Σάββατο, 22 Ιουλίου 2017

σα σφραγισμένο παράθυρο

Είμαι πάλι μπροστά – πίσω για εκείνους που βλέπουν απέξω- από το παράθυρο της κουζίνας. Οι γυναίκες τις περισσότερες σκέψεις τις κάνουμε πάνω από το νεροχύτη με τη μυρωδιά της χλωρίνης χωμένη στα ρουθούνια. Ο θόρυβος από τον απορροφητήρα έχει γίνει το μαύρο φόντο σε πίνακα του Caravaggio, όμως η μορφή που ξεχωρίζει δεν είμαι σίγουρα εγώ.

Έχει βρέξει λίγο πιο πριν και πιάνω με το βλέμμα μου ένα φύλλο που λυγίζει στο βάρος της σταγόνας που μεγαλώνει μαζεύοντας κι άλλο νερό διατρέχοντάς το. Προσγειώνεται τρία φύλλα χαμηλότερα για να καταλήξει στο έδαφος, τόσο χαμηλότερα πια, που μένει μακριά από το οπτικό μου πεδίο. Τη στιγμή που υποθέτω ότι αγγίζει το χώμα φτάνει στα αυτιά μου ένας εκκωφαντικός ήχος. Νιώθω το πρόσωπό μου να συσπάται λες κι είναι το χώμα και νιώθει τον πόνο τη στιγμή της επαφής με τη σταγόνα. 

Έχω ξεχάσει το νερό να τρέχει και να μουλιάζει το αριστερό μου χέρι. Απαράλλαχτα με το πως τρέχουν οι μέρες στα σώματά μας και μουλιάζουν τις ζωές μας. Πίσω απ’ το κλειστό παράθυρο η βροχή μοιάζει αθόρυβη. Κάτι σ’ αυτό θυμίζει τον τρόπο που ακούμε ή βλέπουμε κάποια άλλη ζωή πίσω απ’ τη σφραγισμένη δική μας. 

Οι βαθύτερες σκέψεις γίνονται πάνω από ένα ποτήρι που γεμίζει με νερό ή σ’ ένα δίπλωμα μιας μπλούζας. Κι αν κάποιος μας ρωτήσει τι σκέφτεσαι, θα πούμε τίποτα ή τη ζωή μου όλη

Τρίτη, 2 Μαΐου 2017

της ανταμοιβής





Έχω βάλει νερό να φτιάξω τσάι. Στέκομαι μπροστά στο νεροχύτη και αναρωτιέμαι πόσο σημαντικό είναι να μαζέψω τα λίγα νερά που έχω σκορπίσει στον πάγκο. Παρατηρώ στο τζάμι του παραθύρου μια γυναικεία μορφή που μου μοιάζει. Φοράει τα ρούχα μου και έχει τα μαλλιά της πιασμένα όπως εγώ. Έχει τα μάτια μου αλλά κοιτάει αλλιώς. Έχει πίσω της πηχτό σκοτάδι για φόντο. Δεν θέλει με τίποτα να μου χαμογελάσει και εγώ αποστρέφω το βλέμμα μου για να αδειάσω το νερό που βράζει στην τσαγιέρα. Το χέρι με τα δάχτυλα που τυλίγουν το τσαγιερό μοιάζουν στο δέρμα με δεκαπεντάχρονου. Αν χρησιμοποιήσεις όμως τα δεδομένα της ταυτότητας για να κάνεις τις πράξεις θα βγάλεις τα δάχτυλα είκοσι χρόνια μετά από αυτά που θέλουν να δείχνουν. Στιγμιαία αναρωτιέμαι πως έφτασα χρονικά ως εδώ. 

Αύριο έχω να ξυπνήσω στις 6. Θα χρειαστεί να μιλήσω με δύο διαφορετικούς εργοταξιάρχες, με κάτι υπηρεσίες, θα συντονίσω σχεδιαστές και απόφοιτους, θα κάνω να στέκονται πολυόροφα και δεύτερα και τρίτα υπόγεια. Κι όμως νιώθω ότι αντί για το μηνιαίο περιοδικό των μηχανικών επάνω στο γραφείο έπρεπε να έχω ακόμα την άλγεβρα και τη βιολογια να συνομιλεί με την Αντιγόνη. Δεν είναι ότι μου λείπει κάτι. Κι αν μου το πρόσφεραν δεν θα γυρνούσα πίσω. Είναι που δε μου βγαίνει στην πράξη πως μεγάλωσα. Δε στάθηκα μια φορά λιγάκι παραπάνω μπροστά στο νεροχύτη, για να κοιτάξω εκείνο το κορίτσι που ξέρει να μου επιστρέφει το βλέμμα του, για να του πω πως μπράβο, τα κατάφερε, τα καταφέραμε μαζί κι ακόμα προχωράμε.

Κι έτσι όπως σηκώνω πάλι το βλέμμα μου τα μάτια της να βρω στο τζάμι, θυμάμαι κάτι κουβέντες που μοιράστηκαν μαζί μου τρια χρόνια πριν. Πως είναι λέει η περίοδος αυτή, εκείνη της μεγαλύτερης ανταμοιβής.  Και απλώνω το χέρι στο τζάμι και χαιδεύω το αριστερό της μάγουλο, δεξί δικό μου και παρατηρώ πως εκείνο το λακκάκι που έχει πιάνει και μεγαλώνει. Ταυτόχρονα κάνει το ίδιο το δικό μου και πριν προλάβει το χαμόγελο να ολοκληρώθει βλέπω ένα ζευγάρι χέρια να απλώνονται απο πίσω, να ακουμπούν τους ώμους και να χαιδεύουν τραβώντας το δέρμα προς τα κάτω, κι ύστερα να γίνονται κλαριά,  χέρια-κλαριά που την τυλίγουν, κλαριά που κάνουν τα μάτια της να κλείνουν. Τα χέρια που θα την ανταμείβουν.

Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2015

Día de Muertos

Η Κυρία των νεκρών, Mictecacihuatl, βρέφος που θυσιάστηκε για να εξουσιάζει τη ζωή μετά, μεγαλώνει καταπίνοντας αστέρια από το χάσκον άσαρκο στόμα της καθόλη τη διάρκεια των ημερών των κόσμων. Προστάτρια των λειψάνων, πρωτοστατεί στη γιορτή των νεκρών. Πρωθιέρεια ξεκινούσε τη γιορτή αρχές καλοκαιριού, γιορτή που μεταφέρθηκε – στη βία εκπολιτισμού Αζτέκων από Ισπανούς – αρχές Νοέμβρη. Κίτρινα και πορτοκαλί χρυσάνθεμα και κατιφέδες στολίζουν τα σπίτια των νεκρών τους. Το κίτρινο να συμβολίζει την εποχή που η φύση αρχίζει να πεθαίνει.

Χώμα, κεριά, πήλινα ομοιώματα και φαγητά αγαπημένα του νεκρού, γλυκά, μπισκότα και ψωμί σε σχήμα ανθρώπινο να συμπληρώνουν τη γιορτή. Κάθε μπουκιά και μια μπουκιά θανάτου, μια μπουκιά προσπάθεια να εξοικειωθείς μαζί του, τροφή να ανδρωθείς ενάντια στο φόβο. Πικ νικ επάνω απ’ τα κρεβάτια εκείνων που κοιμήθηκαν πριν από εμάς για να ξυπνήσουν πιο μετά κι απ’ όταν θα πλαγιάσουμε εμείς για πάντα. Ανταλλάγη ιστοριών οι λέξεις τους και μόνο ό,τι καλό εκείνοι άφησαν στην κοινωνία. Γιορτή των ζωντανών, προσπάθεια γιορτή για όλους.

Στο θάνατο των εποχών τρεις από τους ανθρώπους μου ξεκίνησαν – και ίσως έχουν ήδη φτάσει – για εκεί που η ιέρεια πρωτοστατεί. Κάθε χαμός, μπουκιά, θανάτου άγευστη. Κι αν πούμε πως κερδίζουμε καμιά φορά το φόβο ενάντια σ’ αυτό που εμάς τους ίδιους μας χαρίζει στη ζωή μετά, όσο κι αν φάμε, όσο κι αν πιούμε κι ας σηκωθούμε μπουχτισμένοι και χορτάτοι απ’ το τραπέζι, αυτό που παίρνει εκείνους που αγαπάμε μακριά, αχώνευτο θα μένει, αρχή, διάρκεια και τέλος της γιορτής. 


Danse Macabre. Anonymous. Germany 16th century.

Πέμπτη, 2 Ιουλίου 2015

τα χέρια στο πάρκο




I felt much of the pain as it begins


Περπατάνε αργά λες και τους χαρίστηκε ο χρόνος μιας ολόκληρης μέρας, εβδομάδας, ολόκληρης ζωής. Θα σηκωθούν να φύγουν πριν συμβεί το ολόκληρο της ώρας. Θα καθίσουν ούτε στη μέση ούτε σε κάποια άκρη του πάρκου. Θα τοποθετηθούν σε ένα τυχαίο σημείο, ασήμαντο, χωρίς σήμανση, χωρίς σημάδι. Σημείο που γι' αυτό την επόμενη φορά θα πουν, κάπου εκεί, ακριβώς μαζί. Εκείνος θα απλώσει την κουβέρτα και εκείνη αφού βγάλει τα παπούτσια θα πατήσει ξυπόλητη πάνω σ’ αυτή. Σε λίγο μπρούμυτα θα χαιδευει το γρασίδι απαλά σαν τρίχες σε κάποιο σώμα και αυτός το ίδιο κάθετα στο σώμα της θα χαιδεύει το χνούδι στη μέση της όπως θα χαιδευε το γρασίδι στο χώμα. Θα διπλώσει ευλαβικά τη μπλούζα της ανεβαίνοντας την πλάτη της και θα την αφήσει λίγο πιο πάνω από το ύψος του σουτιέν. Θα σηκώσει και τη φούστα της μέχρι εκεί που εύκολα μυρίζει το εσώρουχό της και ύστερα θα κάνει στην άκρη να δώσει χώρο στον ήλιο να απλωθεί στο δέρμα που εκείνος άφησε από επιλογή να κάψει.

Μοιάζει να της μιλάει για σημαντικά, συγκεκριμένα, για σημεία αντίθετα από εκείνο το περίπου στο οποίο κάθησαν. Ίσως να της μιλά για όχι και για ναι. Ταυτόχρονα γι αυτά τα δύο μα και ξεχωριστά. Δημοψηφίσματα, εισόδους και εξόδους. Βλέπεις στα μάτια του τον προβληματισμό, στο στόμα κάποια ανησυχία. Οι λέξεις του ακολουθούν τις σκέψεις του και οι πρώτες πάλι πίσω μπερδεύονται στο περισσότερο που θα μπορούσαν για να μπουν μετά στην πιο σωστή σειρά τους. Στις λέξεις πάνω, το δέρμα ξελογιάζεται και ανάμεσα σ’ αυτές, το δέρμα αυτό που απλώνεται στο στόμα του θα σκύψει και θα πει τις λέξεις του στο ύψος εκείνο, του λαιμού, που το όριο της μυρωδιάς από το άρωμα της θα κάνει ανταλλαγή με εκείνο των μαλλιών και όλα αυτά στο υπόβαθρο της μυρωδιάς του δέρματός της.

Λίγα μέτρα μόνο πιο κει παίζουν παιδιά. Παιδιά από μπερδεμένες ηλικίες, παιδιά χωρίς ηλικίες, παιδιά ξεχωριστά. Όταν τελειώνει το παιχνίδι και αρχίζουν το δρόμο της επιστροφής, πιάνονται από το χέρι δημιουργόντας μια γραμμή σα μυρμήγκια  που κουβαλάνε αμέτρητες φορές το βάρος τους. Το κράτημα σφιχτό, ξεκάθαρο και από μακριά. Εκείνο το σφιχτό που είναι το αντίθετο της ανασφάλειας. Εκείνη έχει γυρίσει το κεφάλι προς τα εκεί σαν να του δείχνει αυτό που από πριν και εκείνος έχει δει. Και εγώ θυμάμαι στο σχολείο πόσο σφιχτά μπλεκόντουσαν τα χέρια μας, μετά απ΄την κοινή φωνή που βάζαμε για να δηλώσουμε μαζί σε ποιον παραδινόμαστε, για να μη σπάσει η αλυσίδα.

Τον βλέπω να αφήνει τις λέξεις στο πλάι και να παραδίνεται πάλι κάπου απροσδιόριστα στο πλάι του λαιμού της. Αναρωτιέμαι πόσες φορές θα έπαιξαν το πόλεμος και ειρήνη, θα πόνεσαν τα ίδια τους τα χέρια αφήνοντας τους εαυτούς τους να σπάσουν το δέσιμό τους, μέχρι να μάθουν να μην παραδίνονται, μαζί. Εκείνος δεν αναρωτιέται. Κάνει ακόμα μια βουτιά στο δέρμα της, βαθιά, να πάρει δύναμη να βγει να πολεμήσει. 

Τρίτη, 2 Ιουνίου 2015

η Χώρα


Στα ταξίδια μας, μικρά ή μεγάλα, μέχρι το κέντρο της πόλης μας ή κάποιας άλλης, σε άλλη χώρα, στη διαδρομή μέχρι το κέντρο μου ή μέχρι το δικό σου, υπάρχει εκείνο το αποδεκτό όριο, που αφήνουμε ή μας αφήνουν, πράγματα ή άνθρωποι γύρω μας, που μας επιτρέπει τη γνώση ή απλά την αναγνώρισή τους.

Με έχει μπερδέψει αφάνταστα αυτή η υπέροχη γύρω στα εξήντα κυρία που κάθεται δίπλα μου αγέλαστη. Στο αεροπλάνο έχει κουβαλήσει έναν ξεπλυμένο σαραντάρη άγγλο και δύο πανέμορφα μικρά πλάσματα, πριγκίπισσες όπως θα τις φωνάζουν οι αεροσυνοδοί σε όλο το ταξίδι. Έχει ένα μικρό τσαντάκι που άφησε κάτω από το κάθισμα του μπροστινού, δίνει σοκολάτες στις μικρές και τους μιλάει κάτι αγγλικά με γλύκα περισσότερη από αυτή που έχει η σοκολάτα. Η περιέργεια που μου δημιουργεί η ύπαρξή της, είναι πολύ μικρότερη απ’ τη δική της για το βιβλίο που κρατώ. Έχω φτάσει στα μισά και είμαι σίγουρη πως μου ‘χει κλέψει λέξεις έτσι όπως γέρνει στο πλάι. Ταλαιπωρία και αϋπνία νικούν και το βιβλίο μένει εκτεθειμένο στο διχτάκι μπροστά μου. Στα δέκα λεπτά που καταφέρνω ύπνο, ξυπνώ από γύρισμα σελίδων γνωστό στα αυτιά μου. Με μισάνοιχτα μάτια τη βλέπω να κρατάει τη Χώρα μου και έχει φτάσει σχεδόν στη σελίδα τριάντα. Αποφασίζω να συνεχίσω το κάνω πως κοιμάμαι να δω που θα το φτάσει. Το φτάνει στα μισά και ύστερα το αφήνει ευλαβικά στη θέση του. Πολλά λεπτά μετά από το ξύπνημα που έδειξα πως κάνω, ωραίο είναι θα μου πει και θα μου σκάσει το χαμόγελο. Ωραίο είναι θα της πω και θα ανταποδώσω. Γράφει πολύ όμορφα θα συνεχίσει τι όμορφες ιστορίες. Το μόνο που μου βγαίνει να της πω και αυτό νομίζω πως το φώναξα λιγάκι είναι τον ξέρω! Σαν να κακάρισε εκείνο το χαμόγελό της και κάπως μου χάιδεψε το χέρι γιατί είσαι και εσύ αρχιτέκτονας;

Έχω ακόμα μια στη βαλίτσα μου κι ο πειρασμός να της τη δώσω μεγαλώνει. Να έχει συντροφιά τις μέρες που ‘χει να περάσει εδώ, κρατώντας τις μικρές πριγκίπισσες της κόρης της,  που έχει κάτι λίγο παραπάνω από δέκα χρόνια στην Αγγλία. Όμως την έχω για να ταξιδέψει κάπου αλλού μοναδικά και δεν τη δίνω.

Κριτικός βιβλίων δεν είμαι. Κριτικός δεν είμαι γενικά. Αν κάτι δε μου άρεσε ποτέ δεν θα μ’ ακούσεις να μιλάω άσχημα γι’ αυτό. Μα αν κάτι μου αρέσει θα στο δείξω και εσύ να χαμηλώσεις, να δεις την ομορφιά. Να κάνεις, αν θέλεις, γνωστό το άγνωστό σου. Όπως εκείνη η κυρία, λίγο της έδειξα και εκείνη άπλωσε να μάθει πως γίνεται η ομορφιά δική της. Μα σκέφτομαι, στις χώρες μας, όλα αυτά κι αυτούς, την κάθε ομορφιά που πλησιάζουμε κι ύστερα ανοίγουμε την αγκαλιά, μετά θα κλείσουμε τα χέρια και τότε είναι που καμιά φορά ξεχνάμε να κοιτάμε μεσ’ στην αγκαλιά και γίνεται άγνωστο ξανά εκείνο το γνωστό μας. Και αφού σου γράφω για εκείνο μεσ’ στην αγκαλιά, σου λέω ίδια πράγματα και για την αγκαλιά την ίδια.

Κι είμαστε κάποιοι άνθρωποι, που όταν θα μιλήσουμε γι’ αυτά, να ξέρεις πως ο πρώτος αποδέκτης, δεν είναι άλλος παρά ο εαυτός μας.



Κυριακή, 26 Απριλίου 2015

στο λεωφορειάκι της Ryanair

(χαρισμένη)


Μπλε καθισματάκια, ένα σώμα, βιδωμένο στο πάτωμα, πρακτορείο κτελ αίσθηση, στη μέση τεράστιου αεροδρομίου, αναμονή και εκείνοι τρεις στη σειρά καθισμένοι, οικογένεια που δε φαίνεται να έχουν αφήσει κάποιον άλλο κάπου αλλού, μπαμπάς, μαμά, παιδί, χαμόγελα, ευτυχία, σαν να τελειώνει παραμύθι. Μου φαίνονται λίγο Ισπανοί, λίγο Ιταλοί, καθόλου Άγγλοι, ίσως Έλληνες, σαν να ξεκινάει ανέκδοτο. Οριακά στα δεκαεννιά του, αν τον ρωτήσεις είκοσι θα σου πει, ενώ για με κερδισμένο χρόνο τον βλέπω, οριακά δεκαοκτώ. Σηκώνεται και ξεκάθαρα θα βάλει πλώρη για κάποιο duty free. Σώμα που λέει έχω λεφτά και χώνει χέρι στην κωλότσεπη να βγάλει πορτοφόλι. Όρθιος μπροστά απ’ τον πατέρα του, δείχνει, κοίτα τις θήκες, έχω. Μαμά στόμα κλειστό, φωνάζει δώσε κι άλλα στο παιδί. Χαμόγελο πατέρας, βλέμμα ξέρω πως έχεις, εκείνα που σου έδωσα εγώ να βάλεις για να έχεις, και ανασηκώνεται και βγάζει το δικό του πορτοφόλι και δίνει κι άλλα. Μουγγοί να ήταν, όλα, στο Έλληνες θα στοιχημάτιζες. 
*
Είναι κάπου στα πενήντα, αδύνατη και όμορφη, ενοχλητικά αμίλητη, ακόμα και τις φορές που δεν χρειάζεται άνθρωπος να μιλάει. Είναι στην ηλικία αυτή που ξέρεις πως φοράς μαύρο εσώρουχο μέσα από άσπρη μπλούζα. Προέκταση της σκέψης της το iphone και όλο γράφει. Το κρύβει ανάμεσα στα πόδια της. Σε λιγότερα απ’ τα μισά του λεπτού, το έχει απελευθερώσει απ’ τα πόδια της, έχει ανοίξει τη θήκη, πρώτη σελίδα βιβλίου στο πλάι, έχει διαβάσει δυο γραμμές, έχει απαντήσει μιάμιση. Ξανά το ίδιο και το ίδιο και έχουμε πάρει ήδη θέση για την απογείωση, τουλάχιστον πέντε λεπτά πιο πριν. Το ‘χω οριακά να την προσβάλω μα κάνω κάτι χειρότερο, γυρνάω να διαβάσω. ‘I am sad. So sad’. Πράσινα συννεφάκια στα αγγλικά, μπλε στα γαλλικά. Πιλότος ενημερώνει πλήρωμα και αυτή εκεί. Δεν ξέρω πως δουλεύει όλο αυτό, μα είμαι σίγουρη θα μπερδευτούν τα μηχανάκια, τα συστήματα και θα βρεθούμε κάπου αντίθετα από τον αέρα. ”I love you so much”, γράφουν τα πράσινα κι απάντηση έρχεται μια χάλια φουσκωμένη γραμματοσειρά, η λέξη αγκαλιά στα γαλλικά και αναβοσβήνει ρυθμικά. ”my heart aches for you” και σκέφτομαι αν είναι για να πέσουμε, ας είναι για έναν έρωτα, μπορεί και να αξίζει. Τουλάχιστον αυτή του έφευγε, δεν είναι ότι την περιμένει.
*
Δίπλα μου η Analia κατεβάζει το τρίτο ποτήρι από το μπουκάλι που άνοιξα και αποφάσισα να μοιραστώ μαζί της. Κάπου στα κάμποσες χιλιάδες πόδια, αναρωτιέται πως θα 'ναι η Αθήνα. Της μιλάω για ένα βιβλίο του Καμύ και πόσο θέλω να πάω Αργεντινή. Μου μιλάει για το φίλο της που την κεράτωσε τουλάχιστον πέντε φορές και έφυγε με υποτροφία στην Αγγλία μπας και γλιτώσει απ’ αυτόν. Νόμιζε δώδεκα μήνες θα ‘ναι αρκετοί για να ξεχάσει. Της μένει ένας, και τα θυμάται όλα αναλυτικά, μπορεί ακόμα και καλύτερα. Της λέω να του πει πως θα ΄νιωθε αυτός στη θέση της. Έχει ένα όπλο, λέει, θα την σκοτώσει, λέει. Και τον πιστεύει. Και τον πιστεύω και εγώ, της λέω. Να έρθεις, θα σε περιμένω, μου λέει. Θα πάω για να μη με περιμένει και δεν πηγαίνω.

Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2015

giggle me

(η αφορμή ολόκληρη) 


Δεν κατάφερα ποτέ να συμπαθήσω το stand up comedy. Την άρνηση μου ακολουθούσε ένα είδος θλίψης και κάποιο αίσθημα άγχους. Θλίψη για το πληρωμένο αστείο και άγχος για την πιθανότητα μη ανταπόκρισης στο αστείο ή ακόμα χειρότερα στην αδυναμία εύρεσης ενός τέτοιου.

Η Nina Conti, διάβασα ότι, είναι μια τέτοια και μάλιστα γνωστή και θεωρητικά επιτυχημένη. Όπως η ίδια είπε, αποφάσισε να κάνει κάτι καλύτερο από το να entertaining drunk adults. Δοκίμασε να γίνει clown doctor. Αυτοί οι γιατροί είναι κάτι υπέροχοι τύποι που επισκέπτονται νοσοκομεία και κάνουν ακόμα πιο υπέροχα παιδιά που πάσχουν από χρόνιες παθήσεις να ξεκαρδίζονται στα γέλια. Αυτό δεν είναι πάντα εύκολο. Ένας adult αρκείται στο να μη γελάσει. Ένα παιδί όμως μπορεί να κλάψει το ίδιο εύκολα και με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που θα μπορούσε να γελάσει ασταμάτητα. Ένα παιδί που κλαίει στην προσπάθεια σου να το κάνεις να γελάσει μπορεί να σε κάνει να σταματήσεις τα πάντα που κάνεις για εκείνη, αλλά και τις επόμενες στιγμές.

Οι κλόουν λένε είναι διαφανείς. Θυμάμαι το συμπαγές της ύπαρξης μου κάπου πέμπτη δημοτικού, όταν μοναδική στολή που μου αντιστοιχούσε ήταν εκείνη ενός κλόουν. Εκείνη, η ολόιδια, που σχεδόν όλοι, κορίτσια, αγόρια κάποια στιγμή έχουμε σε κάποια απόκρια φορέσει. Υπάρχει κάπου μια φωτογραφία, η μάνα μου στα αριστερά, παλτό κουκουλωμένη και ένα τετράγωνο μαντίλι ριγμένο στον ένα ώμο, μαλλί κοντό, από το κομμωτήριο, βαμμένη υπέροχα και σφίγγει με τα δάχτυλα των δύο χεριών το γιακά απ’ το παλτό επάνω στο λαιμό της. Και εγώ πιο πίσω δεξιά, επάνω στο πεζούλι της αυλόπορτας, κάδρο σε πίνακα η κάσα της και εγώ το θέμα του, βαμμένη με τα ίδια χρώματα, ίδιες μπογιές σε άλλες θέσεις. Μολύβι για τα μάτια περίγραμμα στο στόμα, κραγιόν σκιές στο μάγουλο, τα μάτια κόκκινα από το κλάμα, πείσμα δεν θέλω, στο πείσμα θα ντυθείς, της μάνας μου που ακόμα δεν καταλαβαίνω.

Η φύση, λέει, ή όποιος τέλος πάντων, μας έκανε αρκετά χαζούς για να χρειάζεται ακόμα κι άλλο για να κάνουμε τους άλλους να γελάνε. Η Nina, μιλάει για την άνεσή της στη σκηνή μπροστά από εκατοντάδες κόσμου και πόσο απάτη νιώθει να γίνεται μπροστά από ένα παιδί.

Οι άνθρωποι, λέει, όλοι μας τέλος πάντων, γινόμαστε επιφυλακτικοί στη λέξη και στην εικόνα κάποιου κλόουν. Γι αυτό και οι γιατροί μετονομάστηκαν σε giggle doctors και τους απαγορεύτηκαν οι μύτες. Οι μύτες είναι πρόβλημα και δεν βοηθούν στο charity. Στην απόφαση αυτή κόκκινες στρογγυλές μυτούλες γεμίζουν δάκρυα. Μπορείτε, τους ενημερώνουν να είστε κλόουν έξω από το νοσοκομείο, στο δρόμο, σπίτι σας, μπροστά από την τηλεόραση. Φορώντας τη μύτη, λέει μια, γίνεσαι εκ των πραγμάτων πιο γελοίος από ότι είσαι και έτσι μεταφέρεσαι σε όποιο φανταστικό κόσμο επιθυμείς. Μια άλλη, θα πει ότι επιτρέπει στους υπόλοιπους ανθρώπους να μοιραστούν μαζί σου, γιατί γίνεσαι κάτι έτσι, όχι εντελώς ξεκάθαρα ανθρώπινο. Χάνουν, λένε την προστασία τους, την πανοπλία, νιώθουν γυμνοί.


Υπάρχει μια έντονη, θεόχοντρη γραμμή μεταξύ των ανθρώπων που κρύβονται πίσω από διάφορα και από τον εαυτό τους και σου πλασάρουν τάχα πως είναι κάποιοι άλλοι, σημαντικοί, μεγάλοι. Και αυτών που ‘’ντύνονται’’ κάτι, οτιδήποτε, ρούχο, μια μουσική, μια λέξη, κάτι χαμόγελο, κάτι που ίσως γελοιοποιηθούν στα μάτια άλλων, κάτι που γίνονται για λίγο, ή για πολύ, για σένα, είτε για κάποιον άλλο, κάτι το τελικά καλύτερο από τον εαυτό τους, πιο όμορφο δικό σου ή και των δύο μαζί. Οι πρώτοι δεν ξεχωρίζουν τη γραμμή. Στους άλλους δεν υπάρχει.