Τρίτη, 13 Μαΐου 2014

και οι βουτιές με το κεφάλι

Στο Ρίχτη έφταναν τα καραβάκια και φόρτωναν κάρβουνα. Από τη μέσα μεριά.

Στο Ρίχτη έφτανα και εγώ και έκανα βουτιές. Από την έξω μεριά.

Όχι πάνω από τα σίδερα. Από κάτω στο τσιμεντάκι. Με ένα σκοινί σκαρφάλωνα τη θάλασσα. Σκοινί χοντρό σαν κάβο, αυτό που δένουν τα καράβια. Αυτό που μόνο μου λεγε ο πατέρας μου να το προσέχω.

Μακριά από τον κάβο όταν δένει το καράβι και όπου θέλεις πήγαινε.

Μισοί φτάναμε κολυμπώντας. Μισοί τρέχοντας με τα πόδια να πατάνε στις μύτες τα καυτά βότσαλα που ξεπρόβαλαν από το τσιμέντο. Σαν αναστενάρηδες χωρίς τα κάρβουνα και με μαγιό.

Από τα ρηχά ο μόλος είχε βράχους με ονόματα.



Ο πρώτος. Για να ξεπλένεις τα πόδια σου από την άμμο φεύγοντας και να φοράς τις σαγιονάρες.

Ο δεύτερος και ο τρίτος ένα σώμα. Για τις γιαγιάδες και τους παππούδες. Μέχρι το γόνατο νερό, μετά θα έβρεχαν τους ώμους και το στήθος τους με χούφτες απ’ τα χέρια τους.

Ο τέταρτος για μια οικογένεια και τα μισά απ’ τα πράγματά τους. Οριακά πάτωναν τα δεκάχρονα.

Ο πέμπτος και ο έκτος, δίπλα δίπλα, ανισόσταθμα. Συνήθως άδειοι γιατί δεν είχαν πρόσβαση καλή.

Ο όγδοος. Δικός μας. Στα από 17 έως 20 χρονών. Στο 2,20 το νερό. Για βουτιές και μόνο. Με το κεφάλι, με τα πόδια, μπόμπες. Με τις κοιλιές, τις πλάτες και τα άουτς που πήγαιναν μαζί. Με βαθμολογία. Θυμάμαι τον αδερφό μου να παίρνει φόρα και στον αέρα να χτυπά παλαμάκια, μετά τα μπούτια με τα δύο του χέρια, να τα τεντώνει μπροστά και να πέφτει με το κεφάλι.

7, γύρισαν τα πόδια σου πέφτοντας, πέταξες νερά. Άλλος.

Πιο κει ο Αλέξης μετρούσε πατητές στο κεφάλι της Τζένης. Πενήντα ακατέβατες.

Σαν το παιχνίδι με τους πιγκουίνους ήμασταν. Στη σειρά να ανέβουμε, μα δεν είχε σκάλες, και μετά να πέφτουμε, όχι από την τσουλήθρα.


Και όταν βαριόμασταν στα ρηχά φεύγαμε για το Ρίχτη. Και όταν βαριόμασταν το Ρίχτη φεύγαμε για το φάρο. Να πάμε από τον πράσινο στον κόκκινο ποτέ δεν καταφέραμε και ας θέλαμε. Μέχρι τα μισά σχεδόν και πάλι πίσω βλέποντας από μακριά μια τράτα, ένα καΐκι ή το καράβι.  

Θυμάμαι μια φορά που έκανα τόσο καλή βουτιά με το κεφάλι από το Ρίχτη, τόσο κατακόρυφη, χωρίς ούτε μια σταγόνα να πετάξω, μου είπανε μετά, και έφτασα τόσο βαθιά που ανεβαίνοντας χτύπησα δεξιά το κόκαλο της λεκάνης μου σε ένα βράχο. Ένιωσα την ανάσα μου να κόβεται, την ήδη κρατημένη απ’ τη βουτιά καθώς συμμάζευα το πάνω και το κάτω απ’ το μαγιό μου. Βγήκα στην επιφάνεια και πήρα μια απ’ της καλύτερες βαθιές ανάσες μου. Μετά καθώς ανέβαινα από το σκοινί για την επόμενη, είδα σταγόνες αίμα να ποτίζουν τη θάλασσα. Ήθελα να το ‘χω αυτό το σημάδι ακόμα, μα θυμάμαι την ανάσα και αρκεί.

Κάτι άλλες απ’ τον όγδοο, έβγαινα με τα μαλλιά γεμάτα άμμο και μια ελαφρά ζαλούρα, γιατί δεν ένιωσα να γυρίσω τα χέρια μου νωρίς και έσκαγα στο 2,20 με φόρα. 

Ακόμα, αν βρω κάπου ψηλά, θα ανέβω για να πέσω. Με το κεφάλι. Βουτιά. Και ας βγω με άμμο στα μαλλιά και σημάδια στο σώμα μου. Την ανάσα μετά από αυτό θα τη θυμάμαι πάντα. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου