Παρασκευή, 3 Ιανουαρίου 2014

38 C και κάτι δευτερόλεπτα

Ελάτε να μετρήσουμε αντίστροφα όλοι μαζί την αλλαγή και αυτού του χρόνου.


Έφερε την κουβέρτα πάνω από το κεφάλι, δίπλωσε τα γόνατα και τους αγκώνες κοντά στο στομάχι της και σκέφτηκε πως πάνω στον καναπέ έμοιαζε με ένα όμορφο κουκούλι, με σκούρα λαδί χρυσάνθεμα και εκρού φυλλαράκια όπως τα σχέδια στην κουβέρτα.

Ο κόσμος έξω από εκεί μετρούσε 8. Εκείνη μετρούσε 38.  Δεν ήταν πολλοί εκείνοι έξω από την κουβέρτα - τρεις τους θυμόταν από την τελευταία φορά που τους είδε πριν κλειστεί στο κουκούλι - αλλά σε τόσο ταλαιπωρημένα αυτιά έμοιαζαν πιο πολλοί και από αυτούς μέσα στην τηλεόραση. Σε κάθε δευτερόλεπτο που αφαιρούσαν οι έξω, ένα δέκατο ερχόταν να προστεθεί μέσα. Επτά, όλοι μαζί. 38.1, σόλο ο υδράργυρος. Έξι, όλοι. 38.2, μόνη. Κάπου στο δύο τους έχασε και τους μέσα και τους έξω. Κάτι φήμες άκουγε όλα τα χρόνια "ό,τι κάνεις την πρώτη μέρα του χρόνου, το ίδιο θα κάνεις όλο το χρόνο", που ποτέ δεν τις πίστεψε, είχε αρχίσει να τις ξανασκέφτεται, αφού έτσι όπως ένιωθε το ενδεχόμενο να καταλήξει πεταλούδα έμοιαζε πολύ μακρινό.

Έκανε να βγει από το κουκούλι και έπεσε πάνω στο μηδέν, κακός συντονισμός. Έξι χέρια, που τα μάτια από το βάρος έβλεπαν μόνο τα έξι πόδια που τα έφερναν, πήγαν να πέσουν πάνω της, αλλά έμειναν άπραγα μόλις ένιωσαν τη θέρμη των 38.7 oC. Εκείνη έτσι και αλλιώς δεν είχε δύναμη να πλησιάσει. Η μυρωδιά από την ψητή γαλοπούλα έπνιγε τους πόρους της. Ένιωθε ότι όση γέμιση δε χώρεσαν τα σωθικά της γαλοπούλας, χώθηκαν στα δικά της ρουθούνια και έβρασαν στα υγρά της μύτης της. Από το στόμα δεν έμπαινε ούτε έβγαινε λέξη. Και το παραμικρό κυβικό χιλιοστό αέρα που τρύπωνε μέσα από τα δόντια έφερνε κρίσεις ασταμάτητου βήχα, ακόμα και τα υγρά από το στόμα της, γίνονταν άπειρα μαχαιράκια που κατρακυλούσαν σε όλο το μήκος του αναπνευστικού συστήματος. 

Δεν τους κατηγορούσε μου έμεναν μακριά. Εντύπωση της έκανε που ξεχάστηκαν και πλησίασαν. Καθένας για τους λόγους του, έπρεπε να μην κολλήσει ούτε ελαφριά. Μόνο εκείνος πλησίασε, χάιδεψε μαλλιά, φίλησε φλεγόμενο λαιμό και υποστήριξε για χιλιοστή φορά ότι ο χρόνος είναι μια σύμβαση που έχει εφεύρει ο άνθρωπος και μπλα μπλα μπλα και θα αλλάξουμε χρόνο όταν γίνεις καλά και γουστάρεις.

Κανονικά έπρεπε να είχαν μαζευτεί καμιά εικοσαριά. Όλοι αγαπημένοι. Αλλά όλοι, λίγο πολύ, έπρεπε να μείνουν μακριά. Μέρες μετά θα σκεφτόταν, καλύτερα που ήρθαν έτσι. Γλίτωσε, τρία συγνώμη παιδικά και δύο σε μεγάλους που δεν κατάφερε φέτος να φέρει δώρα και αυτά μόνο σε συγγενείς. Θα έβλεπε ανακουφισμένη ότι απέφυγε επισκέψεις που χρώσταγε και τις χρωστούσαν και όλη τη ντροπή θα την κατάπινε μαζί με τις αντιβιώσεις. 

Προς το παρόν της έμενε να γίνεται μούσκεμα τις νύχτες λες και βούτηξε για το σταυρό των Φώτων, μέρες πριν από ότι έπρεπε, στις τρεις τα ξημερώματα και να βγάζει από τη βουτιά μόνο depon χιλιάρια, ponstan και στις μεγάλες καταδύσεις κανένα mesulid. 

Της μένει όμως, για μια δυο μέρες ακόμα, από τον καναπέ, σε πλήρως οριζόντια θέση, με τα παράθυρα να είναι ψηλά, να χαζεύει τον ουρανό που δεν τον κρύβει τίποτα. Και αν ανασηκωθεί λίγο, μόνο λιγάκι, μέχρι εκεί που φτάνει να δει το μάτι, όλες οι δόσεις είναι πληρωμένες και η θάλασσα χαρίζει γνώμες και αγωγές σε συνταγολόγια, με όλα τα πτυχία και τα διδακτορικά της, χωρίς να ζητήσει 5 ευρώ επίσκεψη και 25 για εξιτήριο σε περίπτωση νοσηλείας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου