Παρασκευή, 28 Φεβρουαρίου 2014

βαρώντας σκοπιές

Τα πιο πετυχημένα γίνονται στα τελειώματα. Εκεί που λες, πάει, περνάει και αυτό, εκεί σου τη φέρνει. Σαν να χύνεις τον ελληνικό λίγο πριν τον ακουμπήσεις στο τραπεζάκι.

Έτσι με έβαλε η μάνα μου στη δουλειά. Με έστελνε να σερβίρω τους ελληνικούς. Με το χέρι, χωρίς δίσκο, αφού είχα πάει σε μια δόση το νερό και στην άλλη το γλυκό του κουταλιού. Η τρίτη ήταν ο καφές. Είχα διανύσει κουζίνα, διάδρομο, τραπεζαρία και είχα βγει στη βεράντα. Και λίγο πριν αφήσω το φλιτζανάκι με το πιατάκι στο τραπέζι, εκεί που έσκαγα τα χαμόγελα στον παππού εκεί έσκαγε και η σωστή μία φουσκάλα και από τις αναταράξεις πήγαινε το καϊμάκι χαμένο μαζί με το χαμόγελο στο πιατάκι. Το «λεφτά θα πάρετε», δεν με έσωσε πολλές φορές από τις αποδοκιμαστικές ματιές των μερακλήδων.

Και τα πιο πετυχημένα δε μιλάνε. Πάνε με τη σιωπή. Και το καταλαβαίνεις ότι όντως κάτι δεν πάει καθόλου καλά, όταν είστε δύο μπροστά από την τηλεόραση και βλέπετε διαφημίσεις. Ζάπινγκ για όπου έχει διαφημίσεις. Αλλού το μυαλό, αλλά εκεί. Καμία άλλη κουβέντα δε χωρά ανάμεσά σας. Μόνο τοστόψωμα έτσι, τοστόψωμα αλλιώς, κινητές και σταθερές τηλεφωνίες, κινητά και αυτοκίνητα, kinder εκπλήξεις και κουπάτος ελληνικός χωρίς πιατάκι να μη βρει πού να σταθεί άμα χυθεί. 

2,30 στο κρεβάτι ξύπνιοι και οι δύο ψεύτες. Τα στομάχια ψιθυρίζουν χωνεύοντας τη μακαρονάδα που τους στείλαμε κάτι ώρες πριν. Κατά τα άλλα κοροϊδευόμαστε με το χειρότερο τρόπο ότι κοιμόμαστε, βάζοντας αργά αέρα από τη μύτη και βγάζοντάς τον από το στόμα όσο πιο αθόρυβα γίνεται. Κακός θεατρινισμός, αφού και οι δύο ξέρουμε με ακρίβεια κυβικού χιλιοστού αέρα την ανάσα του άλλου όταν κοιμάται.

- Κοιμήσου. Προσέχω εγώ.

- Τι προσέχεις;

- Σήμερα φυλάω σκοπιά εγώ. Κοιμήσου εσύ.

Σιωπηλή συμφωνία και προσπάθεια για ύπνο. Κάνα δεκάλεπτο μόνο.

- Τιιιιιιιιι λέει; τολμά ο ένας γεμάτος όρεξη για κουβέντα
- Τίποτα. Κόβει ο άλλος τον αέρα.

Στο δεκάλεπτο πάνω, τα ίδια αλλά αντίστροφα.

- Αυτάαααααα, δοκιμάζει τώρα ο άλλος.
- Αυτά. Απειλεί ο ένας.

Πρέπει να κρατηθεί μια ισορροπία.

Γύρω στις 4 έχουμε κοιμηθεί. Τουλάχιστον βγάλαμε μαζί το γερμανικό νούμερο.

Μέχρι τις 7 η σκοπιά αφύλαχτη. Τουλάχιστον την αφήσαμε αφύλαχτη μαζί. Εκεί είναι που γίνεται και η έφοδος, με το κινητό να χτυπάει μέσα στα κοιμισμένα μου αυτιά. Κινητό στις 7 το πρωί αν δεν είναι η μάνα σου να σου πει χρόνια πολλά δεν είναι για καλό.

- Να φύγουμε θέλω. Θα αρρωστήσουμε.

- Δεν θα αρρωστήσουμε.

-Δεν θέλω να αρρωστήσουμε, να ζήσουμε θέλω. Έστω και με λίγο ελληνικό χυμένο στο πιατάκι και ένα βρακί δικό μας γαμώτο. Ένα βρακί πλύνε βάλε. 

2 σχόλια: