Πέμπτη, 12 Σεπτεμβρίου 2013

μήπως και έχω φύγει

Γιατί δεν σε έκανα κομμώτρια και να σε πάντρευα στο χωριό.



Αυτά σκεφτόταν η μάνα μου όταν μπαίναμε στην Ξάνθη. Μόνο που δεν το είπε τότε, αλλά δύο τρία χρόνια αργότερα.

Πάμε για να γραφτείς παιδάκι μου και αν δε σου αρέσει φεύγεις.

Άμα πάω, τέρμα. Θα κάτσω. Πισωγυρίσματα δεν έχει. Το θράσος της εφηβείας μου.

Ξαπλωμένη ανάσκελα στα πίσω καθίσματα του αυτοκινήτου με κλειστά τα μάτια, προσπαθούσα να υπολογίσω πόσα χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι θα βρίσκομαι. 750 είναι τώρα. Στα πρώτα χρόνια μου εκεί δεν είχε φτιαχτεί η Εγνατία μετά τη Θεσσαλονίκη, οπότε ήταν αρκετά περισσότερα.  Θυμάμαι την καθιερωμένη στάση στην Ασπροβάλτα και πόσο ήθελα να δαγκώσω τον εκάστοτε λεωφορειατζή που για να πάρει ποσοστά από τις αγορές μας, δεν έκανε λίγο υπομονή να φτάσουμε.

Σήκω παιδάκι μου να δεις την Ξάνθη.

Άνοιξα τα μάτια μου και έτσι ανάσκελα όπως καθόμουν είδα την κορυφή ενός τζαμιού να τρυπάει έναν μουντό ουρανό και τα μάτια μου. Τα έκλεισα γρήγορα και με δύναμη.

Έχω καιρό να τη δω ρε μάνα. Άσε με. Νυστάζω.

Έμειναν μαζί μου μόνο δύο βράδια. Μείναμε στο διπλό κρεβάτι ενός ξενοδοχείου και οι τρεις μαζί. Σαν να ήμουν πεντάχρονο που τους ήθελε στη μέση της νύχτας μετά από κάποιο άσχημο όνειρο, κοιμήθηκα ανάμεσα τους. Σε δύο μέρες έκλεινα τα 18. Την επόμενη πήγα με το μπαμπά μου να γραφτώ στη σχολή. Ένιωσα ότι η μάνα μου με απέρριπτε. Που να 'ξερα.

Μέχρι το απόγευμα μου είχαν βρει μια κοπέλα από τα μέρη μας, που είχαμε κοινό καθηγητή στη φυσική, να μείνω μαζί της. Πήγαμε να δούμε το σπίτι. Η κοπέλα ήθελε να μοιραστεί τα έξοδα και εγώ έπρεπε να κερδίσω χρόνο. Δεν είχαμε καιρό για ψάξιμο. Μοιραστήκαμε, εκείνη το δωμάτιο και εγώ το σαλόνι. Με δύο καναπέδες μπλε σπασμένους στη μέση. Και ένα σύνθετο με τζάμια να το κάνω ντουλάπα. Για έξι μήνες είχα τα μισά ρούχα μου στολισμένα σα μπιμπελό και τα άλλα μισά μέσα σε βαλίτσα. Έπρεπε να διαλέξω να κοιμάμαι, ανάμεσα σε δύο καναπέδες σπασμένους, ο ένας με τούβλα για στήριγμα, ο άλλος χωρίς.

Θα κοιμηθώ σε αυτόν. Μια χαρά είναι με τα τούβλα. Μπορείτε να φύγετε αύριο. Θα κοιμηθώ από σήμερα εδώ. Να συνηθίζω.

Η συγκατοίκηση με άγνωστο ίσως φάνταζε πιο εύκολη από μια με κάποιον γνωστό. Καλή κοπέλα η Βάσω. Μετά τους έξι μήνες που έμεινα μαζί της δεν την ξαναείδα. Απλά ποτέ δεν κολλήσαμε μεταξύ μας. Πάντα όμως είχε τρόπο να μου φτιάχνει τη διάθεση. Έβρισκα πιάτα με μπάμιες και φασολάκια στο ψυγείο και ένα πιρούνι καρφωμένο όρθιο.

Αφού θα ξαναφάω το βράδυ! Να πλένω δύο φορές το πιρούνι;

Σοφή κίνηση.

Ένα μεσημέρι τη βρήκα να τηγανίζει μπριζόλα. Την είχε καρφώσει και την είχε σηκώσει όρθια στο τηγάνι.

Τι κάνεις ρε συ Βάσω;

Κοίτα. Πρέπει να ψηθεί και από μέσα, εγώ με αίματα δεν την τρώω.

Οι γονείς μου την επόμενη έφυγαν. Θα έμεναν ένα βράδυ στην Αθήνα. Ένιωσα να βράζω. Έφυγαν από εμένα για να πάνε στην Αθήνα και αύριο είχα γενέθλια. Και με άφησαν μόνη να προσέχω τη Βάσω.

Έλα ψυχή μου, χρόνια πολλά, τι κάνεις; Η μαμά βγήκε από το χειρουργείο;

Η θεία μου με άφηνε μαλάκα. Και ήταν η πρώτη που φιλοτιμήθηκε να μου ευχηθεί.

Η κύστη που είχε η μάνα μου στη μήτρα είχε σπάσει. Είχε σπάσει από την ημέρα που με πήγαιναν Ξάνθη. Λίγες ώρες να το άφηνε ακόμα θα της είχε φάει το δηλητήριο τα σωθικά. Θα την χάναμε χωρίς να το καταλάβουμε. Χρόνια μετά μου είπε ότι αφήνοντάς με πίσω έκλαιγε σε όλη τη διαδρομή, σε κάθε χιλιοστό που διένυε το αυτοκίνητο και σε κάθε λακκούβα δαγκωνόταν να μην ουρλιάξει. Μα δεν θυμάται αν ήταν από τον πόνο στην κοιλιά της ή τον πόνο που με άφηνε πίσω.

Μπήκε στο χειρουργείο την ίδια ώρα και την ίδια μέρα που 18 χρόνια πριν είχε μπει για μένα. Έκλαιγε και τη ρωτούσαν οι νοσοκόμες γιατί κλαίει, της έλεγαν ότι όλα θα πάνε καλά και εκείνη στην ερώτηση γιατί κλαίει, απαντούσε γιατί έτσι.

Δεν καθυστέρησα τις σπουδές μου, δεν καθυστέρησα το μεταπτυχιακό μου, δεν έκατσα ούτε μια εβδομάδα και βρήκα δουλειά. Μα τώρα καθυστερώ φόρους, χαράτσια, ασφάλειες και ότι άλλο. Γέμισα ένα βιογραφικό κάποια χρόνια με πραγματικό κόπο και τώρα κάθομαι και το κοιτάω. Με θαυμάζω εγώ και άλλοι όμοιοι μου.

Α τι ωραία δουλειά αυτή. Κοίτα και εδώ τι έκανα. Κοίτα και εδώ.

Κάποιες φορές ακούω τη μάνα μου ακόμα να λέει γιατί δε με έκανε κομμώτρια. Κάποιες φορές το λέω και εγώ.

Εδώ και οκτώ μήνες προσπαθώ να φύγω. Στην αρχή στα ψεύτικα. Νόμιζα ότι κάτι με κρατάει εδώ. Τον τελευταίο μήνα όμως προσπαθώ στα αληθινά. Αυτό που νόμιζα ότι με κρατάει, αυτό είναι που με κάνει να θέλω να φύγω όσο πιο μακριά.

Στέλνω το υπέροχο βιογραφικό μου παντού. Παντού.

Και όταν παίρνω απάντηση, ακόμα και αρνητική, αυτοματοποιημένη ή μη, καλώ τους φίλους που ήδη έχουν φύγει και κάνουμε πάρτι στο skype.

Ήθελα να το γράψω αυτό σε περίπου ένα μήνα από τώρα που θα κλείνω τα 31. Έτσι, δώρο για την επέτειο. Αλλά, θέλω τόσο πολύ να έχω φύγει, που δεν κρατήθηκα. Και μετά δεν θα βρίσκω νόημα να το κάνω.

Και ρε συ μάνα. 

Και κομμώτρια να με έκανες. Με τούτα και με εκείνα. Τα ξέρεις. Πάλι θα έφευγα. 

18 σχόλια:

  1. Απαντήσεις
    1. Από εσάς "εξαιρετικό";

      Πιο ευχαριστώ δεν έχει...

      Διαγραφή
    2. ναι, γιατί ; τι είμαι γω δλδ ;
      πιο εξαιρετικό δεν γινόταν

      (Ξάνθη ! μα Ξάνθη ; )

      K.K.M

      Διαγραφή
    3. εσείς, είστε εσείς

      (Ξάνθη, αφού)

      Διαγραφή
  2. Απαντήσεις
    1. θα πω ότι δεν το ήθελα, αλλά και η δική μου κάπως κακοποιημένη μοίαζει

      Διαγραφή
  3. Απαντήσεις
    1. νταξ φχαριστώ

      αλλά γίνεται να με προσλάβεις κιόλας μπας και γλιτώσουμε το φευγιό;

      Διαγραφή
  4. δεν υπάρχουν λόγια ...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Απαντήσεις
    1. να γινόταν να βρεθούμε κάποτε όλοι μαζί εμείς οι χαμένοι

      Διαγραφή
  6. Απαντήσεις
    1. αυτό το "ρε κορίτσι μου" σαν αγκαλιά έφτασε, ευχαριστώ

      Διαγραφή