Τρίτη, 4 Μαρτίου 2014

μεταφορές-μετακομίσεις "ο Λάμπρος"

Τα Χριστούγεννα έβαζα τη γαλοπούλα στο φούρνο και έκλαιγα. Σκεφτόμουν ότι δεν θα μπορέσω να πάρω τη γάστρα που μου έκανε δώρο η μάνα μου. Έχω βάλει σκοπό να ξεράνω όλα τα λουλούδια στις γλάστρες, γιατί ξέρω ότι θα το κάνουν εκείνοι που θα τους τις αφήσω. Τόσο χαζή έχω γίνει.
             
Κάτι περισσότερο από ένα μήνα, εξομολογούμουν αυτές τις λέξεις. Έσπαγα εγώ, έσπαγε και αυτός που τις μοιραζόταν μαζί μου.

Σήμερα μας επισκέφθηκαν οι μεταφορές-μετακομίσεις ο Λάμπρος. Θα ήταν ζηλευτά κινηματογραφικό αν υπήρχε μια κάμερα μόνη της, μέσα στο σπίτι και μαγνητοσκοπούσε τις τελευταίες στιγμές, τις δικές μας τελευταίες στιγμές μέσα σε αυτό το σπίτι. Σε γρήγορη κίνηση το πέρα δώθε για το κατευόδιο των πραγμάτων και προς το τέλος, σε πολύ αργή, άκρως βασανιστική, το χέρι μου να σβήνει το φώς, βυθίζεται το σπίτι στο σκοτάδι και μετά μόνο ήχοι, κανένα σημείο ζωής, η πόρτα που κλείνει, το κλειδί να γυρίζει στην κλειδαριά και τίτλοι τέλους. Εδώ έζησαν αυτός κι αυτή, την κάνουν γιατί έτσι και έτσι, κλάμα, στεναχώρια, κακό.

Αλλά αυτά γίνονται μόνο στις ταινίες. Από τους οκτώ διακόπτες δίπλα στην πόρτα, ποτέ μα ποτέ δεν κατάφερα, στα 4 χρόνια, να πετύχω αυτόν που ήθελα. Η σκηνή θα έπρεπε να γυριστεί ξανά και ξανά και εγώ θα χαλούσα το στενάχωρο της υπόθεσης, γιατί όπως κάθε φορά θα γελούσα μόνη μου και θα μουρμούριζα «έλα μπορείς, μια φορά θα το πετύχεις». Άσε που ήταν πρωί και δεν είχαμε ανοίξει καν φως. Οι κουρτίνες κατεβασμένες, το σπίτι όλο αντανακλούσε το φως του ήλιου στους φρεσκοβαμμένους λευκούς τοίχους. Μας αποχαιρετούσε με φως και αυτό ήταν καλό. Πολύ καλό. Κλείνοντας την πόρτα θα τα έκανα πάλι μαντάρα. Θα κλείδωνα μια φορά, μετά ακόμα μια. Μετά θα ξεκλείδωνα τη μια. Μετά θα ξανακλείδωνα. Απλό κουσούρι. Στο τέλος θα ξεκλείδωνα μια και καλή, θα έμπαινα μέσα και θα φαινόμουν να πλησιάζω την κάμερα. Θα έχωνα το πρόσωπό μου μπροστά στο φακό και θα έβγαζα τη γλώσσα ή θα έκανα το θλιμμένο ψάρι (που είναι αδύνατο να το περιγράψω, πρέπει απλά να το δεις), πριν πατήσω το stop. Φιάσκο.

Δύο σπίτια στη φοιτητική ζωή, δύο στην πρώτη επαγγελματική μου απόπειρα και ένα αυτό. Τον περισσότερο καιρό από αυτόν που έμενα σε αυτά, δεν τα ένιωσα ποτέ «σαν το σπίτι μου». Δεν ξέρω αν υπάρχει κάποιος ιδιαίτερος λόγος, απλά δεν τα ένιωσα. Όλα μεταξύ τους ακραία διαφορετικά, τίποτα κοινό, που τα μίσησα για τελείως διαφορετικούς λόγους. Υπήρχαν όμως στιγμές, που τα αγαπούσα και τα έκανα δικά μου, όσο τίποτα, όλα, για τις ίδιες ανύπαρκτες αιτίες και αφορμές. Και δε μου φαινόταν ούτε από τον τρόπου που τα καθάριζα, ούτε που τα στόλιζα, ούτε από το πόσο συχνά είχα δικούς μου που φιλοξενούσα για φαγητό ή ύπνο. Μου φαινόταν μόνο τις στιγμές που άνοιγα την πόρτα και μπαίνοντας χαμογελούσα στα έπιπλα και στο χώρο λέγοντας «γεια σου μπουρδελάκι».

Δεν είμαστε ούτε γάστρες, ούτε γλάστρες, όσο και αν θέλουμε να δενόμαστε με πράγματα για να νιώθουμε ότι κάπου ανήκουμε. Ανήκουμε στον εαυτό μας, όπως βγαίνουμε μετά από ένα καυτό μπάνιο, χωρίς το μπάνιο, χωρίς την πετσέτα που θα μας στεγνώσει. Γυμνοί, καυτοί, βρεγμένοι. Στον εαυτό μας και σε κάνα δύο άλλους που κουβαλάμε μέσα μας.


Γιούργια ρε. Για το επόμενο μπουρδελάκι. Μόνο με το μπουρδέλο που κουβαλάμε μέσα μας και τις πουτάνες του, που με τόσο κόπο συντηρούμε. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου