Δευτέρα, 24 Φεβρουαρίου 2014

από τις σκάλες πονάει πιο πολύ, από τις σκάλες

Ο πιο έξυπνος από τους δύο πέταξε την ιδέα να βρεθούν πριν φύγει. Σπίτι του.

- Έλα, θα το κάνουμε όπως στις ταινίες, πολιτισμένα. Ξεκόλλα. Θα φέρω καφέ απέξω και μια χάρτινη σακούλα με ζεστά κρουασάν. Επειδή όμως δεν είναι και όλος ο υπόλοιπος κόσμος όπως στις ταινίες, αντί για κρουασάν θα φέρω μερικά τυροπιτάκια και ζαμπονοτυροπιτάκια από το φούρνο στη γωνία σε νάιλον σακούλα και ας ελπίσουμε να είναι της ημέρας.

- Κάνε αναπάντητη πριν πατήσεις στο πλατύσκαλο. Ανέβα στον τρίτο και κατέβα έναν όροφο με τα πόδια. Όπως συνήθιζες να κάνεις εξάλλου, φρόντιζες να προσθέτεις για να μπορείς να αφαιρείς, είπε στο κλείσιμο.

Η μυρωδιά από την υγρασία και τη μούχλα στο υπόγειο έφτανε οριακά στους δυόμιση ορόφους συν το ύψος της. Ένιωσε να γλιστράει στα ρουθούνια της και κάτω από τις πόρτες τους. Από τον τρίτο στο δεύτερο της έπεσε η σακούλα και κατέβηκε αυτόνομα μερικά σκαλιά.

Στις ταινίες δεν προλαβαίνεις να χτυπήσεις. Έτσι και εδώ. Με το ένα άνοιγε την πόρτα και στεκόταν στο πλάι, με το άλλο τεντωμένο και το τηλεκοντρόλ στο τελείωμά του με ένα δάχτυλο να πατάει το mute.

Στην τηλεόραση η Ουκρανία καίγεται. Όχι όπως στις ταινίες. Όπως στην πραγματικότητα. Και καλύτερα.

- Είχα πάει σε ένα γάμο πριν κάτι μέρες. Κάτι πιτσιρίκια στο προαύλιο κοροϊδεύονταν. «Ο Ζουμής θέλει να παντρευτεί μια Ουκρανή χορεύτρια να του κάνει στριπτίζ».

- Από τον πιο μικρό έως τον πιο μεγάλο, στον υπέροχο κόσμο μας.

Και αυτός μαζί. Στον κόσμο του. Πριν κάτι μήνες της έγραφε «όλα τα αντέχω, τους απλήρωτους λογαριασμούς, τα χαράτσια, τα δάνεια, να είμαι χωρίς εσένα δεν αντέχω». Τώρα την κοιτούσε και την έβλεπε στην πλάτη του καναπέ πίσω της και ολόκληρος έλεγε, «τι να σου εξηγώ τώρα και εσένα, λες και σε ενδιαφέρει ό,τι γίνεται μακριά απ’ το σώμα σου»

- Τι σε πονάει πιο πολύ;

- Χαζούλα, τι ερώτηση είναι αυτή;

- Πες ρε. Δεν είναι τόσο δύσκολο.

- Αυτή τη στιγμή τίποτα.

Τα σφολιατοειδή στη σακούλα ζεσταίνονταν άθικτα, αφού τα είχε κουβαλήσει παγωμένα, και με στραπατσαρισμένες τις πρώτες στρώσεις φύλλων από την πτώση στα σκαλιά.

Σιωπή. Μια πόρτα έξω στο διάδρομο άνοιξε, ύστερα έκλεισε και την πόρτα του ασανσέρ ακολούθησε ο πνιχτός ήχος από τα συρματόσχοινα που το κατέβασαν στο ισόγειο.
  
- Να έφευγα;

- Μείνε ρε, να μοιραστούμε λίγη σιωπή.

Γέλασαν. Δεν την έλεγε ποτέ ρε. Τα σαρανταπέντε του και τα δεκαπέντε μείον από αυτά, δικά της, δεν το επέτρεπαν. Μόλις είχε σηκώσει τον καφέ στα χέρια της και με το αυθόρμητο χαμόγελο τράβηξε τα χείλη πιο νωρίς από το πλαστικό ποτήρι και λίγο υγρό έσταξε μέσα στην παλάμη της. Σηκώθηκε γλείφοντας το εσωτερικό του χεριού της και κατευθύνθηκε προς το νεροχύτη της κουζίνας, χαμογελώντας ακόμα.

- Ποτήρι για νερό από πού παίρνω;

Εκείνος στεκόταν ήδη πίσω της. Έβαλε τα χέρια του κάτω από τη βρύση, πέρασε τα δάχτυλά του από τα χείλη της και μετά έβαλε δύο από αυτά μέσα στο στόμα της και ακούμπησε τη γλώσσα της.

- Πιες, ψιθύρισε και άρχισε να τη φιλάει στο λαιμό.


Έκλεισε και άνοιξε με κόπο τα μάτια της. Απέναντί της, πίσω από το αμμοβολισμένο τζάμι στο παράθυρο, ενάμιση μέτρο μετά το φωταγωγό μια άλλη μορφή, πίσω από ένα άλλο αμμοβολισμένο τζάμι. «Δεν ήρθα γι΄αυτό, γαμώτο». Φώναζε μέσα της, μα κανένας ήχος δεν ήταν ικανός να το παραδεχτεί έξω της.



Λίγα λεπτά αργότερα στεκόταν γυμνή, όρθια μπροστά από τη μπαλκονόπορτα του σαλονιού. Έδενε τα μαλλιά της με το λαστιχάκι που κρατούσε ο καρπός της και με τον καθρέφτη που δημιουργούσαν το λίγο φως και τα κατεβασμένα ρολά, τον έβλεπε να απομακρύνεται στο διάδρομο, μέχρι να στρίψει στο μπάνιο. Ντύθηκε άπλυτη.

Εκείνος άφηνε νερό και λέξεις που δεν κατάφερε να πει να ξεπλύνουν τα υγρά τους. «Δεν σε ήθελα γι’ αυτό εδώ, γαμώτο».

- Τη δεύτερη Κυριακή φεύγω. Και φάε και κανένα τυροπιτάκι. Για σένα τα έφερα, ξέρω ότι τα σιχαίνεσαι.

- Από τις σκάλες μικρή. Από τις σκάλες. Το νου σου.

Έκλεισε την πόρτα και κόλλησε στο ματάκι να τη δει να φεύγει. Εκείνη έφυγε γιατί ήξερε ότι είχε κολλήσει στο ματάκι να τη δει να φεύγει.


Το κενό που θα μου άφηνες μετά από αυτό. Αυτό πονούσε πιο πολύ. Αυτό πονάει πιο πολύ. 


8 σχόλια:

  1. Έκλεισε την πόρτα και κόλλησε στο ματάκι να τη δει να φεύγει. Εκείνη έφυγε γιατί ήξερε ότι είχε κολλήσει στο ματάκι να τη δει να φεύγει... !!!!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ναι. Λες και στάθηκε αυτό τρόπος για να πεισθούν κι οι δύο.

      Διαγραφή