Τρίτη, 8 Οκτωβρίου 2013

συνταγή - μαρμελάδα σταφύλι

  
Αχ και να ήμουνα ένα από εκείνα τα μικρά κεχριμπαρένια κίτρινα. Από εκείνα τα δικά σας τα αράντιστα χωρίς κουκούτσι. Και να σε βασάνιζα κανένα δίωρο να με τραβήξεις από το τσαμπί μου και να με ξεχωρίσεις από τα άλλα. Και να με πλύνεις και να με ξεπλύνεις με άφθονο δροσερό νερό για να ξυπνήσεις το χρώμα και τις μυρωδιές μου. Και να κρυώνω κάτω από το νερό και να σηκώνονται οι ίνες μου μέσα από τη φλούδα σαν να ‘ταν τρίχες κάτω από δέρμα ανθρώπινο.

Και να με βάλεις σε μια κατσαρόλα με μεγάλο πάτο. Και να προσθέσεις το μισό του βάρους μου σε γλύκα. Αν θέλεις κράτα και λίγο ακόμα γιατί μια γλύκα την έχω από μόνο μου. Και να άναβες το μάτι της κουζίνας για να αρχίσω να βράζω, να πιω όλα τα ζουμιά μου, να δέσω με τη ζάχαρη.





Και όταν θα έβλεπες το νερό μου να τελειώνει κομμάτια να με έκανες, να κόβομαι με τις λεπίδες, μα να το χαίρομαι γιατί παντού θα με σκορπίσεις, ένα πια να μη με ξεχωρίζεις.

Κι ύστερα μισό λεμονάκι να μου έστυβες, μια βοήθεια μικρή να πήξω χωρίς να με βράσεις πολύ και χάσω αρώματα. Και μια βανίλια να μου χάριζες να αναστατώσει τη γεύση μου και τη μυρωδιά μου. Και μην ξεχνάς να με ανακατεύεις με ξύλινη κουτάλα, μην κάνω και αγαπηθώ πολύ από τον πάτο και κάψω τη σάρκα μου. Και ξέρω ότι έτσι θα κάψω τη δική σου σάρκα, στο εσωτερικό του καρπού καθώς θα ανακατεύεις. Και αν δεις να αφρίζω μη με παρεξηγείς, πάρε ένα κουταλάκι και ξάφρισέ με, δεν θα στο ΄χουν ζητήσει ποτέ ξανά με τόση γλύκα στην ανάγκη τους.

Και όταν θα δεις φουσκάλες να βγάζω στην επιφάνεια μου τότε να ξέρεις πρέπει να με κατεβάσεις από τη φωτιά. Φουσκάλες χοντρές σαν τον έρωτα. Που ξεκινούν από τον πάτο, από την κάψα της φωτιάς, και είναι ικανές να κάψουν και εμένα όση ώρα και αν βράζω, και αναδεύουν τα σωθικά μου ανεβαίνοντας, μα φτάνοντας στην επιφάνεια γίνονται μια φούσκα που με έναν αθόρυβο σχεδόν ήχο σκάνε και δεν απομένει τίποτα από αυτές πια. Και να σε βλέπω ανυπόμονα να βουτάς το δάχτυλο για να δοκιμάσεις και να το φέρνεις γρήγορα στο στόμα, να το πιπιλάς πιο πολύ πια για να ανακουφιστείς παρά για να γευτείς. Και να σε ακούω να ψιθυρίζεις τέλεια, λίγο γλυκιά και λίγο ξινή και να χαμογελάς αυτάρεσκα λες και όλο αυτό είναι δικό σου κατόρθωμα και μόνο.  Και να ξέρω ότι εκείνος που θα 'ρθει να σε φιλήσει στο λαιμό τις επόμενες ώρες, θα σταθεί για λίγο ξαφνιασμένος από τη μυρωδιά σου. Και δεν θα μπορεί να ξεχωρίσει φρούτο, ζάχαρη, βανίλια, γιατί θα έχουν γίνει ένα με το δέρμα σου. Και θα αναρωτιέται σιωπηλά, που βρήκες τόση γλύκα.

Και θα σε βλέπω να ετοιμάζεις το σπίτι μου, θα βράζεις και θα αποστειρώνεις τα βάζα μου. Καυτό εγώ, καυτά εκείνα, να συναγωνιζόμαστε. Και εσύ να βάζεις το καπάκι μου και εγώ να κλείνομαι με τρόμο. Και δε μου φτάνει το κελί, με θέλεις και ανάποδα. Και εγώ θα αναδεύομαι κρυώνοντας και θα ζητώ ανάσες, θα λιγοστεύω τον αέρα και αντί στην ελευθερία να πηγαίνω θα με σφραγίζω πιο καλά ρουφώντας και τραβώντας το καπάκι προς τα μέσα.Και όταν θα 'χω πια για τα καλά κρυώσει, τότε μόνο τον άδικο μου κόπο θα 'χω νιώσει. Σε δροσερό και σκιερό μέρος θα μείνω, σαν σε χειμερία νάρκη θα γίνω. Και ας ξέρω ότι εσύ πάντα θα αγαπάς να με μοιράζεις, θα περιμένω να με γευθείς. Εσύ και μόνο εσύ. 

2 σχόλια:

  1. χωρίς σχόλια..καλή επιτυχία σε όποιον τη φτιάξει, κι ενα μεγάλο ευχαριστώ, σ΄ αυτόν που τη δημοσίευσε :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή