Πέμπτη, 26 Σεπτεμβρίου 2013

αsto


Δεν ξέρω να γράφω. Αυτό το ξέρω καλά. Πρόσφατα μου είπαν κάτι σαν αυτό ή ακριβώς αυτό:

Κανείς δεν μπορεί να ξέρει πως γράφει, το μαθαίνει από άλλους. Είναι όπως η φωνή σου, ποτέ δεν ξέρεις τον τόνο και τη χροιά της. Οι άλλοι ναι.

Έχει δίκιο. Χίλιες φορές. Μα επιμένω. Δεν ξέρω. Δέκα λέξεις έχω και προσπαθώ να τις μπερδέψω μπας και βγάλουν καλύτερο νόημα κάθε φορά.

Στο γυμνάσιο συνήθιζα να γράφω. Να γράφω για κάτι ανεκπλήρωτους έρωτες. Τους έκανα καλά παιδιά με προβλήματα και μέσα σε μιάμιση σελίδα τους πέθαινα ή πέθαινα εμένα, και με έβαζα φύλακα άγγελό τους και ας μη μου κάθονταν ποτέ. Θυσία στα χαρτιά. Μόνο στα χαρτιά. Γιατί στα αλήθεια τους τσάκιζα. Γνωστή ιστορία. Να φέρεις τον άλλο εκεί που τον θέλεις, και όταν τον φέρεις να μην τον θέλεις πια γιατί πήγε εκεί που ήθελες όπως τον ήθελες.

Πέρασα τα χαρτιά σε ένα διάλλειμα σε μια φιλόλογο που δεν μου έκανε καν μάθημα εκείνη τη χρονιά. Το όνομά της δεν το θυμάμαι πια. Σκισμένες σελίδες από ένα μπλε εκατοστάφυλλο που είχα για τα μαθηματικά, με μπλε γραμμές ξεθωριασμένες στο εσωτερικό και μπλε στυλό. Τότε μας έλεγαν να γράφουμε με μολύβι και θέλαμε στυλό. Μπλε, αλλά και με χρώματα. Τώρα όποτε γράφω θέλω μολύβι. Ποτέ μηχανικό. Φθηνιάρικο, μαλακό, αλλά με πρόσφατα ξυσμένη μύτη. Και την υπογραφή μου αν μπορούσα με μολύβι θα την έβαζα.

Μην το αφήσεις. Γράφε. Γράφε συνέχεια.

Από τότε και για πολλά χρόνια δεν ξαναέγραψα. Ούτε τα χαρτιά μου πήρα πίσω, ούτε εκείνη ενδιαφέρθηκε να μου τα δώσει ποτέ.

Κάπου στο λύκειο σε κάτι εξετάσεις αίματος μου βρήκαν ένα asto λέει. Υψηλά επίπεδα. Αντιβίωση και κόντρα αντιβίωση για κοντά δύο χρόνια με κάτι διακοπές ενδιάμεσα. Και αυτό να πέφτει, αλλά όχι όσο θα έπρεπε. Μας βγάλανε συμπέρασμα ότι μπορεί τα δικά μου επίπεδα σε αυτό να είναι υψηλά. Δεν είναι τίποτα, αλλά στο μέλλον μπορεί να μου δημιουργήσει πρόβλημα στην καρδιά, στο συκώτι ή να μου χαρίσει κάποιου είδους ρευματοπάθεια. Η μάνα μου ήθελε να με μπουκώσουν και άλλες αντιβιώσεις αλλά εμένα μου γύρισε το μάτι.

Μάνα άστο, γάματο το asto. Μη μου ξαναμιλήσεις γι’αυτό.

Έχω τρεις μήνες που πονάν οι τελευταίες αρθρώσεις στα δάχτυλα των χεριών μου. Στην αρχή ήταν μόνο ένα δάχτυλο. Έλεγα χτύπησα, θα περάσει. Δεν περνάει όμως. Με έχουν ζαλίσει να πάω σε ρευματολόγο, το πολύ πολύ να με στολίσει φάρμακα για μια ζωή για να μην έχω χειρότερα.

Μα εγώ δεν θέλω να είναι το asto. Σκέφτομαι ότι είναι λέξεις. Λέξεις που εγκατέλειψαν τον εγκέφαλό μου και προσπαθούν να βρουν τρύπα να βγουν. Και έρχονται και στριμώχνονται στα ακροδάχτυλά μου και εγώ είμαι λίγη και δε μπορώ να βρω τον τρόπο να τις βάλω στη σωστή σειρά και να τις κάνω να ανασάνουν. Και εκείνες δε σταματούν να κατεβαίνουν και όλο και ασφυκτιούν. Άλλες φορές τις νιώθω θυμωμένες και κάποιες άλλες το παράπονο τους πνίγει εμένα στο παράπονο.

Αν καθίσω σε λευκό χαρτί ή σε λευκή οθόνη τίποτα δε γίνεται. Τίποτα δε σαλεύει. Μα όταν βγω στο δρόμο να περπατήσω, αρχίζει η κατάβαση. Λυγίζω τα δάχτυλα και υποφέρω. Μισοκλείνω τα μάτια και είναι σαν να τις νιώθω να ρέουν σε όλο μου το κορμί.

Και κάποιες φορές σκέφτομαι να γυρίσω τρέχοντας να βρω ένα ψαλίδι να κόψω τις άκρες των δαχτύλων μου. Κάτι λευκό να βάλω μπροστά μου και να αφήσω τις λέξεις να ανασάνουν. Να μιλήσει κάθε μια όπως θέλει και να τοποθετηθεί όπου νομίζει. Και ξέρω ότι θα έχουν γράψει μόνες τους ότι πιο όμορφο γράφτηκε ποτέ και μεταξύ τους θα θαυμάζονται και θα αράζουν ήρεμες και ικανοποιημένες έχοντας αναστατώσει το πιο λευκό λευκό που θα τους έχω χαρίσει. Γιατί τις λέξεις δεν μπορώ να τις ικανοποιήσω. Πάντα μισές θα τις βγάζω. Θα ιδρώνω, θα στεγνώνω και εκείνες θα θέλουν και άλλο. Μόνο λευκό μπορώ να δώσω.

Και δεν είναι ότι φοβάμαι να πάω στο γιατρό. Είναι που φοβάμαι, αυτό το λίγο, αυτό το κουτσά στραβά, που έμαθα να ξύνω τη φαγούρα μου με λέξεις, αυτό φοβάμαι μην το χάσω.

Αυτό.

4 σχόλια: