Τρίτη, 13 Ιανουαρίου 2015

του να ταξιδεύεις



Το να πετάς είναι το αντίθετο του να ταξιδεύεις: διαπερνάς την ασυνέχεια του χώρου, εξαφανίζεσαι στο κενό, δέχεσαι συνειδητά να μη βρίσκεσαι σε κανέναν τόπο, για μια διάρκεια που είναι κι αυτή ένα είδος κενού στο χρόνο· ύστερα επανεμφανίζεσαι, σ’ ένα μέρος και σε μια στιγμή που δεν έχουν καμία σχέση με τα πού και πότε από τα οποία είχες εξαφανιστεί. Και εσύ τι κάνεις στο μεταξύ;
[αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης, ίταλο καλβίνο]


Στο λεωφορείο.  Από το χωριό στην πρωτεύουσα. Έχω να ανέβω τέτοια σκαλιά περίπου πέντε χρόνια. Συνήθιζα, υποχρεωτικά να μετακινούμαι με αυτό πολύ. Από το σπίτι στο σχολείο, από το σχολείο στο φροντιστήριο, από το φροντιστήριο στο σπίτι, από το σπίτι σε βόλτες. O εισπράκτορας ο ίδιος. Άνθρωπος γνωστός μου, όχι από το όνομα ή τα χαρακτηριστικά. Άνθρωποι γνωστοί απ τη μορφή στο σύνολό της.

Για το χωριό ορίστε.

Και στο χωριό τοποθετεί κάθε φορά και άλλο, μα το ορίστε ίδιο, γνωστό σαν τη μορφή του. Το ρ τριπλασιάζεται, το στ μένει και σέρνεται διπλό χρόνο ανάμεσα στη γλώσσα και τα δόντια. Προσφέρει τα χωριά στο στόμα όπως προφέρονται στη λαϊκή τα ζαρζαβατικά. Στο στόμα του που κάθεται σχεδόν επάνω στο γιακά από το μπλε πουκάμισο του. 

Κοπέλα που πας. Δεν πάω θέλω να του πω. Έφτασα όπως ήθελα, το που το ‘χω μαζί μου.

Ζητάει ψιλά. Ναι αλλά θα μου δώσεις και τριάντα λεπτά.  Και το ανακοινώνει ξεκάθαρο όρο για να κόψει εισιτήριο. Τα ψιλά είναι σημαντικά. Ξεκάθαρος όρος να κόβονται εισιτήρια. Να ξεκινάν ταξίδια.

Θα αλλάξω για Αθήνα;

Όχι το λεωφορείο πάει ολόκληρο. Γελάμε. 

Και εγώ πάω ολόκληρη, όχι φοιτητική. Και τα χωριά προφέρονται με προσφορά και αλλάζουν στη διαδρομή. Κινούμαι, μετακινούμαι. Κινείται, μεταμορφώνεται ο καιρός. Ο χώρος. Χιλιάδες εικόνες που βλέπω, εκατομμύρια που χάνω. Ο χρόνος μεταβάλλεται, επηρεάζεται. Και είναι σαν να μην αλλάζουν διακριτά τα λεπτά. Όχι και ένα και δύο και τριάντα τρία. Αλλά κυλάνε, κυλάω και εγώ, ροή συνεχόμενη, κανονική. Σαν να λιώνουν όλα και εγώ μαζί. Και γίνονται εικόνες πλήρως εξαρτημένες απ’ τις πιο πριν εικόνες. Γίνεται ζωή απαραίτητα εξαρτημένη από την πριν ζωή.

Ο μικρός βρήκε δουλειά στα coffee island/μια μαύρη γάτα πηδάει από τον ανοιχτό κάδο στην άκρη του δρόμου/ρε μαλάκα είμαι με δύο ώρες ύπνο/γυρίζει σελίδες δε μπορώ να δω σε τι βιβλίο/ ψίθυρος/αυτοκίνητο σε alarm και εκείνος περνάει το δρόμο με ένα σακουλάκι από το φούρνο για να το φτάσει/θα πάρω σπίτι τη μάνα μου δεν πάει άλλο έτσι/θάλασσα/σε λίγο φτάνουμε Χαλκίδα ξεκινά να με πάρεις/σε αυτές ή στις πιο δίπλα ξύλινες καρέκλες καθόμασταν για τα καλαμαράκια/να μου δώσετε μια προσφορά για εκτύπωση της εργασίας μου θέλω/το γραφείο της Μαρίας, η Μαρία μέσα, έχω να τη δω από/Χαλκίδα θα έρθω μόνο αν υποσχεθείς ότι θα με φιλήσεις πολύ ορρρισσττε. 

Κλειδώνω τη ζώνη, τραβάω και σφίγγω το λουρί.

Δεν έχει μπλε εισπράκτορα/για σύννεφα ορίστε/δεν έχει κοπέλα που πας/για σύννεφα ορίστε/το δέρμα ιδρώνει μόνο  στο εσωτερικό της παλάμης/για σύννεφα ορίστε/ο ήλιος βουτάει και ακούγεται όπως ακούγεσαι όταν βουτάς εσύ/για σύννεφα ορίστε/έχετε τίποτα εύφλεκτο μέσα στη βαλίτσα σας/για σύννεφα ορίστε. 

Έχω. Απέξω.

Εμένα.  

Ορίστε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου