Τρίτη, 5 Νοεμβρίου 2013

super κόμποι

- Που είσαι παιδί μου τόση ώρα; Σε έχω πάρει ένα σωρό τηλέφωνα.

- Και ανησύχησες; Στο supermarket ρε μάνα. Τι ανησυχείς;

- Ε, δεν σε είχα ακούσει όλη μέρα. Τι καλό πήρατε;

Χαζή αυτή, χαζή και εγώ. Άκου τι πήρατε. Γέρνω αριστερά, τραβάω και το καλώδιο μαζί με το ακουστικό και χρησιμοποιώ τις ακτίνες Χ που έχω για να διακρίνω τι έχει μέσα η σακούλα, γιατί από μυαλό είχα ξεμείνει.

Και αρχίζω.

- Τα βασικά. Γάλα. Δημητριακά. Βούτυρο. Νομίζω και ένα Ava. Δε βλέπω.

- Τι δε βλέπεις. Δε θυμάσαι; Φρούτα; Δεν πήρες φρούτα;

- Είχα πάει το πρωί λαϊκή ρε μάνα.

- Μπράβο παιδί μου.

Καμαρώνει η χαζή νούμερο δύο που είπε μπράβο η μαμά, που πήρε φρούτα από τη λαική. Που δε μπορεί να διακρίνει το τρία μπροστά από το ένα και νομίζει ώρες ώρες ότι ακόμα είναι ενός έτους.

Το χρειαζόμουν όμως. Αυτό το παιδί μου. Αυτό το μου. Αυτό που κρύβει το μου ενός γονιού. Αυτό που σε κάνει να νιώθεις ότι και ο ουρανός να πέσει στο κεφάλι σου αυτό το μου θα σε γλιτώσει.

Χρόνια τώρα παρόμοια εικόνα. Σε κάθε πόλη σε κάθε κατάστημα. Μια σοκολατιά, τσιγγάνα, όλο το πρόσωπο δυο όμορφα μάτια, με βαμμένα μαλλιά κακό καφέ και ένα μωρό στην αγκαλιά. Μωρό. Όπως λέμε ΜΩΡΟ. Ενός, δύο; Μηνών. Ξανθό (τι καλά!). Έτσι για να έχει και σασπένς. Σε κοιτάει από χαμηλά. Τα μάτια όλο ασπράδι και λίγο μαύρο, ότι έχει μείνει από τις κόρες όπως κάνει να σε φτάσει τόσο ψηλός που είσαι. Δε μιλάει.

Πρώτος κόμπος.

 Δεν παίρνω καλάθι. Τρία πράγματα έχουμε. Ας τα πάρουμε στα χέρια.

Στο ταμείο σε πέντε λεπτά. Στο ένα εμείς. Στο τρία εκείνη.

Δεύτερος κόμπος. Κόμπος στον κόμπο.

Όλα για το παιδί. Βάζει το χέρι κάπου σαν τσέπη και αφήνει μόνο ψιλά. Πολύ ψιλά. Μονόλεπτα, δίλεπτα άντε και κανένα πεντόλεπτο.

Το μάτι της ταμία θολώνει. Αρχίζει το μέτρημα.

- Δε φτάνουν.

Εκείνη δεν καταλαβαίνει.

-  Δεν φτάνουν λέω. Όλα αυτά δεν φτάνουν.

Υψώνει τον τόνο της φωνής της. Εξακολουθεί και δεν καταλαβαίνει. Μάλλον. Κοιτάει γύρω της.

Νομίζω θα βγάλω τα άντερά μου στη δική μας την ταμία. Το στομάχι μου έχει γίνει άπειρους κόμπους δεμένους απανωτά ο ένας στον άλλο. Θα τα βγάλω, είναι σίγουρο. Πάνω στο γάλα και το βούτυρο.

Μέσα μου φωνάζω. Δωστης τα εσύ μωρή. Πόσα της λείπουν; Γιατί μας το κάνεις αυτό; Δωστα!

-  Έλα, τι κάθεσαι. Πήγαινε από εκεί να δεις πόσα της λείπουν.

Εκείνος ψιθυρίζει, ήρεμα, τρυφερά, με σπρώχνει ελαφρά στη μέση με το χέρι του.

-  Δεν μπορώ. Με ξέρεις. Πήγαινε εσύ.

Και τελικά πηγαίνει εκείνος.

Δε μπορώ. Κωλώνω. Πάντα έτσι κωλώνω. Φάτσα φόρα κωλώνω. Νιώθω λίγη. Να σκύψω να απλώσω χέρι να δώσω, νιώθω λίγη.

Στα κρυφά, στα μουλωχτά, όταν δεν κοιτά κανείς και πίσω από πλάτες άλλων, να δώσω για να δώσουν τα καταφέρνω.

Το είχα ανάγκη αυτό το μου της μάνας μου. Όχι για να μου λύσει τους κόμπους από το στομάχι. Αλλά έτσι. Για να μπορώ να νιώθω ότι το μου της, μπορεί ακόμα να γίνεται κόμπους άλυτους. Που αντέχει ακόμα και δεν προσπερνά, και ας μη μπορεί πάντα να απλώσει το χέρι από ντροπή αντίστροφη και μόνο.



Όσο δένονται τα στομάχια μας φιόγκους μπορεί και να το παλέψουμε. Και εμείς και οι υπόλοιποι.

6 σχόλια:

  1. αυτή η αλυσσίδα σουπερμάρκετ που δεν έχει συγκεκριμένο όνομα όλο και μεγαλώνει,φοβάμαι

    Κ.Κ.Μ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Κράτα τους, γιατί αν τύχει να τους πετύχω θα ντραπώ μετά για τους δικούς μου. Και έτσι θα απλώσω πρώτος χέρι.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. φυλαχτό τους έχω, και ένα χέρι απλωμένο είναι πάντα μια ευκαιρία για άλλους που ψάχνουν να κρατηθούν

      Διαγραφή
  3. Μεγάλη εβδομάδα, ειμαι στο ταμείο του σουπερ μάρκετ, έχοντας ψωνίσει ενα σωρό πράγματα για το βαφτιστήρι μου που θα συναντούσα την επόμενη μέρα.. ενα τεράστιο σοκολατένιο αυγό με δώρο παιχνίδι, ενα τσουρέκι, μικρά σοκολατένια αυγουλάκια, ενα σοκολατένιο λαγουδάκι, ενα πασχαλινό καλάθι-θήκη αυγών που παίζει μουσική, μια τεράστια σακούλα για να χωρέσουν όλα αυτά μέσα. Σε αυτα προσθέστε και ενα ζευγάρι φανταχτερά επώνυμα παιδικά παπούτσια, μια καινουρια φόρμα και μια λαμπάδα με το παιχνίδι που ειχε ζητησει ο μικρός, που περίμεναν σπίτι για να συμπληρώσουν το πακέτο δωρων προς το αξιαγάπητο βαφτιστηράκι μου... Ολα μαζί ενα κόστος τουλάχιστον 90 ευρώ.
    Μπροστά μου στο ταμείο ειναι ενας πιτσιρικάς, το πολύ 15 ετών μελαμψος, βρώμικος και ταλαιπωρημένος αλλοδαπός που καθάριζε τζάμια αυτοκινήτων στο φανάρι έξω απο το σούπερ μάρκετ μαζί με έναν ακόμα λιγο μεγαλύτερο άνθρωπο ιδιων χαρακτηριστικών.
    Κρατά 2 κρουασάν, ιδιωτικής ετικέτας κόστους 0,19 ευρώ το καθένα και κοιτάζει με δέος το γεμάτο καλάθι μου με τις σοκολάτες και τα δώρα.
    Κόμπος! Τόση ντροπή εχω να νιώσω απο τότε που είχα πέσει με το ποδήλατο μπροστά στον παιδικό ανεκπλήρωτο έρωτα, κάνοντας σούζες προσπαθώντας να την εντυπωσιάσω...
    38 λεπτά λέει η ταμίας και ο πιτσιρικάς, κοιτώντας μια εμένα και μια το καλάθι μου και μια την ταμία, δίνει μια χούφτα μονόλεπτα και δίλεπτα στην ταμία. Φευγεί και δεν θέλω να κουνηθώ απ τη θέση μου! Τον βλέπω απ το τζάμι να δίνει το ενα κρουασάν στον φίλο του, που περιμενε απ εξω και να το καταβροχθίζουν σε λιγα δευτερόλεπτα.. Σχεδόν κάθε βράδυ γινεται αυτό μας λεει η ταμίας. Μάλλον είναι το βραδυνό τους. Κόμπος σφιχτότερος! Και μεγαλύτερος! Ντρέπομαι και εχω παγώσει.. Δειλιάζω να αγοράσω αυτα που ειχα στο καλάθι μου και κάνω να γυρίσω.. Η ουρά στο ταμείο εχει μεγαλώσει πολύ και με κοιτάνε! "Θα προχωρήσετε?" με ρωτά αυστηρά ο πίσω μου... Έσκυψα το κεφάλι και προχωρησα! 30 ευρώ βλακείες πήρα και 2 παιδιά, λίγα μέτρα αποσταση απ' το σημείο που βρισκόμουν ξεγέλαγαν την πείνα τους με ένα φτηνό κρουασάν. Κόμπος μεγαλος! Και άλυτος ακόμα...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Τελικά είμαστε πιο πολλοί από όσοι πίστευα ότι ήμασταν :/ . Να πω ευτυχώς; Θα πω.

    Ευτυχώς.

    ΑπάντησηΔιαγραφή