Πέμπτη, 9 Οκτωβρίου 2014

syntagma

Έξι μήνες υπεραρκετοί να μάθω να τ’ ακούω, να τα διαβάζω στην ξένη γλώσσα χωρίς να τα μεταφράζω. Η συνήθεια συνηθίζεται εύκολα. Σύνταγκμα και όχι Σύνταγμα θα δουν τα μάτια μου, θα ακουστεί στα αυτιά μου. Έχω σταθεί στην αρχή της σκάλας να μιλήσω στο τηλέφωνο πριν αρχίσω να κατεβαίνω. Πριν αρχίσω να φεύγω. Πριν τελειώσουν οι δέκα μέρες σ’ αυτό που λένε πίσω στην πατρίδα.

Λίγα μέτρα μακριά από τη σκάλα, ένα ζευγάρι θα το έλεγες. Γύρω στα 25 και οι δύο, εκείνη ίσως λίγο μεγαλύτερη, εκείνος σίγουρα ψηλότερος. Την κρατάει από τη μέση με το ένα χέρι, με το άλλο της κουνάει το δείκτη λες και είναι δάσκαλος και τη μαλώνει «να έρθεις, αλλά τρεισήμισι θα είσαι σπίτι σου και εγώ θα είμαι στο δικό μου, εξηγημένοι». Εκείνη δεν του κρατάει και δεν του κουνάει τίποτα. Δεν του χαμογελάει. Κάνει πως θα σηκωθεί στις μύτες των ποδιών της να τον φιλήσει και σκύβει εκείνος και το κάνει σαν από υποχρέωση, σαν για να τελειώνει ή σαν για να την πείσει. Νόμιζα δεν θα χωριστούν. Πως μόνο συμφωνούνε. Χωρίζονται. Εκείνος κατεβαίνει τις σκάλες κοιτάζοντας το iphone του και εκείνη αφού κάνει λίγο βήματα, στρίβει το σώμα της από τη μέση και πάνω, κάνει πως φτιάχνει την τσάντα στον ώμο της, μα κοιτάει ένα κεφάλι που χάνεται κατεβαίνοντας τα σκαλιά.

Στο τοιχάκι της σκάλας, σχεδόν σαν να στηρίζονται εκεί, ένα αγόρι και ένα κορίτσι θα τους έλεγες. Γύρω στα 35 και οι δύο. Κρατάει μέσα στα χέρια του το πρόσωπό της σφιχτά. Εκείνη έχει βάλει το ένα χέρι της πάνω από το αριστερό δικό του για πιο σφιχτά. Με το άλλο τον φέρνει κοντά στο σώμα της  από τη μέση κρατώντας το μπουφάν του, για να χει αυτός ελεύθερα τα χέρια του. Οι βλεφαρίδες του κάνουν σκιές στα πάνω βλέφαρά του καθώς τα μισοκλείνει κάτω απ’ τα πορτοκαλί φώτα του δρόμου. Της χαμογελάει μπροστά στο στόμα της, μα τόσο κοντά που την κρατάει, μόνο από το στόμα μπορεί εκείνη να το δει. Ξεκολλάει μόνο ένα δάχτυλο από το πρόσωπό της και το ακουμπάει στα μισάνοιχτά της χείλη. Και εκείνη το φιλάει απαλά κι ύστερα το παίρνει μέσα με τα δόντια της και του φιλάει τα χείλη χωρίς να το αφήνει. Νόμιζα πως θα χωριστούν. Πως αποχαιρετιούνται. Μα δε χωρίζονται. Τον πιάνει από το χέρι και κατεβαίνουν τα σκαλιά μαζί.

Κατεβαίνω και εγώ σα θεατής. Φεύγοντας λίγο, μένοντας λίγο. Μα ζώντας πολύ το έλα και το φύγε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου