Παρασκευή, 7 Μαρτίου 2014

είπα; δεν είπα

Κατεβήκαμε τη σκάλα μαζί. Με τη μεγάλη της ξαδέρφης μου. Τη μεγάλωσα στα πιο γλυκά της, με μεγάλωσε στα πιο έντονά μου. Τώρα είναι εννιά. Θα πήγαινε προπόνηση και εγώ θα πήγαινα να δω μια θεία. Πριν κάνω αριστερά και εκείνη δεξιά με αγκάλιασε, με φίλησε στο λαιμό και εγώ στο μέτωπο.

- Γεια Μαρίααααα, της φώναξα αφού γυρίσαμε τις πλάτες.

- Γεια μικρήηηηη, απάντησε. Και εκείνη μικρή με λέει. Έτσι με έμαθε, έτσι συνεχίζει μαζί με όλους του άλλους.

-Τα λέμεεεεε Μαρίαααα.

-Την επόμενη μικρή! Να μην αργήσεις ξανά τόσο πολύ να έρθεις να μας δεις.

Σχεδόν είκοσι μέτρα μακριά οι πλάτες μας και ακόμα φωνάζαμε. Δε γύρισα να την κοιτάξω. Δε γύρισε και αυτή.

Δεν της απάντησα.

_


Την αγκάλιασα σφιχτά και δεν την άφηνα. Μύριζα το λαιμό της. Με μεγάλωσε στα πιο γλυκά μου, τη μεγάλωσα στα πιο δύσκολά της. Λίγο πριν μου είχε πετάξει πενήντα ευρώ στο τραπέζι. Πενήντα ευρώ διπλωμένα τρείς φορές καλά και μια τέταρτη που είχε μείνει στην προσπάθεια. Πενήντα ευρώ για ένα τσαμπί μπανάνες και ένα μικρό σακουλάκι ελληνικό καφέ.

-Ρε γιαγιά; Πας καλά;

-Πάρτα. Πληρώθηκα εγώ εχθές, να μη σε νοιάζει.

Με βλέπει που δυσανασχετώ και τα παίρνει να τα σφηνώσει στην καθιστή μου τσέπη.

-Το νου σου ρε γιαγιά. Το νου σου.

-Έλα τι έπαθες. Αφού θα έρθετε το Πάσχα.

Το νου σου ήθελα να την απειλήσω να μην είναι η τελευταία φορά που τη βλέπω έτσι, γιατί όλο και με ενημερώνει ότι κουράστηκε και δεν μπορεί.

Δεν της απάντησα.

_


Ξέρω το έκρυψα. Δεν θα πάω το Πάσχα. Θα αργήσω να τους δω. Μα ψέματα δεν είπα.

Πήρα δέκα αυγά, δυο φρατζόλες ζυμωτό ψωμί και λεμονάδες χειροποίητες.

-Θα τα πάρεις;

-Θα τα πάρω.

Τα πήρα από το σπίτι τους. Μαζί μου δεν τα παίρνω. Μα ψέματα δεν είπα.

Είπα;


Δεν είπα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου