Τρίτη, 11 Φεβρουαρίου 2014

με τη μαρμελάδα στο πάτωμα

Στα μαύρα πλακάκια οκλαδόν. Στο δεξί καλάμι κάτι κόκκινες σταγόνες, δεν ξεχώριζε αν ήταν αίμα που βγήκε από το κόψιμο με τα γυαλιά ή μαρμελάδα φράουλα. Κόκκινες πιτσιλιές συμπλήρωναν τα κενά που άφηναν να τριανταφυλλάκια στο μαύρο φόρεμα. Κοίταζε μα δεν έβλεπε. Θρύψαλα το βάζο και ανακατεμένη μαρμελάδα φράουλα με μαύρα πλακάκια και διάφανα μικρά γυαλάκια. Μια μουτζούρα γεύσης στον καμβά.

*

Στην αποθήκη μέσα στα πεύκα, στο πίσω μέρος της αυλής, εκείνη που φαινόταν μόνο από το παράθυρο της κουζίνας πάνω από το νεροχύτη, εκεί που κρατούσαν το λάδι, τις ελιές, τα παστά και το κρασί, κάτω από τις σκιές, μέσα στην υγρασία, εκεί αποφάσισαν να κρύψουν τη μαρμελάδα φράουλα. Στο πιο ψηλό ράφι, πίσω από άλλα βάζα με περίεργα περιεχόμενα.

Στα κλεφτά μπήκαν στην κουζίνα της μάνας της. Στα κλεφτά την άρπαξαν, όταν το βάζο ήταν γυρισμένο ανάποδα, καυτό ακόμα. Στα κλεφτά έτρεξαν στην αποθήκη στο πίσω μέρος της αυλής, αλλάζοντας χέρια όταν το κάψιμο γινόταν ανυπόφορο για τις παλάμες. Στα κλεφτά την ανέβασε στην ξύλινη καρέκλα με τα τρία πόδια και τη μισοσκισμένη ψάθα και την κρατούσε σφιχτά -και τη μικρή και την καρέκλα- μέχρι να τεντώσει τα χέρια της να κρύψει τη μαρμελάδα φράουλα.

Συνήθιζαν να συναντιούνται κρυφά στην αποθήκη. Την κρατούσε για να κατεβάσει το βάζο, μέχρι που δε χρειαζόταν να ανεβαίνει πια στην καρέκλα. Σηκωνόταν στις μύτες των ποδιών της, έγερνε μπροστά, στηριζόταν με το ένα χέρι στο πρώτο ράφι, τέντωνε το άλλο, με τα δάχτυλα έσπρωχνε προς τα έξω το βάζο, μέχρι που το έκλεινε στην παλάμη της. Όλη αυτή την ώρα εκείνος έτρεχε με το βλέμμα του τα ακροδάχτυλα των ποδιών, τις σφιγμένες γάμπες, έναν έναν τους σπονδύλους στην πλάτη της, τη χαράδρα που σχηματιζόταν στη μασχάλη της, το τεντωμένo χέρι και κατέληγε στα δάχτυλα του δεξιού της χεριού.

Μόλις εκείνη γυρνούσε, έκανε πως κοιτούσε αλλού. Γελούσε πονηρά και έκρυβε το βάζο πίσω από την πλάτη της προκαλώντας τον «Διάλεξε, δεξί ή αριστερό;». Την πλησίαζε αργά, μισοκλείνοντας τα μάτια, τύλιγε τα χέρια του γύρω της, μα δεν την ακουμπούσε πουθενά, μόνο τη φιλούσε απαλά στα χείλη, ελευθερώνοντας το βάζο πίσω από την πλάτη της ψιθυρίζοντας «το φιλί σου μυρίζει μαρμελάδα φράουλα». Και εκείνη γκρίνιαζε ημιλιπόθυμη από τη μη επαφή, «μα δεν έφαγα ακόμα».

Την ξάπλωνε, την έγδυνε, ανάμεσα στα πιθάρια με το λάδι, κάτω από τις κρεμασμένες ανάποδα για να ξεραθούν ρίγανες, έχωνε το δάχτυλο μέσα στο βάζο και ακουμπούσε λίγο μαρμελάδα φράουλα πάνω στο κορμί της. Στις άκρες των χειλιών της, στο λακκάκι στο λαιμό, στην ελιά δίπλα από τον αφαλό της, στους καρπούς των χεριών της, πίσω από τα γόνατα. Πρώτα έγλειφε το δάχτυλο του και μετά κάθε σημείο του κορμιού της που είχε μαρμελάδα φράουλα.

Εκείνος έμενε κατάκοπος από τις γεύσεις στο τσιμεντένιο δάπεδο και εκείνη όρθια να επιδεικνύει τη γύμνια της και να αφήνει το λιγοστό φως από της χαραμάδες να παίζει περίεργα παιχνίδια στο σώμα της, που τον ξελίγωναν πιο πολύ και από τη μαρμελάδα. Κρατούσε το βάζο και έκανε πως της πέφτει. Άτσαλα, παιδικά στην αρχή και εκείνος χαμογελούσε με τη βλακεία της. Αργότερα, κατάφερε να πείθει ότι η πτώση θα ήταν αληθινή και εκείνος ανασηκωνόταν τρομαγμένος σε κάθε κίνησή της. Τρεις τέσσερις φορές τον ρώτησε «άμα το ρίξω θα το πιάσεις;», «δεν θα το έκανες», «μη με προκαλείς» του απαντούσε και τις δύο από τις τέσσερις φορές, πριν καν ολοκληρώσει τη φράση της είχε σηκώσει ψηλά το χέρι και άφηνε το βάζο στο κενό. Βουτούσε και το έπιανε αυτός μπροστά στα γόνατά της. «Την επόμενη θα το αφήσω να σπάσει» γρύλιζε. Μα στη θέα των ποδιών της ξεχνούσε το θυμό και τον πανικό του. Εκείνη φάνταζε από τόσο χαμηλά, πανύψηλη, άπιαστη και αυτός μπορούσε να στέκεται στα πόδια της και αυτό αρκούσε. Άνοιγε το βάζο και ακουμπούσε λίγη μαρμελάδα φράουλα στο εσωτερικό των μηρών της. Έγλειφε το δάχτυλο του και μετά έχωνε το κεφάλι του εκεί ανάμεσα.




«Δεν έρχεσαι πια στην αποθήκη»

«Μα έχει μείνει μόνο ένα δάχτυλο από τη μαρμελάδα» τον κορόιδευε.

«Γι’ αυτό το ένα δάχτυλο, έπρεπε να έρχεσαι»

«Την έφερα στο σπίτι. Διάλεξε. Δεξί ή αριστερό;»

«Διάλεξε εσύ, δεν παίζω άλλο»

«Κοίτα. Θα μου πέσει».

Διάλεξε χέρι μόνη της και χαμογελώντας το σήκωσε ψηλά. Άφησε το βάζο να πέσει και έμεινε χωρίς να κατεβάσει το χέρι περιμένοντας να τον δει στα γόνατά της. Εκείνος καρφωμένος να κοιτά χωρίς να κουνήσει ούτε τα μάτια του.

Το βάζο έγινε θρύψαλα στα μαύρα πλακάκια του σπιτιού και το πάτωμα γέμισε μαρμελάδα φράουλα.

«Μπορείς να σκύψεις τώρα, να γλείψεις και εσύ. Πίστεψέ με, δεν έχει διαφορά στη γεύση ή στην υφή. Γυαλιά είχε μέσα στο βάζο και πριν το σπάσεις.»

Γύρισε και έφυγε. Εκείνη κάθισε οκλαδόν δίπλα από τα κομμάτια της.

*

«Θα μείνω να γλείφω το ένα δάχτυλο μαρμελάδα φράουλα από το πάτωμα μαζί με τα γυαλιά, αφού πίστεψες ότι τόσο καιρό μόνος σου δοκίμαζες. Κοίτα μόνο να έχεις χορτάσει στα αλήθεια, γιατί πάλι μαζί θα βάζουμε τις γλώσσες μας στο πάτωμα.»


2 σχόλια:

  1. ωραίες εικόνες. για κάποια στιγμή νόμισα πως είχα μαρμελάδα φράουλα δίπλα μου. τη μυρισα προσπαθώ να σκεφτώ αλλά δε θυμάμαι να χω δοκιμάσει ποτε...εμάς στο σπιτι μας όταν ειμασταν μικροι κυκλοφορουσε μονο βερυκοκο

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Και εγώ έτσι νιώθω στιγμές, ότι έχω μαρμελάδα φράουλα στο στόμα μου. Μια χαρά είναι όμως και το βερίκοκο :)

      Διαγραφή