Παρασκευή, 26 Ιουλίου 2013

ζωές

Στα πέντε δάχτυλα του δεξιού μου χεριού έχω άλλα τόσα  μπλεγμένα στα δικά μου. Μόλις μισή ώρα πριν κάποιο ρολόι μηδένισε και άρχισε να μετρά από την αρχή για μια καινούργια μέρα. Το φεγγάρι μετράει μια μέρα αντίστροφης πορείας. Οι ταβέρνες κλείνουν και κάποια συμπαθητικά μπαράκια γεμίζουν σιγά σιγά με ξένους κυρίως τουρίστες. Στεκόμαστε λίγο στην άκρη του πλακόστρωτου να περιμένουμε άλλα τόσα μπλεγμένα δάχτυλα.

Σηκώνω το βλέμμα και τον βλέπω. Αδύνατος. Γύρω στα εξήντα πέντε. Με ένα τζιν ξεβαμμένο, ξεφτισμένο κάτω χαμηλά στο μπατζάκι. Η μπλούζα του ένα παιχνιδιάρικο μπλε, χρώμα που πρέπει να είχαν τα μάτια του πριν χρόνια. Τώρα φαίνονται άδεια, μα γεμάτα. Κάθεται σε μια ξύλινη καρέκλα με ψάθινο κάθισμα. Το αριστερό του χέρι ακουμπά στο καρό τραπεζομάντιλο και στα δάχτυλα παίζει ένα λευκό αναπτήρα. Στο στόμα έχει ένα σβηστό τσιγάρο. Έχει κολλήσει στο πάνω χείλος του και έχει πάρει μια ελαφριά κλίση προς τα κάτω όπως εκείνος έχει ανοίξει λίγο τα χείλη του.

Πλησιάζει το πρόσωπο του στον αναπτήρα και κάνει να ανάψει το τσιγάρο. Μισοκλείνει τα μάτια και με το τσάφ του αναπτήρα χάνομαι.

Κάθομαι στο πεζούλι  έξω από το παράθυρο της κουζίνας και δένω τα δερμάτινα καφέ σανδάλια μου. Σφίγγω τα κορδόνια με δύναμη πάνω στους αστραγάλους και νιώθω το σημάδι που μου αφήνει πάνω από την άμμο και την αλμύρα. Η μάνα μου απλώνει κάτι σώβρακα δίπλα στην αυλή.

Το φουστάνι που φοράς είναι άπλυτο!

Και εγώ. Της μουρμουρίζω. Σηκώνομαι από το πεζούλι και τρέχοντας κατηφορίζω το πλακόστρωτο.

Που πας! Η ώρα είναι μια! Να γυρίσεις να φάμε! Ακούς; Σε μισή ώρα να είσαι πίσω αλλιώς θα σου βγάλω το μαλλί τρίχα τρίχα!

Και δε μου το βγάζεις; Αν καταφέρεις να χώσεις τα δάχτυλά σου εκεί μέσα.

Τρέχω σαν τρελή. Στη διασταύρωση με το χωματόδρομο πατάω φρένα. Το κορδόνι κόβει το δέρμα ανάμεσα στα δάχτυλά μου. Στρώνω όπως όπως το λινό μου φουστάνι και βγαίνω στη γωνία. Προσπαθώ να βρω τις ανάσες μου αλλά μάταιος κόπος. Τον βλέπω και τις χάνω ακόμα περισσότερο.

Έχει σταθεί δέκα μέτρα παρακάτω. Δεν έχει ξεκαβαλίσει και το μοτέρ δουλεύει ακόμα. Πλάτη σε εμένα και τα σίδερα της μικρής να γυαλίζουν.

Ακόμα λίγο και θα φευγα. Ανέβα.

Κάθομαι στο πλάι και αφήνω τα πόδια μου μετέωρα. Τυλίγω τα χέρια μου στη μέση του και κολλώ το μάγουλό μου στην πλάτη του.

Κάθε μεσημέρι τα ίδια. Τα μαλλιά μου γεμίζουν σκόνες και τα μάτια μου μυγάκια. Σε κάθε τράνταγμα της μέσης μου νιώθω αν όχι την ίδια, μεγαλύτερη ικανοποίηση.  Δεν ρωτώ ποτέ που πάμε. Δε με νοιάζει. Κουβέντα δε μου λέει. Με αφήνει να κατέβω λίγα μέτρα από τη θάλασσα. Βγάζω το φουστάνι μόνο. Τα πέδιλα ποτέ. Θέλω να στεγνώνουν πάνω μου και να τα νιώθω να στεγνώνουν με το αλάτι και να μου σημαδεύουν τους αστραγάλους.  Εκείνος δε βουτά ποτέ. Κάθεται μόνο στη σέλα στο πλάι, ανάβει το ένα τσιγάρο μετά το άλλο και κάνει πως κοιτά τη θάλασσα. Μετά από καμία ώρα μου φωνάζει.

Τελείωνε, έχω δουλειά.

Φορώ το φουστάνι όπως είμαι βρεγμένη και καβαλώ πάλι. Ο ήλιος μου καίει τους ώμους. Το χώμα κολλά στα βρεγμένα μου πόδια. Με αφήνει ακριβώς από εκεί που με πήρε, ούτε εκατοστό πιο πέρα. Στέκομαι για λίγο όρθια δίπλα του να κλέψω μια λέξη, ένα άγγιγμα, ένα φιλί. Κοιτά πάντα μπροστά.

Αύριο. Να είσαι εδώ.

Εδώ θα είμαι.

Φεύγει πάντα πριν πάρει απάντηση. Δεν γυρνώ ποτέ να κοιτάξω που φεύγει. Ακούω τη μάνα μου να φωνάζει το όνομά μου. Αρχίζω να τρέχω και πριν στρίψω στη γωνία νιώθω πέντε δάχτυλα να σφίγγουν τα δικά μου.

Πάμε; Που χαζεύεις;

Ο αναπτήρας κάνει τσαφ και το τσιγάρο είναι ακόμα σβηστό. Τα μάτια του έχουν γίνει μπλε βαθύ και στα χείλη του διακρίνω ένα πονηρό χαμόγελο.

Αρχίζω πάλι να βαδίζω στο πλακόστρωτο με τα πέντε δάχτυλα να σφίγγουν τα δικά μου. Περνώ τη γλώσσα πάνω από τα χείλη μου και γεύομαι αλμύρα.

Και εγώ που νόμιζα ότι έχω μόνο μια ζωή να ζήσω…



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου