Πέμπτη, 13 Μαρτίου 2014

μερικά να μένουν αδιάβαστα

Δεν έχω ιδέα γιατί το κάνω, μα το κάνω. Εκεί που τα βάζω κάτω για να τα γράψω, βρίσκομαι ξαφνικά να χάνομαι, να γυροφέρνω αλλού. Κάτι λέξεις πριν την τελευταία μου τελεία έπεσα εδώ.

Άσχετο, σχετικό δεν θα το κρίνω μα ούτε και με νοιάζει. Και επειδή είχα καιρό, πολύ καιρό, να το καταπιώ και να μου κάτσει τόσο βαρύ, στο έδειξα.

Βάλ’το πρώτα να παίζει και μετά διάβαζε. Αλλιώς δεν λέει.


*

Ανάμεσα στα δεκάδες μειλ application confirmation, ένα άλλο, κάτι. Κάτι ξένο. Όχι για τα χιλιόμετρα. Κάτι από άλλη ζωή, άλλη γη. Αδιάβαστο, δε μιλούσε να το δει, τι να πει εξάλλου, καπακωνόταν από κάθε επόμενο. Λέξεις από την πρώτη πρόταση που έμοιαζαν να μη βγάζουν νόημα, δίπλα στο όνομα του αποστολέα μπούκωναν τα μάτια της.

Έτσι έπρεπε. Καλά έκανες και

Πρώτο λεπτό και έμεινε αδιάβαστο. Πρώτο δεκάλεπτο το ίδιο. Στο εικοσάλεπτο αποφάσισε ότι δεν ήθελε να δει αυτό το «καλά έκανες και έφυγες». Το φύγε το δικό του δεν ήθελε να το δει ούτε γραμμένο ούτε άγραφτο. Στο μισάωρο θέλησε να επιβεβαιωθεί για να λυτρωθεί. Στο σαραντάλεπτο πείσθηκε ότι δεν έχει αυτή την ανάγκη. Στις καθυστερήσεις το πάτησε.

Έτσι έπρεπε. Καλά έκανες και δεν απάντησες, μου το χρωστούσες.

Πήρε βαθιά ανάσα. Έκρυψε το πρόσωπο στα χέρια της. Γέλασε.

Τι βλάκας που είσαι. Πάντα από την αντίθετη. Από εκεί πήγαινες, από εκεί μιλούσες. Βλάκα.

Παράτησε το μήνυμα στην αρχή του και άρχισε να κινεί τη ροδέλα προς τα κάτω, για να βρει αυτό που δεν απάντησε. Το μετάνιωσε στα είκοσι αδιάβαστα, γύρισε πάλι πίσω.

Έτσι έπρεπε. Καλά έκανες και δεν απάντησες μου το χρωστούσες.

Μου λείπεις. Δεν έχω ιδέα πως γίνεται. Τα βάζω κάτω και δε βγαίνουν. Ήσουν εδώ και δεν θυμάμαι καν από πότε είχα να σε δω. Ψέματα. Είχα να σε δω δέκα μήνες, επτά ημέρες, τρεις ώρες και εικοσιπέντε λεπτά. Τότε όχι. Αλλά τώρα ναι. Και δεν έχω ιδέα. Αλήθεια, δεν έχω την παραμικρή ιδέα πως γίνεται να μου λείπεις.

Εχθές είδα ένα περίεργο όνειρο. Ψέματα. Έφτιαξα ένα. Έπαιζα τα δάχτυλα του αριστερού σου χεριού με εκείνα του δικού μου. Από εκεί είχα αρχίσει να σε ψάχνω. Από τα δάχτυλα με τα δάχτυλα. Εκεί σε έμαθα. Στα δάχτυλα. Εκεί σε μύρισα, εκεί σε γεύτηκα. Είχες σκύψει το κεφάλι και κρατούσες τα μάτια κλειστά. Το στόμα σου μιλούσε κλειστό. Σε κάθε άγγιγμα μια σύσπαση τάραζε τα άνω χείλος σου. Στο δάγκωμα, έβλεπα το κάτω χείλος να τραβιέται λίγο καθώς το έκλεινες από μέσα ανάμεσα στα δόντια σου. Όταν έβαζα τα δάχτυλα ολόκληρα στο στόμα μου, έβγαζες τη γλώσσα σου να τα υγράνεις και τα δύο, δαγκώνοντας το κάτω σου στραβά, δείχνοντάς μου το άσπρο σου δοντάκι. Και όταν στα έκανα όλα μαζί στη βάση του παράμεσου στο πλάι εκεί που ενώνεται με το μέσο, αφήνοντας σταγόνες από το σάλιο μου να κυλήσουν στο εσωτερικό της παλάμης σου, εκεί νομίζω άνοιξες το στόμα και σε είδα, σε άκουσα να τελειώνεις.

Εκεί αρχίσανε τα ζόρια μου. Τα ξέρεις τα ζόρια μου. Τελείωναν μαζί σου και άρχιζαν χωρίς εσένα. Δεν άλλαξαν πολλά. Κάτι ψιλά στην πρόσθεση, κάτι χοντρά  στην αφαίρεση, μα η σούμα εντυπωσιακά η ίδια πέρα από τα νούμερα.

Τα ζόρια σου δεν ξέρω. Μα δεν θέλω να γυρίσεις. Μείνε εκεί. Εδώ δεν έχω τι να σε κάνω. Εκεί θα λέω ότι έφυγες και σου περνάει.

Δεν πρόλαβε να καταλάβει πότε βούρκωσε ανάμεσα στα πόδια της και άρχισαν να τρέχουν τα μάτια της. Έβγαλε το χέρι από το εσώρουχό και σκούπισε το εσωτερικό της παλάμης της πάνω από το δεξί της μπούτι στη φόρμα της. Ύστερα άρχισε να ψάχνει το ποντίκι και αυτό που δεν απάντησε. Το βρήκε μία εβδομάδα πριν.

Τι Θεό κάνει εκεί που περπατάς ρε βλάκα;


Συνήθως κάνει δαίμονες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου