Παρασκευή, 23 Μαΐου 2014

αφύπνιση και αναβολή

Κάποιος είχε ξεχάσει τα στόρια ανοιχτά και σίγουρα ήταν ο ίδιος. Το μαξιλάρι όρθιο στο προσκεφάλι τιμωρία μπας και γλιτώσει τον πονοκέφαλο των τελευταίων ημερών. Το δεξί του μάγουλο ένα με το εφηβικό του στρώμα. Ένα καλοκαιρινό πάπλωμα μπερδεμένο μισό στα πόδια του, μισό στο πάτωμα. Όσο μπορούσε να θυμηθεί, ξάπλωσε με φανελάκι και τώρα ένιωθε πάνω του μόνο το μποξεράκι.

Έκανε να ανοίξει τα μάτια του. Το ένα έμεινε στριμωγμένο και κλειστό ανάμεσα μύτη σεντόνι. Το άλλο ανοιχτό στα τρία τέταρτα την είδε όρθια μπροστά από το παράθυρο. Το φως που έμπαινε και κατάφερνε να διαπεράσει την κουρτίνα, την έκανε μαύρο περίγραμμα, στεφανωμένο θολό πρωινό φως σε θολό πρωινό μάτι.

Δευτερόλεπτα μετά, χωρίς να το ανοιγοκλείσει άρχισε να βλέπει με λίγο φως μέσα από το μαύρο περίγραμμα του κορμιού της. Έχει μαζέψει τα μαλλιά της σαν να ετοιμαζόταν να τα δέσει, αλλά τα κράτησε στη χούφτα του ενός χεριού. Πέρασε το άλλο στο σβέρκο της και άρχισε να τον χαϊδεύει περνώντας το λίγο μπροστά στο λαιμό της και γέρνοντας το κεφάλι απ’ την αντίθετη. Χάδι μασάζ, περνούσε τα δάχτυλα πιέζοντας τον εαυτό της. Περίμενε να πάρει το χέρι της από το σβέρκο και άρχισε να μετράει σπονδύλους στην πλάτη της. Τους έβγαλε τόσους, όσους την τελευταία φορά που τους μέτρησε. Έφτασε στη μέση της και ένιωσε να λαχανιάζει ανεβαίνοντας στους γλουτούς της. Έμεινε λίγο στις ατέλειές της και διαπίστωσε ότι όντως πάχυνε λιγάκι, τόσο μόνο ώστε να την αφήνει να γκρινιάζει γλυκά. Έχωσε το βλέμμα του ανάμεσα στα πόδια της, καθόλου φως δεν κατάφερνε να φωτίσει το μικρό κενό που άφηναν ενωμένα. Ήθελε να γινόταν από εκεί να μπορεί να μπει ολόκληρος μέσα της.

Προσπάθησε να ανοίξει το υπόλοιπο ένα τέταρτο από το ελεύθερό του μάτι, γαμώτο να σε δω καλύτερα, μα δεν τα κατάφερε. Έκλεισε και αυτό. Έστριψε και έτριψε το πρόσωπό του στο στρώμα, ανασηκώθηκε στους αγκώνες και άνοιξε να τη δει ξανά, μα δεν ήταν εκεί.

Έπρεπε να είναι Μάιος στην εποχή και όχι μόνο στα χαρτιά. Την προηγούμενη όμως έκανε ανυπόφορη ζέστη, ενώ από την πιο προηγούμενη το μπουφάν του ακόμα στην πλάτη της καρέκλας. Έπρεπε εκείνη να είναι εκεί. Εχθές τη θυμάται να μοιράζεται το μονό του κρεβάτι, να ανεβάζει τα στόρια, να ανοίγει το παράθυρο στις τέσσερις τα ξημερώματα, να παίρνει το τασάκι από το δωμάτιο, να απομακρύνει τα κουτάκια από τις μπύρες να μην της μυρίζουν.

Θυμάται και το μήνυμα κάτι μέρες πριν.

Έρχομαι. Αύριο.

Το κινητό άρχισε να χτυπά, να του ζητά να σηκωθεί. Πάτησε αναβολή και άνοιξε το φάκελο με τα εισερχόμενα.

Θα αργήσω πολύ να έρθω.

Αναβολή και το κινητό βρέθηκε στη γωνία του τοίχου με το πάτωμα κάτω από το παράθυρο. Κομμάτια στο σοβατεπί. Εκεί που έπρεπε να είναι τα πόδια της. 

Τι διάολο κάνεις κάθε στιγμή στο κεφάλι μου...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου