλέφωνο χωρίς το όνομα μου σε μια σελίδα άσχετη χωρίς αρχικό μαζί με τα άλλα που δεν της χρειάζονται ονόματα. Δεν ξέρω αν καταφέρνει με τη μια όλα τα νούμερα σωστά.  Κρατάει το ακουστικό σφιχτά στα αυτί και τσαλακώνει το καλώδιο να κάνει επαφή.  Ακούω τα πλήκτρα στο πάτημα και στης επιστροφής το ξεκόλλημα. Τρία λεπτά η κλήση της και αρκεί. Καλή συνέχεια στη βάρδια θα μου πει λες κι είμαι ο πατέρας μου ακόμα στα καράβια.

"Όσα θέλει ο θεός παιδί μου να 'ναι τα χρόνια σου." 

Τόση αλήθεια στη φωνή που ακούγεται και την πιστεύω. 

"Χίλια χρόνια να ζήσεις και να ναι καλά."

Και τους πιστεύω και αυτή και το θεό της. Χίλια χρόνια θα ζήσω και ας μην ήθελα ποτέ να ζήσω τόσα. Και κλείνει το ακουστικό και φτάνει ψίθυρος παιδί μου.  Φτάνει το κλικ και εκείνος ο βαθύς ήχος που κάνει μόνο το δικό της πλαστικό ακουστικό στο πλαστικό τηλέφωνο της.

6 σχόλια: