Τετάρτη, 29 Ιανουαρίου 2014

και ό,τι δε συνηθίζεται, γίνεται συνήθεια τελικά

Μέχρι τα 18 έμαθα να κοιμάμαι με το μπαμπά έξω από το σπίτι. Μετά τα 18 έμαθα να κοιμάμαι εγώ έξω από το σπίτι, ανεξάρτητα που ήταν ο μπαμπάς.

Η μάνα μου ζητούσε από την έξι χρόνια μεγαλύτερη, συνονόματη μου, ανιψιά της να έρχεται να κοιμάται μαζί της να μας «φυλάει». Βράδυ παρά βράδυ βαρούσαμε σκοπιές. Μια η ξαδέρφη μου μια εγώ. Μέχρι τα 15 της μας φύλαξε. Μετά ξεκίνησαν οι αλητείες και δεν είχε χρόνο για τις θείες. Τότε ήταν που ανέλαβα εγώ την πλήρη φύλαξη του διπλού κρεβατιού από τη μεριά του μπαμπά. Πολλά βράδια χάζευε στην τηλεόραση και εγώ έμενα κοιτάζοντας εκείνη, έχοντας γυρίσει προς την πλευρά της, αντίθετα από το χαζοκούτι. Ύπνος δεν μου κολλούσε, αλλά δεν επιτρεπόταν να δω ό,τι έβλεπε εκείνη γιατί είχε «αίματα» δήθεν, μπορεί να είχε και τίποτε άλλο, δεν έμαθα. Έτσι έμενα εκεί να προσπαθώ να βγάλω άκρη στα μάτια της και όσες φορές δεν κατάφερνα να δω μέσα από αυτά τι έβλεπε, έβλεπα το έργο που έπαιζε εκείνη. Άλλες φορές έκανα πως κοιμάμαι, δήθεν δεν άκουγα τα κλάματα και μέχρι να σηκωθεί να μαζέψει το σωρό με τα χαρτομάντηλα στο κομοδίνο το πρωί, δε σάλευα.

Η θητεία μου έληξε γύρω στα 14. Αποφάσισα και διέταξα να μεταλλαχθεί το σαλόνι σε υπνοδωμάτιο μου, αφού δεν περίσσευε άλλο δωμάτιο. Τόσες ώρες που δούλευε η μάνα μου δε δεχόμαστε επισκέψεις, οπότε δεν έλειψαν σε κανέναν ο καναπές και οι πολυθρόνες. Τότε ήταν που της κόλλησε μια κακιά συνήθεια που δεν έχει αποβάλει ακόμα. Ξαπλώνει με ανοιχτό το φως και μετά δήθεν ξενερωμένα αλλά μες στη γλύκα με φωνάζει.

«Κορίτσι μου, είσαι κοντά; Ξέχασα να σβήσω το φως να μη σηκώνομαι.»

Κοντά δεν είμαι ποτέ και το ξέρει. Μόλις το δωμάτιο φωτίσει μόνο από την τηλεόραση, συμπληρώνει.

«Έλα να με σκεπάσεις να μη βγάζω τα χέρια από την κουβέρτα.»

Στο κουκούλωμα έχω φτάσει επικίνδυνα κοντά να κάνω πίσω.

«Δώσε μου και ένα φιλί τώρα.»

Τα τελευταία χρόνια που έχει γυρίσει και ο άλλος  για τα καλά κοντά της, θέλει να μπει ανάμεσα μας.

«Εμένα γαϊδούρα τίποτα;»

«Ναι αλλά τελευταία πάλι εμένα»

«Καλά δε ντρέπεστε γέροι άνθρωποι να με εκμεταλλεύεστε;»

«Ποιόν είπες γέρο; Θα σηκωνόμουν, αλλά μόλις ζέστανα τα σεντόνια»

«Ύπνο. Γρήγορα.»

Και όσο απομακρύνομαι ακούω να ψευτοτσακώνονται.

«Κάνε πιο κει μωρέ, πάνω μου πρέπει να κοιμάσαι; Δε βαρέθηκες τόσα χρόνια;»

Για δευτερόλεπτα αναρωτιέμαι, μα καλά δε βαρέθηκαν; Πως να βαρεθούν. Αν βάλεις κάτω τις μέρες της κοινής τους ζωής πιο πολύ χωριστά έχουν κοιμηθεί παρά μαζί.

Πριν ολοκληρώσω το ποστάκι ανοίγω το skype. Αναρωτιέμαι αν έχει επιλογή να σβήνεις φώτα, να σκεπάζεις μανάδες και να τις φιλάς μαζί ή χωριστά με τους πατεράδες.

Σε λίγο καιρό θα μάθω να κοιμάμαι με το μπαμπά σε άλλη χώρα και σε λίγα χρόνια θα μάθω να κοιμάμαι με το μπαμπά σε άλλη ζωή.


Όλα μια συνήθεια είναι τελικά. 


3 σχόλια:

  1. Εκτός από εκείνα που ξέρεις ότι μπορείς να αλλάξεις και τα υπομένεις γιατί φοβάσαι, γιατί δεν έχεις τη δύναμη. Και όσα υπομένεις είναι καταδίκες και τέτοιες παραμένουν μέχρι τέλους.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Γιατί φοβάσαι. Όχι, γιατί δεν έχεις δύναμη. Καταδίκες, όχι μέχρι τέλους. Μόνο μέχρι να βρεις τη δύναμη.

      Υ.Γ. Re :)

      Διαγραφή
  2. Όντως, μέχρι να την βρεις.

    Υ.Γ: Bo :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή