Τετάρτη, 6 Νοεμβρίου 2013

σηκωμένο μολύβι

Τίποτα από όλα αυτά δεν τα άκουγε πρώτη φορά. Δεν ήταν λέξεις που δεν τις είχε ξαναδεί γραμμένες. Με αυτή ή και με άλλη σειρά. Λέξεις που θα τις συναντούσε ξανά και ξανά. Θα τις διάβαζε σε μάτια αγαπημένα και όχι.

Μα έγινε σαν να γεννήθηκαν μαζί. Εκείνος, το μολύβι, το χαρτί και εκείνη. Ποιος έδωσε σε ποιον τις λέξεις ποτέ δεν έμαθαν. Ποιος τις πήρε νιώθουν σίγουροι ότι το ξέρουν.

Και άρχισαν να ζουν μέσα σ’ αυτό. Και εκείνος έγραφε για να συμβούν και αυτά να ‘χουν συμβεί από πρώτα. Μάτια που δεν ειδώθηκαν ποτέ, χέρια που έμειναν ανέγγιχτα, μέλη να υποφέρουν λες και ενώθηκαν κάπου κάποτε και τώρα πεθαίνουν αργά στην απουσία.

Τον διάβαζε και την έγραφε. Σε λέξεις μικρές, απλές, χιλιοειπωμένες. Μα πιο πολύ στις παύσεις, στα κενά και στα σημεία στίξης. Στις προτάσεις που ξεκινούσαν με μικρό και έμεναν μετέωρες χωρίς μια τελεία, ένα θαυμαστικό. Σε σελίδες λευκές. Κλειδωμένες.

Πολλές φορές την έσπασε στη μύτη του μολυβιού βάζοντας τελεία άτσαλη. Μα ξεκινούσε άλλη πρόταση αμέσως με το χέρι του να τρέμει. Άλλες εκείνη τον κορόιδευε κάνοντας κούνια στο μολύβι, γράφοντας μουτζούρες και μετά κλαψούριζε δεν θα το ξανακάνω.

Τις ίδιες λέξεις ξανά και ξανά, για να την αγαπά, να τη μισεί. Να την ολοκληρώνει και να την αφήνει μισή. Να τη σπάει σε κομμάτια και να την κολλά. Να την κρατάει εγωιστικά δική του και να τη δίνει δανεική.

Δανεική και αγύριστη θα μείνει. Το μολύβι σηκώθηκε, το χαρτί κιτρίνισε. Τη βλέπω καμιά φορά να πηδά να βγει από το χαρτί να προσπαθεί να φτάσει το μολύβι. Κάτι αξημέρωτα τα καταφέρνει. Αρπάζει το μολύβι και το γυρνά στον εαυτό της. Κάνει να γράψει, μα σπάνια θα βρει τις λέξεις και όταν τις βρει δεν θα ‘χει χώρο να τις γράψει. Και αρχίζει και γράφει πάνω της και χαράζει, γδέρνεται, σκάβει τον εαυτό της. Νομίζει θα ανακουφιστεί μα πιο πολύ πληγώνεται. Και όσο και να προσπαθεί ακόμα και το «και» ίδιο με εκείνου ποτέ δεν θα το γράψει.

Και όταν καμιά φορά τους βλέπω, έξω από το χαρτί, να ζουν, ζωές δικές τους, ξεχωριστές, τίποτα δε θυμίζει τους εαυτούς που είχαν. Μόνο στιγμές που σκύβουν, οι τώρα εαυτοί για να μαζέψουν κομμάτια που έσπασαν των εαυτών που έχασαν, βλέπω μουτζουρωμένες λέξεις στην παλάμη του αριστερού χεριού τους.


2 σχόλια:

  1. Πανέμορφα στενάχωρο. Ή ανάποδα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Πανέμορφα μολύβια, στενάχωρες λέξεις. 'Η ανάποδα. Άτιμα όλα και στις δύο περιπτώσεις.

      Διαγραφή