Τρίτη, 22 Απριλίου 2014

ίσιος γιαλός, αϋπνίες

Στο χωριό λέει φυσάει. Και όταν φυσάει στο χωριό δεν παίζει. Το κύμα περνάει πάνω από τα τεράστια βράχια ρίχνοντάς τα κάποιες φορές μέσα στο λιμάνι. Στο παλιό σπίτι περνούσε το νερό το δρόμο, ανέβαινε τα τρία σκαλάκια της αυλής και έμπαινε κάτω από την πόρτα αφήνοντας φύκια στο πατάκι μας. Ακόμα φτυαρίζουν φύκια όπως αλλού το κάνουν με τα χιόνια.

Έμαθα να κοιμάμαι με τον ήχο της μηχανής του βαποριού στα αυτιά μου. Να νανουρίζομαι με τα δύο αλλά και τα οκτώ μποφόρ. Με έμαθε ο πατέρας μου να τρέχω τις βαπορίσιες σκάλες και να αγνοώ της μάνας μου τα πρόσεχε. Σε εφτάρια καθόμουν έξω από την αριστερή πόρτα της γέφυρας άνοιγα το στόμα και έτρωγα θάλασσα σε σταγόνες. Έμαθα τα βαπόρια του απέξω και ανακατωτά και ακόμα τα θυμάμαι. Με κλειστά τα μάτια κατέβαινα και μπλεκόμουν στο μηχανοστάσιο. Έφευγα μόνη μου και τον έβρισκα σε λιμάνια. Βόρειες Σποράδες μέσα στον Ιούλιο. Ένας αγώνας δρόμου από τις 5 το πρωί μέχρι τις 12. Κοιμόμουν στο κρεβάτι του και εκείνος δίπλα μου στο πάτωμα. Τον ξυπνούσε ένας καμαρότος γρατζουνώντας την πόρτα μια φορά.  Για ολόκληρη εβδομάδα δεν κατέβαινα σε λιμάνι. Φόρτωνα βιβλία τις βαλίτσες μου και καθόμουν σε μια καρέκλα έξω από τη γέφυρα με ένα ψάθινο καπέλο, χωρίς αντηλιακό, ούτε στο πρόσωπο. Πίσω από τη σιδερένια χαμηλή πόρτα με το σύρτη με έβλεπαν οι τουρίστες και την ψώνιζα που μπορούσα να είμαι από την άλλη πλευρά δίπλα από τον καπετάνιο.

Τις μέρες που δε μπορώ να κοιμηθώ φαντάζομαι ότι κουνιέται το ταβάνι. Αφού δεν στραβά αρμενίζω να μοιάζει πως στραβώνει ο γιαλός . Μα δεν πιάνει. Ώρες ώρες θα ήθελα να κουνάει και ας είμαι δεμένη στο λιμάνι. Και στο κεφάλι μου να βουίζει ο ήχος της μηχανής, όχι ο εαυτός μου. Να έχω τον πατέρα μου να λαγοκοιμάται στη δίπλα καμπίνα με ανοιχτή την πόρτα και τον αδερφό μου να μου πετάει στρατιωτάκια από το κρεβάτι μετά το κομοδίνο.

2 σχόλια: