Σάββατο, 15 Φεβρουαρίου 2014

"ας έρθει, ας κοπιάσει, ο αναμάρτητος"

Ο διάδρομος σκοτεινός, φως μόνο στην αρχή και στο τέλος του. Η οροφή εκατοστά από το κεφάλι σου να σε κάνει να αναρωτιέσαι πού περπατάς, πού είναι το ταβάνι και πού το πάτωμα.

Ξέρετε τι ώρα είναι; Δύο και πέντε.

Δύο νεαροί, από 22 μέχρι βαριά 25, έχουν γυρίσει το σώμα τους προς το παράθυρο μα δεν κοιτάνε έξω από αυτό, αλλά κάτω στο πλαστικό πάτωμα.

Δευτερόλεπτα πριν τους είχε φτύσει μια δίφυλλη μπλε πόρτα με την ένδειξη «απαγορεύεται η είσοδος».

Το επισκεπτήριο ήταν 1:30 με 2:00. Το ξέρετε ότι ίσως ήταν η τελευταία φορά που θα βλέπατε τη μάνα σας;

Εγώ φταίω, είπε ο μεγαλύτερος.

Κάθε επόμενη φορά που ένας από τους δύο πήγαινε να ανοίξει το στόμα του, εκείνος τους το έκοβε με το δείκτη του δεξιού χεριού.

Να πω κάτι. Μόνο αυτό. Τόλμησε μετά από λίγο ο νεότερος. Να τα πούμε όταν θα βγούμε από όλο αυτό.

Πλησίασα και του είπα να σταματήσει. Αν συμβεί κάτι θα μετανιώσει τις λέξεις που είπε. Θα τους έφταναν οι τύψεις τους, δε χρειάζονταν και τις κατηγορίες του. Και εξάλλου εκείνη δεν θα ήθελε να τους δει έτσι.

Ψέματα. Δεν πλησίασα.

-

Κατεβαίνοντας τη μαρμάρινη σκάλα, στο δεξί τοιχάκι της βάσης της στηριζόταν ένα πλάσμα που δεν ξεχώριζες το φύλο του. Γκρι πουλόβερ, ξεβαμμένο τζιν, κοντά γκρίζα μαλλιά και πολύ ψιλή φωνή. Τα χέρια στις τσέπες, το πρόσωπο στον ουρανό και τραγουδούσε ξανά και ξανά.

Ας έρθει, ας κοπιάσει, ο αναμάρτητος.  

Πλησίασα και του είπα να φύγει από εκεί. Να πάει να πει το τραγούδι του έξω από την εντατική στα αυτιά εκείνου που μάλωνε τους γιούς του.

Ψέματα. Δεν πλησίασα.

-

Καθένας μας είναι φτιαγμένος να κουβαλάει τα δικά του λάθη, τις δικές του αμαρτίες. Μερικοί από εμάς δεν αντέχουμε καν τους σωτήρες δίπλα μας.


Όπως και να έχει μερικά πράγματα είναι πιο σημαντικά από κάποια άλλα. Και διαπιστώνεις ότι η ψυχή σου μπορεί να βγει πιο ελαφριά από ότι μπήκε, μετρώντας ακριβώς τις ίδιες αμαρτίες στην έξοδο με αυτές στην είσοδο. 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου