Δευτέρα, 2 Σεπτεμβρίου 2019

in every heartache




συνήθιζε να τη φωνάζει αναλώσιμη, μα αυτή τον τιμωρούσε γινόμενη παντοτινή
κατάφερε να την αποκαλέσει σπίτι του∙ μα η πατρίδα δεν είναι παρά μια λέξη

κι ήταν το δέρμα της βινύλιο και χαρακιές διαπερνούσαν τα αυλάκια της
βελόνα και στριφογυρνούσε τ’άγγιγμα∙ σε κάθε χαρακιά ή θολούρα αναπηδούσε
και στο κλάσμα αυτό της αναπήδησης του έλειπε

έφτιαξε διαμέρισμα διαμπερές τη σχέση τους να μπαίνουν τα σκυλιά και ο αέρας
να την ντύνει ο ουρανός και η θάλασσσα∙ να την κοιμίζει η αχαριστία της

κατάφερε να της επιβληθεί στον ύπνο της και να την πείσει πως εκείνη είναι ο παράδεισος
στον ύπνο όμως το δικό του πάντα θα ζει στην ίδια δύση χωρίς ποτέ να έχει ανατείλει

Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2019

φύκια στρωμένα δρόμους


Το προτελευταίο σπίτι του χωριού νοικιάζαμε. Ούτε τέσσερα μέτρα από την αυλή του σπιτιού η θάλασσα. Ανοιχτό Αιγαίο μέχρι απέναντι στην Τουρκία. Στην πέρα γειτονιά, από τον Άγιο Νικόλαο και μετά, ελάχιστα σπίτια είχαν την εξώπορτα μπροστά στην θάλασσα. Κι αν την είχαν, ήταν κλειδαμπαρωμένη και δεν άνοιγε ούτε στις γιορτές. Ένα στενό στο πλάι του σπιτού οδηγούσε στην πόρτα που έκανε την είσοδο.

Θυμάμαι αυτές τις μέρες σαν μέρες που παίζαμε μέσα στο χειμώνα με τη θάλασσα. «Η καρδούλα μου το ξέρει τι περνούσα μέχρι να φτάσετε στην πλατεία» μου έχει πει η μάνα μου. Έμπαινε η θάλασσα στα σπίτια μας. Εμείς δεν είχαμε χαλιά, ούτε πατάκι στην εξωπόρτα. Στα φύκια σκουπίζαμε τα πόδια μας. Φύκια στρώναμε τις παραμονές του Αγίου Δημητρίου, τα φύκια σηκώναμε του Αγίου Κωνσταντίνου. Με αλμύρα ασβεστώναμε τους τοίχους μας.

Τα βήματά μας σε τρέξιμο μετρημένα για να φτάσουμε στην πλατεία να πάρουμε το λεωφορείο για το σχολείο. Μετρούσαμε τα κύματα. Περιμέναμε να τραβηχτεί το μεγάλο κύμα να τρέξουμε τον τσιμεντόδρομο ανάμεσα σε βότσαλα και πεταλίδες να χωθούμε στο επόμενο στενό. Κι ύστερα πάλι και πάλι. Κύμα κύμα, στενό στενό. Δεν ήταν λίγες οι φορές που ένας από τους δύο μας δεν προλάβαινε στενό και έπιανε κύμα. Και τότε επιστρέφαμε και οι δύο μαζί στο σπίτι να αλλάξει ο βρεγμένος μέχρι τα γόνατα και πέρναμε το μέτρημα από την αρχή.

Και ήταν η φουρτούνα τόση μια φορά που η θάλασσα σκαρφάλωνε και από το πλάι το στενό, τα τέσσερα σκαλιά και το μπαλκόνι. Χτύπησε τη τζαμόπορτα και τρύπωσε από τις χαραμάδες. Σκαρφάλωνε η θάλασσα, σκαρφάλωνε και ο αδερφός μου τα τέσσερα συρτάρια της ντουλάπας και κρεμάστηκε από το σίδερο μαζί με τα σακάκια στις κρεμάστρες. Και ήρθε πίσω από τα ρέματα και από την πίσω πόρτα ο θείος και μας πήρε. Στη μια μασχάλη εμένα στην άλλη τον άδερφο και πίσω ή μπροστά η μάνα μου. Θυμάμαι να κοντοστέκεται στο φουσκωμένο ρέμα, το ένα πόδι στη μια όχθη και το άλλο στην άλλη και ανάμεσα λασπωμένο γλυκό μαζί με αλμυρό νερό. Ή δε θυμάμαι τίποτα και έχω μπερδέψει την παιδική μου ηλικία με κάποιου άλλου.

Ο κάβος δεν λέει να μετακινηθεί. Και η Οκτωνιά δε χαμηλώνει. Το χωριό ακόμα δοκιμάζεται. Η θάλασσα μπουκάρει στα σπίτια χωρίς να χτυπάει τις πόρτες.

Στις μεγάλες φουρτούνες ο πατέρας μου – από απόσταση πια – στέκεται για ώρα στο παράθυρο και κοιτάζει προς το λιμάνι. Πριν γίνει ο εξωτερικός λιμενοβραχίονας οι ψαράδες άφηναν τα καΐκια στα ανοιχτά για να μη χτυπιούνται στο λιμάνι. Αν είχαν τα βράχια στους μόλους βλέμμα, αυτό θα ήταν ο πατέρας μου στα κύματα ακλόνητος. Μικρή πίστευα ότι μπορεί να τα δαμάζει, όπως ο γητευτής τα φίδια με τον αυλό να περισσεύει. Ακόμα το πιστεύω αλλά δε φταίω εγώ. Εκείνος που επιμένει μικρή ακόμα να με λέει. 

Είναι το σπίτι μου τώρα μίλια – ναυτικά μετρημέναμακριά από τη θάλασσα. Και όμως ο δρόμος μέχρι εκεί είναι στρωμένος φύκια. Οι λεκέδες στο τζάμι είναι εκείνοι που αφήνει η αλμύρα. Κι αν αποφασίσω να δω ορίζοντα, δεν θα δω τίποτα λιγότερο από αυτό που ξέρει να βλέπει ο πατέρας μου.



Παρασκευή, 11 Μαΐου 2018

three last words

 
don't cry now, cause you're so much better off 

Την τελευταία φορά που είδε κάτι από εκείνη ήταν η όψη της πλάτης της να περπατάει την κατηφόρα. Όσες φορές και αν στάθηκε μετά από εκείνη τη μέρα στο ίδιο σημείο ο δρόμος ήταν άκλιτος, ολόισιος, άκαμπτος, ίδιος η πλάτη που τον περπάτησε. Το "θέλω να σου εξηγήσω" του και το "τι να μου εξηγείς και εσύ τώρα" της, στράβωσαν το οδόστρωμα και την ανάγκασαν να ακολουθήσει μια διαδρομή που φθήνει.

Γιατί ήθελε να της πει -και της είπε- ότι θα είναι καλύτερα χωρίς. Όταν το χωρίς μετριέται χωρίς να αναμετριέται είναι το αντίθετο από το καλύτερα. Γιατί της είπε ότι μακριά θα καταφέρει. Όταν η απόσταση ανάμεσα, ορίζεται ακόμα στις μονάδες μέτρησης του κοντά και μακριά, το αμοίραστο κατάφερα θα γίνεται δεν. Γιατί το να της ζητάει να μην κλαίει, αν δε φαινόταν εύκολο, τουλάχιστον φαινόταν εύκολα κατορθωτό από τη μεριά του δρόμου που εκείνος στεκόταν.

Γιατί ό,τι περισσότερο κι αν είχε να της πει ήταν αφαιρετικό, λιγότερο. Γιατί κατάφερε να πει εκείνη τις τρεις τελευταίες λέξεις.

"θα φύγω τώρα"

Και από τότε νιώθει ότι ποτέ δεν έφυγε από εκείνο το δρόμο. Και εκείνη εξακολουθεί να περπατάει στο φύγω με πλάτη, σαν να μην κατευθύνθηκε ποτέ στο έλα ή και αν το έκανε πάλι με την πλάτη το βάδισε. Και σαν καρφωμένος στο ίδιο σημείο περιμένει εκείνη να φτάσει σε απόσταση που να μπορεί έστω ελάχιστα να τον ακούσει, έστω η πλάτη.

"Και αν κάτι θέλω να σου εξηγήσω είναι πως ο δρόμος, από εκεί που έφευγες, έχει γίνει ανηφόρα που την περπατάω ανάποδα. Και να σου πω τις τρεις τελευταίες λέξεις που ήθελα, εκείνο το καλύτερα χωρίς εμένα. Να προσπαθήσω να στο μεταφράσω στη γλώσσα. Παραλείποντας το είσαι, να μετατρέψω το βέλτιστο σε χείριστο και να αντιστρέψω στο εσένα το εμένα. Κι αν καταφέρω τη μετάφραση, να καταργήσω τους δρόμους και κάθε εξήγηση να στη δώσω, πάνω στη γλώσσα”.