Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2013

όνειρο, ευτυχώς

Η μάνα μου εκτός από εμένα είχε ακόμα τρία παιδιά. Αγόρια. Το μπαμπά δεν τον είδα πουθενά. Καθόμασταν οι τέσσερις γύρω από το στρογγυλό τραπέζι της κουζίνας.

Εγώ είχα σκύψει το κεφάλι κάτω, σα να με είχαν μαλώσει και κοιτούσα τα ενωμένα μου μπούτια. Κρατούσα με τα δύο μου χέρια, δεξιά και αριστερά το ψάθινο κάθισμα της καρέκλας και κάθε λεπτό ένιωθα να βουλιάζω και οι ίνες της ψάθας να μπαίνουν στη σάρκα των γυμνών μου ποδιών.

Η μάνα μου στον πάγκο έκοβε το ζεστό ψωμί και μουρμούριζε ένα νανούρισμα. Μύριζε μέλι, γάλα και καμένο ξύλο.

Τα αδέρφια μου έτρωγαν κάνοντας φασαρία, εγώ ακόμα μαλωμένη, κάπου μπροστά μου είχα ένα πιάτο με ψωμί και μέλι ανέγγιχτα. Ο Άσπρος και ο Μαύρος λογομαχούσαν, ενώ ο Γκρι που και που τους έκανε παρατήρηση λέγοντας ότι τον ταράζουν και του χαλάν την ηρεμία.

Μεγάλωσαν γύρω από το τραπέζι της κουζίνας. Εγώ ένιωθα να μένω όπως ήμουν. Ούτε μικρή, ούτε μεγάλη. Η μαμά κάπου μετά την εφηβεία τους, έφερε ένα μεγάλο κεφάλι τυρί και το άφησε στο κέντρο του τραπεζιού με ένα μαχαίρι καρφωμένο στο κέντρο. Στη μύτη μου έφτασε η ξινίλα και δυσανασχέτησα, με ένα μορφασμό στο πρόσωπο μου. Δεν είχε σταματήσει όλα τα χρόνια να φέρνει ζεστό ψωμί, μέλι και γάλα.

Ο Μαύρος είχε μια καλή δουλειά, που δεν ξέρουμε αν την αγαπούσε, αλλά έλεγε για όλους εκείνους που ήρθαν να του την πάρουν, αλλά και για κάτι άλλους που ήταν από πάντα εδώ και του χαλάν τη ζαχαρένια. Ο Άσπρος είχε και αυτός μια καλή δουλειά, που την αγαπούσε, αλλά όλο στους δρόμους ήταν ή για να κάνει ποδήλατο ή για να χαλάει τη ζαχαρένια του Μαύρου.

Ο Γκρι, είχε βρει μια δουλίτσα, είχε πάρει ένα σπιτάκι και όταν δεν τους έλεγε να πάψουν να τσακώνονται, χαμογελούσε μια στον Άσπρο, μια στο Μαύρο. Ξαφνικά σηκώθηκε και μέσα στο χαμόγελο, τράβηξε το μαχαίρι από το τυρί και πήρε το κεφάλι του Μαύρου.

Θα σκότωνε τα παιδιά μου, είπε.

Όπως ήταν όρθιος πλησίασε και πήρε και το κεφάλι του Άσπρου.
 
Θα κατέβαζε τα παιδιά μου στους δρόμους, είπε.

Κάθισε ξανά στο τραπέζι ήρεμος και για λίγο συνέχισε να τρώει πάνω από τα αίματα. Ένιωσα τα μάτια του πάνω μου. Έκανε να σηκωθεί ξανά.

Ένιωσα τη μάνα μου πίσω από την πλάτη μου. Έβαλε την παλάμη της στο μέτωπο μου και ρίχνοντας το κεφάλι μου πίσω, με το μαχαίρι του ψωμιού, ζεστό ακόμα, μου έκοψε το λαιμό.


Μετά ξύπνησα. Ήταν κάπου γύρω στις 4 ξημέρωμα.


Μετά κοιμήθηκα. Με κόπο. Αλλά ξανακοιμήθηκα.

6 σχόλια:

  1. Γι αυτό δεν τρώμε βαριά το βράδυ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Των σκυλιών η χρονιά τελείωσε. Έκανε τον κύκλο της και με άφησε μια καλοκαιρινή νύχτα ελεύθερο. Δεν χρειαζόταν πια να μετρώ και να πολλαπλασιάζω τον χρόνο, και όσα έσερνε και σκόρπιζε και ρήμαζε. Δεν χρειαζόταν πια να λογαριάζω διαρκώς απουσίες, να μνημονεύω σιωπηλά τους άθαφτούς τους δρόμους, τις μικρές γενναίες πορείες τους που έβλεπα ήδη να ξεθωριάζουν σαν έπεφτε η νύχτα.

    Ήταν η ζέστη θες, η ησυχία; στου ύπνου εκείνου την πρώτη ώρα δεν ήρθαν όνειρα. Ξύπνησα απότομα, και ο παγωμένος ιδρώτας, γνώριμος παλιός, με καθησύχασε. Όλα τα σκυλιά είχαν σωπάσει. Ελεύθερα ξανά, δίχως σχοινιά τριμμένα και αλυσίδες ξενόφερτες, μόνο σκυλιά δεν θύμιζαν τώρα. Κι ας τριγυρνούσαν στους ίδιους δρόμους, στις ίδιες πλατείες και στενά.

    Δειλά περιπλανιόντουσαν μες στις πτυχές και τις σκιές της πόλης, και μέτραγαν τα βήματα που τα απομάκρυναν από τις θλιβερές αυλές τους. Κάτω απ' τις ίδιες λάμπες, τους ίδιους δρόμους που αποζητούσαν άλλο όνομα, κάναν ομάδες, και παρέες και φίλίες.

    Κι εγώ ζωή έβλεπα, κίνηση και συγκίνηση, και ομιλίες. Δεν αλυχτούσαν πια απέναντι στην έκλειψη, βουβά κι απείθαρχα, στην καταχνιά και τα μπετά θαμμένα. Μιλούσαν τώρα στο φεγγάρι, που νύχτες πολλές υπέθεταν πως πρέπει ακόμα να πλανιέται πανωθέν τους. Κι οι ομιλίες έγιναν τραγούδια και λόγοι. Κι η αντανάκλαση, ήλιος μισερός - μα αρκετός πλέον -, έσπειρε μέσα τους τούς προπομπούς ελπίδας.

    Η νύχτα μεγάλωσε μαζί με τις φωνές τους. Τριπλασιάστηκε μεμιάς, και αμέσως ξανά διπλασιάστηκε και λίγο μετά -εκεί κοντά- έγινε πάλι δικιά τους.
    Έκλαιγαν από χαρά, γελούσαν με δάκρυα που κυλούσαν και τα γεύονταν. Κι εγώ μπροστά μου έβλεπα ζωή, ξανά. Άνοιξαν και πάλι κρασιά παλιά, κι εδέσματα νέα περίμεναν στόματα ανυπόμονα - να γευτούν, να καταπιούν, να μιλήσουν. Φώναζαν, κραύγαζαν, ούρλιαζαν. Η μουσική, ντυμένη φώτα, χρώματα κι ιδέες, ν' ακολουθεί πότε απο 'δω, πότε από 'κει, το πανυγύρι.

    Κυλούσε η νύχτα κι αυτοί ονειρεύονταν, με μάτια ανοιχτά, σπινθηροβόλα. Έτρωγαν, έπιναν, γλεντούσαν το ξημέρωμα που αργούσε. Δεν το χόρταιναν το παιχνίδι κι έβρισκαν διαρκώς τρόπους νέους, να φάνε, και να πιουν, και να γλεντήσουν. Και έγινε ο τρόπος, με νότες φρέσκιες και μελωδίες αναλοίωτες, σκοπός. Κι οι μάσκες βγήκαν κι άρχισε το καρναβάλι. Μπήκαν σε σπίτια, μαγαζιά, δρόμους αλώνιζαν. Στολές παλιές, άλλες δικές τους κι άλλες δανεικές, δίναν μορφή ξανά σε νέα ήθη. Κι εγώ μπροστά μου έβλεπα ζωή. Μα με κοιτούσε τώρα γυμνή, ντυμένη χίλια πρόσωπα.

    Μετρούσα τόσα χρόνια και πολλαπλασίαζα. Για να θυμάμαι όσα διαιρούσαν κι αφαιρούσαν. Κι είχαν κάνει τα μεγέθη αφόρητα, ασήκωτα για έναν. Τις ερινύες τις είχα δει από νωρίς, τις είχα στείλει να σταθούν δίπλα στη μνήμη - να με περιμένουν εκεί να με δικάσουν, φύλακες εγωισμών και πρώτου του δικού μου. Αν τους έχανα, αν τους ξεχνούσα...

    Όλα γύρω μου έγιναν θόρυβος. Πνιγηρός και απαίσιος, βούλιαζε μέσα του φώτα, μορφές κι ενδείξεις. Απομακρύνθηκα εύκολα, υπήρχε χώρος. Ο κόσμος είχε μεγαλώσει όπως κι η νύχτα. Βρέθηκα κουρασμένος στο παλιό μου δωμάτιο και ξάπλωσα ν' αφουγκραστώ τον θόρυβο εκεί έξω. Καταμεσής της νύχτας της ζεστής, όλο δυνάμωνε, όλο πλησίαζε. Και το μυαλό μου να μετρά και να θυμάται, και να 'ναι ο ύπνος μου εχθρός, με τη φαρέτρα του να βρίθει από όνειρα. Κατέρρεα πια, και το κρεβάτι τόσο αληθινό - ένα ακόμα μα τόσο δικό μου. Κι ολοένα ο θόρυβος δυνάμωνε και θέριευε. Ερχόταν ν' απομυζήσει κάθε σκέψη, και κάθε όμοιο να πνίξει με τα άλλα. Κι έγινε το όνειρο φυγή, το βέλος, τώρα, φίλου. Κι ενέδωσα σ' αυτόν μέσα στη νύχτα.

    Πέρασαν χρόνια πολλά, μα ούτε έξι. Και ξύπνησα μια νύχτα νοτισμένη, φθινόπωρο θαρρώ, αρχές, μέσα Σεπτέμβρη. Ήρθανε όνειρα και τα 'ζησα, και τ' άλλαξα - προσπάθησα και τώρα για αυτά δεν θα δειλιάσω. Τώρα που λυσσασμένα σκυλιά με ξυπνάνε πάλι, σέρνοντας πίσω τους σπασμένες αλυσίδες που το βάρος τους και μόνο, πλέον, αρκεί.

    Υπάρχουν εκεί έξω κάτι νύχτες, που αν δεν μετράς λεπτό-λεπτό τα δευτερόλεπτά τους, μην είσαι βέβαιος το πρωί πως δεν ήρθαν ακόμα.



    υ.γ: Χαίρομαι που είσαι ακόμα εδώ και μετράς. Και λυπάμαι που δεν ήμουν εκεί εκείνη την Κυριακή που μέτραγε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. ούτε υστερόγραφο δε μπορώ να αρθρώσω, ούτε αυτό

      Διαγραφή
  3. μάλλον συναντιούνται οι δρόμοι μας εκεί λίγο πριν τις 4 τα ξημερώματα..

    εξαιρετικό, ξανά

    Κ.Κ.Μ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. μακάρι να συναντιούνται, μακάρι

      κοιτώ σα χαζή το ξανά
      εντάξει και το εξαιρετικό
      εντάξει και τα δύο μαζί

      Διαγραφή