Κυριακή, 4 Μαΐου 2014

σαν τα καπάκια στην άσφαλτο


Κάπου εδώ ήταν που ξεκινούσε. Τα βράδια της Παρασκευής γύρω στις 8.

Πάω στο μαγαζί.

Πάρε μπουφάν.

Δεν κρυώνω.

Μέχρι τις 9,30 την είχα πάρει τηλέφωνο να μου κατεβάσει το τζιν.

Το μαγαζί, εστιατόριο, ταβέρνα, καφενείο. Ακόμα στον κόρφο της γιαγιάς μυρίζω καλαμαράκια τηγανιτά και σαγανάκι μύδια. Τα χέρια μουλιασμένα με χαϊδεύουν χωρίς να έχουνε συνέλθει από τα πιάτα που έπλυνε. Το στομάχι της χορτάτο από τα αποφάγια που ‘χει πετάξει στα σκουπίδια.

Βγαίνοντας από το μαγαζί, το αριστερό τραπέζι ήταν δικό μας. Ας γέμιζε το έξω και το μέσα κάποτε, το πεζοδρόμιο δεξιά και αριστερά από την πλατεία. Πάνω από το μόνιμα στεγνό φρεάτιο, με τα αμέτρητα καπάκια από τις μπύρες και τα αναψυκτικά, τη σιδερένια σχάρα με τις εικοσάρες μπετόβεργες, το τραπέζι μας. Τέσσερις καρέκλες, δύο και δύο, δεξιά και αριστερά, να κοιτάνε στο δρόμο όλες, η μία πίσω από την άλλη σαν θέσεις λεωφορείου. Ένα τασάκι βρώμικο, πάντα γεμάτο αποτσίγαρα και ένα πεντακάθαρο, γεμάτο καπάκια. Δύο πακέτα τσιγάρα ASSOS και ένας λευκός αναπτήρας. Στις 8,30 ακριβώς η Βουλγάρα συμπλήρωνε έναν ελληνικό μονό γλυκύ βραστό. Ο θείος μου πάρκαρε το αυτοκίνητο ακριβώς μπροστά ένα λεπτό μετά. Ρουφούσε δύο τσιγάρα και κάπνιζε τους ατμούς απ’ τον καφέ. Μετά γυρνούσε το κεφάλι του και μιλούσε στο μαγαζί. Ζητούσε ένα παγάκι, το έριχνε μέσα και τον έπινε σε μια γουλιά. Παρά είκοσι είχε σηκωθεί και καθόμουν εγώ εκεί. Πριν αρχίσει να πλακώνει ο κόσμος μετρούσα τα ανοιχτήρια. Αν είχαμε ξεμείνει με ένα δύο τα κρατούσα εγώ και όποιος περνούσε από την πόρτα άνοιγα τα μπουκάλια. Αλλιώς τα μοίραζα σε κωλότσεπες μαζί με τα μπλοκάκια.

Έβαζα τα πόδια μου στο ξύλο της καρέκλας μπροστά μου, έσπρωχνα και σήκωνα τη δική μου στα πίσω δύο πόδια της και έκανα μπροστά και πίσω. Κάθε τόσο η γιαγιά έβγαινε στην πόρτα της κουζίνας με μια κουτάλα στο χέρι και πελτέ σε ένα από τα δύο χέρια, που ανακούφιζε ένα καινούργιο κάψιμο. Θα πέσεις και θα χτυπήσεις το κεφάλι σου, έλεγε στον ξάδερφό μου που περνούσε το δρόμο. Θα σε πατήσει κανένας έτσι όπως περνάς το δρόμο, φώναζε κουνώντας την κουτάλα σε μένα που έκανα κούνια στην καρέκλα. Έκλεινε την πόρτα και έβαζε μια τηγανιά πατάτες με το ένα και με το άλλο γυρνούσε τα ψάρια στη σχάρα.

Γύρω στις 11 παρά περνούσε εκείνος. Κοιτούσε μέσα να με βρει, συνηθισμένος από το χειμώνα.

Μικρή ο δικός σου. Πες του ρε μύρισε καλοκαίρι, έξω κάθεσαι. Ο άλλος ξάδερφος μου πετώντας καπάκια στην άκρη το δρόμου.

Στο δεύτερο πέρασμα με είχε εντοπίσει. Στο τρίτο έκανε πως δεν κοιτάει. Πέντε λεπτά μετά ανασηκωνόμουν στην καρέκλα να διακρίνω τον κουραμπιέ του (έτσι λέγαμε τα άσπρα αυτοκίνητα) παρκαρισμένο σε κάποια άκρη του δρόμου.

Από τις 12 παρά τους ρωτούσα αν θα βγούμε. Δύο ξαδέρφια και τον αδερφό μου.

Αν βγουν τα αγόρια θα βγεις. Αλλιώς σπίτι.

Τα καπάκια στην άκρη του δρόμου χώνονταν από τα αυτοκίνητα και τη ζέστη σιγά σιγά στην άσφαλτο. Τα χάρτινα τραπεζομάντιλα λιγόστευαν στην κούτα. Οι φουσκάλες στα πόδια του αδερφού μου έσκαγαν και τα μπούτια του εύσωμου ξάδερφού μου συγκαίονταν. Η γιαγιά ανέβαινε να κοιμηθεί στη 1, γιατί είχε από τις 5 την επόμενη, ποια επόμενη, την ίδια δηλαδή  να ετοιμάσει τα μαγειρευτά.

Το μαγαζί το κλείναμε εμείς. Γύρω στις 2,30. Μετά έκαναν μπάνιο και βγαίναμε. Παρασκευή και Σάββατο για αρχή, στα τέλη Ιουνίου κάθε μέρα.


Τα αγόρια μου, τον αδερφό και τα ξαδέρφια μου δηλαδή, τα καλοκαίρια μαζί τους, σαν τα καπάκια στην άσφαλτο τα έχω μέσα μου. Και κάπου εδώ ήταν που ξεκινούσαν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου