Παρασκευή, 28 Μαρτίου 2014

με μια μπύρα, μια λεμονίτα και ένα μπουκαλάκι νερό


Και οι δύο γύρω στα τριάντα. Εκείνη λίγο μεγαλύτερη. Κάπου στα εικοσιπέντε τους μετά τις σπουδές άφησαν το σπίτι. Η μάνα της έκλαιγε λες και πήγαινε σε άλλη ήπειρο, ενώ μετακόμιζε τρεις στάσεις νοτιότερα με το τρένο. Ο πατέρας του τον ψευτοέδιωχνε δίνοντας του τα κλειδιά από το καινούργιο αυτοκίνητο, του γκρίνιαζε «δρόμο ρε, αλλά να έρχεσαι να βλέπεις τους γέρους σου». Εκείνος πήρε τελικά το παλιό και έφυγε.

Στα εικοσιοκτώ τους, εκείνη πήρε συνεχόμενα τέσσερις πέντε φορές το τρένο να μεταφέρει ρούχα και παπούτσια και εκείνος φόρτωσε το παλιό αυτοκίνητο και επέστρεψαν. Η μάνα της ξαναέκλαιγε, ο πατέρας του αποφάσισε να πουλήσει το καινούργιο αυτοκίνητο.

Θα βρεθούμε;

Θα το ήθελα. Μόνο…Έχω να πληρωθώ τρεις μήνες. Αφοπλιστική η ειλικρίνεια της.

Ε και;

Δεν θέλω να τα πληρώσεις όλα εσύ. Έχει ένα πάρκο κάτω από το σπίτι μου. Θέλεις να έρθεις;

Αν είναι να νιώσεις καλύτερα, να έρθω. Πιο πολύ για να νιώσει εκείνος καλύτερα που είχε να πληρωθεί πέντε μήνες.

Σε μια ώρα είναι καλά;

Είναι.

Στο περίπτερο στη γωνία.

Στο περίπτερο στη γωνία.

Άνοιξη σχεδόν. Τα σκουπίδια άνθιζαν γύρω από το πάρκο. Βρήκαν ένα παγκάκι με λίγο φως και περισσότερο σκοτάδι μακριά από τα περισσότερα σκουπίδια. Κάθισαν κανονικά και όχι στην πλάτη όπως συνήθιζαν στα δεκαέξι τους. Στα τριάντα δεν πρέπει να αναπολείς τίποτα. Στα τριάντα ζεις.

Θέλεις μια μπύρα;

Δεν πίνω. Πάρε εσύ.

Δεν θέλεις κάτι να πιείς;

Μια λεμονίτα. Έψα. Αν έχει. Αλλιώς ένα μπουκαλάκι νερό.

Την άφησε και πήγε προς το περίπτερο. Κάθε επτά περίπου βήματα γυρνούσε να κοιτάξει αν είναι ακόμα εκεί. Αν την πείραξε κανείς.

Με καλαμάκι ό,τι και αν φέρεις. Συμπλήρωσε από μακριά.

Μετά έβγαλε το κινητό της από την τσέπη. Δεν έκανε check in στο facebook, δεν έβγαλε τον εαυτό της μια καλλιτεχνική φωτογραφία ούτε το πάρκο να το περάσει από φίλτρα να φαίνεται όμορφο. Κοίταξε μόνο τι ώρα είναι, για να υπολογίσει μετά πόση ώρα κατάφερε να τον δει.

Εκείνος γύρισε με τέσσερα καλαμάκια όλα διαφορετικό χρώμα μεταξύ τους, μια λεμονίτα, ένα μπουκαλάκι νερό και μια μπύρα.

Για να διαλέξεις χρώμα. Και της τα έδειξε όλα.

Πήρε τη λεμονίτα και το κίτρινο καλαμάκι. Εκείνος άνοιξε τη μπύρα με τον αναπτήρα. Είχε χρόνια να το κάνει και εκείνη είχε χρόνια να το δει να γίνεται.

Έφαγες τίποτα;

Είχε μαγειρέψει η μάνα μου, αλλά δεν μου άρεσε.

Πεινάς;

Και ναι και όχι.

Τι θα ήθελες να φας;

Θα ήθελα μια καρμπονάρα νομίζω. Εσύ;

Το θέμα είναι τι θέλεις εσύ.

Μακαρόνια. Καρμπονάρα. Αλλά με κρέμα γάλακτος. Όχι με αυγό.

Όπως νομίζεις. Έτσι και αλλιώς εσύ θα την έχεις μαγειρέψει.

Δεν με πειράζει να έχει μανιτάρια. Αλλά θα τα βγάλω. Αν τρως εσύ θα βάλω, αν όχι, δεν θα βάλω.

Δεν τρώω.

Ωραία.

Θα καθίσεις στο τραπέζι και θα σερβίρω εγώ. Όχι πολλά πολλά. Ούτε κεριά, ούτε λουλούδια. Μια λάμπα με πορτοκαλί φως κάπου πίσω μου να φτάνει να φωτίζει το πρόσωπό σου. Δύο πιάτα. Χωρίς τραπεζομάντιλο. Να ακούς τον ήχο όταν θα τα ακουμπάω στο τραπέζι. Τον ήχο που κάνει η πορσελάνη στο ξύλο. Ένα μπολ με σαλάτα και ένα με ζεστό, ψημένο ψωμί. Γλυκό κρασί στο ποτήρι. Το μπουκάλι θα παραμένει στο ψυγείο. Κάθε δύο τρεις μπουκιές και μια γουλιά. Και κατάπιε τη μπύρα που γέμιζε το στόμα του. Λίγο κρασί όμως στο ποτήρι για να βάλω και δεύτερο.

Ναι λίγο. Και οι μπουκιές αυτές οι ιδανικά φτιαγμένες. Το πιρούνι κρατάει και από λίγο από κάθε ένα από τα υλικά που έχει το πιάτο, χωρίς να γεμίζει το στόμα. Για να μπορείς να τα γευθείς κάθε ένα ξεχωριστά και όλα μαζί. Τη μπουκιά που θέλεις και άλλο όχι από πείνα, αλλά από γεύση.

Ναι. Και θα έχω βάλει το παγωτό στο ψυγείο. Δέκα λεπτά πριν στο σερβίρω. Θα φας όσο θέλεις μακαρόνια. Αλλά θα αφήσεις λίγο χώρο για να φέρω το παγωτό. Το μπολ στη μέση και δύο κουτάλια. Εννοείται θα έχει μουσική. Ίσως pink floyd.

Γέμισε όσο μπορούσε και τα δύο μάγουλά του μπύρα ξανά, την κατάπιε και άρχισε να τραγουδάει μισοχαμογελόντας.

Heaven sent the promised land
Looks alright from where I stand
Cause I'm the man on the outside looking in


Και θα σου έβαζα ακόμα ένα ποτήρι κρασί.

Δεν θα φάω πολύ. Οριακά να μην έχω χορτάσει.

Όσο θέλεις. Μαζί με το παγωτό θα σου έχω και λίγα ζεστά brownies. Λίγα όμως.

Ένα να με αφήσεις να φάω.

Είχε ανοίξει τη λεμονίτα της είχε βάλει το καλαμάκι και αφού έπινε μισή γουλιά, τσαλάκωνε το καλαμάκι το έβαζε όλο μέσα στο μπουκαλάκι και το έκλεινε με το καπάκι. Μετά το άνοιγε, στρίμωχνε το δείκτη στο μπουκαλάκι, ψάρευε το καλαμάκι, το έβγαζε έξω και ξαναέπινε μισή γουλιά. Και σε πέντε λεπτά πάλι τα ίδια.

Ναι. Και μετά μπορείς να ξαπλώσεις στον καναπέ. Θα σου φέρω το μαξιλάρι μου και μια κουβερτούλα. Για το άραγμα μετά το φαγητό.

Ναι κουκούλωμα.

Και φυσικά μουσική και ακόμα ένα ποτήρι κρασί. Και ξανάρχισε να σιγοτραγουδά.

Fly bright by candlelight
With her by my side
And if she prefers we will never stir again


Δεν ξέρω αν θα το καταφέρω ακόμα ένα.

Δεν πειράζει, αρκεί να υπάρχει.

Σίγουρα θα έχω ζαλιστεί.

Θα κουκουλωθείς ακόμα πιο όμορφα στον καναπέ.

Θα έχουν κοκκινίσει και τα μάγουλά μου.

Τα μάγουλα της κατάφεραν να κοκκινίσουν και μόνο από τρεις μισές γουλιές λεμονίτα.

Θα έχουμε αφήσει και λίγο παγωτό να το απολαύσεις στον καναπέ.

Και θα μου μιλάς;

Εννοείται. Μέχρι να σε πάρει ο ύπνος.

Τι θα μου λες;

Δεν ξέρω ό,τι θέμα θα έχουμε πιάσει.

Και αν κοιμηθώ;

Και πάλι δεν ξέρω. Μάλλον θα τελειώσω το κρασί μου και θα κοιμηθώ και εγώ.

Και θα με αφήσεις να κοιμηθώ στον καναπέ;

Δεν θέλεις;

Θέλω. Και εσύ που θα κοιμηθείς;

Σε ό,τι υπάρχει διαθέσιμο.

Δύο δεκαεξάρηδες με πατίνια έκαναν σχέδια στα πεζούλια δύο μέτρα δίπλα τους, βγάζοντας λίγο χώμα από το πάρκο πάνω στο πεζοδρόμιο.

Ξέρεις καμιά φορά ξυπνάω μες τη νύχτα. Ιδρωμένη. Τρομαγμένη με ταχυπαλμίες.

Αν ξυπνήσεις δεν ξανακοιμάσαι μετά;

Δύσκολα.

Ε τότε θα σου φέρω λίγο ακόμα κρασί. Και μετά κουβέντα μέχρι να κοιμηθείς. Θα δουλέψει αυτό;

Δεν ξέρω. Αλλά δε νομίζω να πιώ κρασί μετά τον ύπνο.

Τι θα δουλέψει τότε;

Αλήθεια δεν ξέρω.

Θα αυτοσχεδιάσουμε τότε.

Αν κοιμάσαι όταν θα ξυπνήσω;

Θα κοιμηθώ στην καρέκλα, για να ξυπνήσω όταν ξυπνήσεις.

Όχι, δεν το θέλω αυτό.

Τότε;

Τότε θα στριμωχτείς μαζί μου στον καναπέ για να με νιώσεις να ξυπνάω.

Θα στριμωχτούμε πολύ. Το θέμα είναι να είμαστε άνετα.

Και θα είσαι άνετα στην καρέκλα;

Όχι αλλά θα είναι τουλάχιστον ο ένας από τους δύο μας.

Όχι, δεν θέλω να είμαι άνετα και εσύ όχι.

Ωραία. Στρωματσάδα στο πάτωμα.

Τέλεια.

Τα λύσαμε τα προβλήματα.

Εκτός από το τι θα κάνουμε αν ξυπνήσω τρομαγμένη.

Συνήθως τι κάνεις όταν ξυπνάς.

Τα βάζω με το ταβάνι.

Ο ουρανός πεντακάθαρος. Ούτε δείγμα σύννεφο για ταβάνι. Ξαστεριά.  

Οκ, λοιπόν. Θα τα βάλουμε με το ταβάνι.

Μαζί;

Μαζί. Και αν πιάσει έπιασε.

Αν δεν πιάσει θα ξημερώσει.

Θα έχουμε και το κρασί.

Το παγωτό.

Το παγωτό.

Και όταν ξημερώσει;

Όταν ξημερώσει…Δεν ξέρω. Μα πρέπει να φύγω. Σε λίγο περνάει το τελευταίο λεωφορείο. Το αυτοκίνητο είναι πάλι συνεργείο.

Σηκώθηκαν μαζί, περπάτησαν μέχρι τον κάδο και προσπάθησαν να στριμώξουν το μπουκάλι από την άδεια μπύρα και τη μισογεμάτη λεμονίτα με το καλαμάκι μέσα. Το σφραγισμένο ακόμα νερό και τα υπόλοιπα τρία καλαμάκια θα τα έπαιρνε μαζί της.

Την πήγε μέχρι την είσοδο της πολυκατοικίας. Απ’ έξω στεκόταν η κυρία του πρώτου, είχε βγάλει το σκυλάκι της βραδινή βόλτα μα δεν το πήγε ούτε μέχρι τη γωνία και εκείνο επέλεξε να τα κάνει δίπλα από τα κουδούνια. Έμεινε πεισματικά εκεί και αυτό και η αφέντρα του να τους κοιτάνε. Χαιρετήθηκαν από μακριά με ένα θα τα πούμε ναι; Περίμενε να δει το ασανσέρ να την αφήνει στον όροφό της και πήγε προς τη στάση.

Σε τρία τέταρτα περίπου, πίσω από τον υπολογιστή θα της έγραφε για όταν θα ξημερώσει.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου