Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2013

χαμόγελα στις σόλες

Το σπίτι ισόγειο, ένα μακρόστενο Γ. Όλα τα δωμάτια ένας διάδρομος και σε όλα μια πόρτα που οδηγεί στην αυλή. Στην μια άκρη μέσα στο κρύο το μπάνιο, στην άλλη μια αποθήκη χωμένη στο βουνό.

Το υπνοδωμάτιο σκοτεινό. Το μοναδικό παράθυρο με μόνιμα κλειστά παντζούρια και μπροστά του ένα κωμό σκαλιστό από σκούρο ξύλο. Πίσω από το κλειδωμένο του ντουλάπι με τζάμι κρατάει η γιαγιά τα κουλούρια με τη ζάχαρη.

Κοιμάμαι στο ψηλό σιδερένιο κρεβάτι της με το σκληρό στρώμα. Εκείνη έχει σηκωθεί από ώρα μα τώρα έρχεται να μου «μιλήσει». Μέσα στο ύπνο μου ακούω τις παντόφλες της να σέρνονται στο πλαστικό πάτωμα. Το πάτωμα ένα ενιαίο κομμάτι πλαστικού βαλμένο όπως όπως κατευθείαν με κόλλα πάνω στο τσιμέντο. Στις γωνίες σηκώνεται και λίγο στον τοίχο, αλλού έχει ξεκολλήσει και αλλού κάνει φουσκάλες ο αέρας που έχει μείνει μέσα.

Τον ήχο από τα κουρασμένα βήματά της πάνω στο πλαστικό δεν θα μπορέσω ποτέ να τα μεταφέρω στο χαρτί. Και αυτός ήταν ο μόνος θόρυβος που έκανε.

Κάθεται στην άκρη του κρεβατιού και τα πόδια της κρέμονται στον αέρα. Μου χαϊδεύει τα μαλλιά και μου ζητάει ψιθυριστά να σηκωθώ. Δεν μπορώ να φέρω στη μνήμη μου τα λόγια που μου έλεγε.

Σηκώνεται λέγοντας μου ότι με αφήνει να χουζουρέψω λίγο ακόμα. Παίρνει τα βήματα της και φεύγει. Τη δεύτερη φορά θα σταθεί στην πόρτα, δεν θα πατήσει στο πλαστικό και από εκεί θα μου φωνάξει να σηκωθώ.

Τα μαλλιά μου μακριά, μαύρα, ανακατεμένα, κάθομαι στην άκρη του κρεβατιού και τραβάω τη λευκή νυχτικιά μου να πέσει κάτω από τα γόνατα. Βαριεστημένα πηδάω από το κρεβάτι και πηγαίνω προς την πόρτα, εκεί που ίσα διακρίνω τη φιγούρα της γιαγιάς.

Εκείνη έχει βγάλει τη νυχτικιά της από ώρα και έχει φορέσει τα μαύρα της. Εκείνη η νυχτικιά είναι ίδια με τη δική μου. Που ζήτησα εγώ να είναι ίδια. Ακόμα δεν έχω καταλάβει γιατί ήθελα να της μοιάσω. Η μάνα μου, ακόμα και τώρα που η γιαγιά έχει φύγει, όποτε αναφέρεται σε εκείνη τη λέει «άγια γυναίκα».
Εγώ δεν θα περνούσα ούτε κατά διάνυα δίπλα από αυτό το άγια και το ήξερα από τότε.

Της άπλωσα το χέρι μου και με πέρασε από την τραπεζαρία και μετά στην κουζίνα. Μου κρατούσε το αριστερό χέρι με το δεξί δικό της και με το άλλο άνοιξε τη βρύση και μου έπλυνε το πρόσωπο μπροστά από το μαρμάρινο νεροχύτη. Το μπάνιο ήταν πιο μακριά και ήταν κρύο, μα ακόμα και τώρα που ήταν καλοκαίρι δεν πηγαίναμε μέχρι εκεί. Με σκούπισε με την πετσέτα της κουζίνας και μου είπε καλημέρα.

Άπλωσε το χέρι ψηλά και έσυρε το τζάμι του ντουλαπιού για να κατεβάσει μια κούπα. Το ντουλάπι της κουζίνας σαν εκείνα του καφενείου. Το τζάμι έγδερνε τους αλουμινένιους οδηγούς και το λάστιχο με την κίνηση σηκωνόταν και έφευγε από τη θέση του.

Μου ζέστανε το γάλα στο μπρίκι ενώ άδειαζε στην κούπα μια τεράστια κουταλιά μέλι. Εγώ ακίνητο μικρό φαντασματάκι με μπερδεμένα τα μαλλιά.

Το ήπια όρθια, ενώ εκείνη έφερνε τη βούρτσα να συνεφέρει τα μαλλιά μου.

Με έστειλε να ντυθώ. Πότε είχε προλάβει να βγάλει τα σεντόνια να αεριστούν και είχε απλώσει τα ρούχα μου στο στρώμα δεν το κατάλαβα ποτέ.

Σορτσάκι κοντό με ίδιο μπλουζάκι που εκείνη μου είχε ράψει, πάντα λευκό το σετ με μικρά λουλουδάκια παντού. Και πέδιλα εκρού με πλαστικές σόλες.

Είχε ετοιμάσει τον ελληνικό της στο μικροσκοπικό φλιτζάνι και δίπλα είχε τον δικό μου, αραιωμένο, με το πιατάκι γεμάτο παξιμάδια. Εκείνα του μνημόσυνου σε σχήμα ρόμβου, πλάγια κομμένα, όλα συμμετρικά. Ακουμπισμένα στην οβάλ τραπεζαρία, με το βελούδινο πράσινο τραπεζομάντιλο και από πάνω η πλαστική προστατευτική διαφάνεια. Το βελούδο μένει καθαρό μα όλα πάνω στη διαφάνεια κολλάνε. Το πιατάκι, το ποτήρι, το χέρι από τον καρπό μέχρι τον αγκώνα, που για να το σηκώσεις σηκώνονται οι τρίχες σου και ακούγεται εκείνο το ενοχλητικό σσσσσσχράτς.

Στη μαμά δεν το λέμε ότι βουτάω παξιμάδια σε ελληνικό νεροζούμι. Δεν θα με άφηνε, είμαι μικρή. Μα είναι και αυτή μια από τις συμφωνίες μας με τη γιαγιά.

Το πρωί παίζω στην αυλή. Στο άγριο τσιμέντο. Δίπλα από τις τριανταφυλλιές και τα χορταράκια που βγαίνουν από τις ρωγμές.

Δεν είναι μεγάλη μα εκεί κάνω ποδήλατο το πρωί. Και κοπανάω και τις δύο βοηθητικές μου στις σιδερένιες μαύρες καρέκλες και έτσι όπως τις αρπάζω για να μην πέσω μπλέκονται τα δάχτυλά μου στα πράσινα πλαστικά που έχουν για κάθισμα και πλάτη.

Αφήνω το ποδήλατο και πιάνω τις κούκλες. Ποιες κούκλες δηλαδή, μια έχω. Μια Bibibo με μαύρα μαλλιά και δύο ρουχαλάκια που και αυτά τα έραψε η γιαγιά.

Κάποτε η κούκλα είχε πόδια και μαλλιά. Το πλαστικά της άκρα ήταν πολύ ελαστικά. Της δάγκωνα τις πατούσες συχνά και παρατήρησα ότι από τον αστράγαλο και πάνω κάτι σκληρό είχε από μέσα. Έτσι έκοψα το αριστερό πόδι με τα δόντια. Ξεπρόβαλε ένα σίδερο με τετραγωνισμένη άκρη. Σε λίγα λεπτά ξεγύμνωσα και το άλλο πόδι για την ομοιομορφία. Σκέφτηκα ότι έτσι θα είναι και στα χέρια μα δεν ήθελα να το επιβεβαιώσω. Τα πόδια κρύβονται με μακρύ φουστάνι τα χέρια όμως όχι.

Εκεί που ήταν τα μαύρα της μαλλιά, είναι πεταμένες κάποιες μαύρες τρίχες και από μέσα διακρίνεται το άσπρο κρανίο σαν να είναι φυτεμένο με μαύρο γκαζόν.

Το κεφάλι ασύμμετρα μεγάλο από το υπόλοιπο σώμα. Φαινόταν άσχημο. Τώρα νομίζω έχω δει κούκλες που επίτηδες το κεφάλι είναι πιο μεγάλο από το σώμα. Μα και πάλι άσχημο το βλέπω.

Έχω και μια άλλη κούκλα. Μεγάλη. Αν της τεντώσω τα πόδια είναι μισή στο ύψος από εμένα. Την έχει φέρει ο μπαμπάς από το εξωτερικό. Δεν επιτρέπεται να παίζω όμως, γιατί θα τη χαλάσω. Είναι στο δωματιάκι με τη ραπτομηχανή της γιαγιάς πάνω σε ένα ψηλό σκαμπό και από πάνω έχει ένα προστατευτικό διάφανο κάλυμμα. Έχει μάτια με τεράστιες βλεφαρίδες που ανοιγοκλείνουν κάνοντας κλακ κλακ, ρουζ στα μάγουλα και κοκκινάδι στα λίγο ανοιχτά γεμάτα χείλη της. Σαν να χαμογελά λίγο μου μοιάζει ή να ετοιμάζεται κάτι να πει. Τα δάχτυλα και στα δύο της χέρια είναι ανοιχτά και ο δείκτης κάτι θέλει να δείξει.

Τη βγάζουμε το βράδυ από το κάλυμμα. Εγώ δεν την πιάνω. Η γιαγιά μόνο την παίρνει αγκαλιά σαν να είναι μωρό, της λύνει τη γαλλική κοτσίδα και την ξαναφτιάχνει, και τινάζει σαν ελατήρια τις δύο μπουκλωτές τούφες που πέφτουν δεξιά και αριστερά στο πρόσωπο της. Της βγάζει όλα τα ρούχα, το γαλάζιο φουστάνι με τα ροζ ανθάκια, το μεταξωτό καλσόν, τα δερμάτινα μποτάκια, το βαμβακερό βρακάκι της και μετά την ξαναντύνει με προσοχή και ατελείωτη αγάπη. Νομίζω δεν μπόρεσα ποτέ να δώσω τόση αγάπη σε αυτή την κούκλα. Δεκατέσσερα χρόνια μετά το φευγιό της γιαγιάς, την κοτσίδα και τα ρούχα δεν τα έχει ξαναφτιάξει κανείς.

Μια μέρα ενώ της ξεκούμπωνε τα κουμπιά στην πλάτη του φορέματος, είδα μια μικρή πορτούλα στη δική της πλάτη κλεισμένη με μια βίδα. Δεν τόλμησα να ρωτήσω. Αν έπαιρνε μπαταρίες και μιλούσε δεν θα την είχα ακούσει ποτέ να μιλά; Μέχρι τώρα δεν ξέρω αν η κούκλα μπορεί να μιλήσει, ούτε να υποθέσω τι θα έλεγε.

Όνομα δεν είχε. Μα θαρρώ πως είχα ακούσει μια φορά τη γιαγιά να τη λέει Ελπίδα. Ελπίδα έλεγαν την αδερφή του μπαμπά που χάσαμε. Τη νονά μου. Έφυγε όταν ήμουν μικρή και δεν τη θυμάμαι. Ακόμα όνομα δεν έχει. Είχε μόνο δύο ακόλουθους λέει στρατιωτάκια που δεν τους είδα ποτέ, μια κατακόκκινη βελούδινη εσάρπα που κάπου την είχε πάρει το μάτι μου και ένα σκήπτρο.

Τώρα την έχω αφήσει στο πατρικό μου σπίτι. Ξεσκέπαστη. Κάποιες γιορτές, εξαφανίστηκε η μικρή ανιψιά μου και επέστρεψε από το δωμάτιο μου αγκαλιά με την κούκλα. Την ταρακουνούσε και ένιωθα ότι θα διαλυθούν οι μπούκλες στον αέρα.

Την πλησίασα γρήγορα και ετοιμαζόμουν να της την αρπάξω από τα χέρια. Δεν μπορούσε καν να τη σηκώσει ακόμα και την έσερνε και λίγο. Σταμάτησα λίγο πριν την αγγίξω και γονάτισα να βλέπει τα μάτια μου. Τη βοήθησα να την πάρει αγκαλιά, τύλιξα τα χεράκια της γύρω από την κούκλα και της είπα ότι είναι σημαντική και είναι ευθύνη της να την προσέχει. Να παίξει μα να την αγαπά.

Η μικρή την πήγε πίσω στο δωμάτιο. Μόνο την επόμενη φορά, αφού με ρώτησε για να την πάρει, έτρεξε σαν τρελή στο δωμάτιό μου, μα επέστρεψε κρατώντας την με μεγάλη προσοχή, ακουμπώντας το μάγουλό της στο μάγουλο της κούκλας, τα μάτια κλειστά και τα βήματά της μικρά.

Από τότε όλα τα ανίψια, βαράνε το πιάνο μου χωρίς να ρωτήσουν, τραβολογάν σέρνοντας από τα χέρια ή τα πόδια ότι αρκούδι βρουν, μα αν αποφασίσουν να πάρουν την κούκλα, μόνο με τρυφερές αγκαλιές και αγγίγματα. Νομίζω ότι κάνα δυο φορές τα έχω πιάσει να της ψιθυρίζουν κάτι στο αυτί.

Αφήνω τη bibibo στο τραπέζι, ανώνυμη και αυτή, και τρέχω να φάω.

Το μεσημέρι θα πάρω σβάρνα στην αυλή ότι καρέκλα βρω όσο αθόρυβα μπορώ γιατί η γιαγιά κοιμάται και εναλλάξ θα παίζω με την κούκλα.

Μέχρι να ξυπνήσει να βγει στην πόρτα και να δώσει το σύνθημα. Ένα χαμόγελο χωρίς λέξεις. Τα μάτια μου ρωτάν ικετευτικά «γιαγιά να φύγω;»

Παρατώ το ποδήλατο στο τσιμέντο, οι βοηθητικές στραβώνουν λίγο λίγο με κάθε τέτοιο πέταμα, κατεβαίνω τα τρία σκαλιά και ανοίγω την ψηλή σιδερένια αυλόπορτα σα σίφουνας.

Τρέχω στην πλατεία και γίνομαι ένα με την υπόλοιπη συμμορία. Ματώνω τα γόνατά στα χαλίκια πέφτοντας από την κούνια. Γρατζουνώ τα δάχτυλα πιάνοντας τα στις λαμαρίνες ανεβαίνοντας ανάποδα την τσουλήθρα. Ξηλώνω τις τσέπες πιάνοντας τες στα σιδερένια γατζάκια στο γύρω γύρω όλοι.
Γεμίζω χαλίκια τις πατούσες και τις πονώ τινάζοντας τα πόδια μου στην τραμπάλα για να φτάσω ψηλά. Ανοίγω τις σόλες από τα πέδιλα παίζοντας ποδόσφαιρο στις πλάκες του πεζοδρομίου.

Και οι σόλες κάνουν χαμόγελα. Όλη η συμμορία έχει χαμόγελα στις σόλες. Τα ρούχα έγιναν καφέ από το χώμα και το χώμα έγινε λάσπη από τον ιδρώτα. Πολλές φορές καθόμαστε κάτω φέρνουμε τα πόδια οκλαδόν, πιάνουμε με τα χέρια τις ξεκολλημένες σόλες και τις αφήνουμε να μιλάνε και να γελάνε μεταξύ τους.

Ξέρω ότι που και που η γιαγιά σκαρφαλώνει στο πεζούλι κρεμάει τα χέρια της από τα ψηλά κάγκελα και προσπαθεί να με ξεχωρίσει από τα υπόλοιπα παιδιά.

Έχει νυχτώσει πια και σε αυτή τη στάση έχει αρχίσει και με φωνάζει. Παίρνω φόρα και τρέχω να τη βρω σαν να έκανα αγώνα δρόμου.

Μπαίνω στην αυλή και κλειδώνω με τους σύρτες και τις δύο πόρτες γιατί είναι δουλειά που μου έχει αναθέσει.

Εκείνη πάει προς το σπίτι. Κάθομαι απέναντι από την πόρτα της κουζίνας σε ένα μικρό πεζούλι. Εκείνη φέρνει έναν πορτοκαλί μαστραπά και το Ava για τα πιάτα. Γονατίζει μπροστά μου και μου πλένει τα πόδια. Γκρινιάζει τόσο γλυκά. Για τα φαγωμένα γόνατα, τις σκισμένες τσέπες. Την κοιτάω στα μάτια.

Μου λείπουν τα μάτια της. Δεν ήθελα να γίνω αγία ποτέ στη ζωή μου. Μα κοιτώντας την στα μάτια έκλεβα λίγη από την αγνότητά της. Και τώρα δεν έχω που να κοιτάξω για να το βρω αυτό.


Ας ήταν έστω καλοκαίρι πάλι. Ή ας έκαναν λίγα χαμόγελα οι σόλες.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου