Τρίτη, 8 Απριλίου 2014

τα έχουμε ξαναπεί

Προχθές βρέθηκα σε ένα σταθμό τρένων χωρίς να είναι προγραμματισμένο. Δεν μου αρέσει να βρίσκομαι σε σταθμούς τρένων όταν δεν είναι προγραμματισμένο. Το χειρότερο είναι ότι έπρεπε να περιμένω περίπου τρία τέταρτα για να φύγω από εκεί. Σε αυτά τα σαράντα ολόκληρα λεπτά και κάτι ψιλά, πέρασαν πολλά τρένα από τις ράγες μπροστά μου και τις άλλες πίσω μου. Από τις σκάλες μέχρι το σημείο που μπορείς να πάρεις το τρένο, η μισή διαδρομή ήταν άσφαλτος και η άλλη μισή πλακοστρωμένη. Όλη αυτή την ώρα πέρασαν τουλάχιστον πέντε άνθρωποι που έσερναν από μια σιδερένια λαβή μια βαλίτσα με ροδάκια. Ο θόρυβος που έκαναν οι ρόδες στην άσφαλτο έμοιαζε υποφερτός. Τις στιγμές όμως που περνούσαν στο πλακόστρωτο ήταν ανυπόφορος. Κάθε φορά που έπεφταν οι ρόδες στους αρμούς και έβγαιναν, ένιωθα αυτό το συνεχόμενο γκντουπ-γκντουπ σαν προπέλα που βρίσκει και σκαλώνει μέσα στο κεφάλι μου. Σαν να μετακινήθηκαν οι σκέψεις μου και χτυπάνε πάνω στο ανεμιστηράκι του αερόψυκτου μυαλού μου.

Κάνα δύο φορές ανασηκώθηκα. Μια ξεκάλτσωτη στρουμπουλή Αγγλιδούλα με κάτασπρο δέρμα οριακά γλίτωσε από τα χέρια μου. Και αυτή και η βαλίτσα της. Εγώ πνιγμένη με το φερμουάρ του μπουφάν μέχρι τα ρουθούνια. Ήθελα της την ανοίξω και να αρχίσω να πετάω πράγματα έξω μέσα σε ένα παραλήρημα ερωτήσεων, στα ελληνικά εννοείται για να μεγαλώσω τον πανικό της.

Που πάς; Και τι το θες αυτό; Και αυτό; Καλά αυτό που νομίζεις θα σου χρειαστεί; Για πόσο νομίζεις ότι πας; Θα γυρίσεις.

Και να ρωτώ και να σκορπώ ρούχα, εσώρουχα, καλλυντικά και αντικείμενα στις αποβάθρες. Αυτά που στοίβαξε η χαζή που νόμιζε ότι θα της χρειαστούν.

Μετά θυμήθηκα τα δικά μου και κατάπια τις ερωτήσεις μου και ξεφύσηξα τις απαντήσεις μου. Σε όλα τα άλλα που στρίμωξα πήρα μια μικρή μεταλλική κασετίνα. Δύο μολύβια, μια γόμα, μια ξύστρα, το αγαπημένο στυλό χωρίς καπάκι, νομίζω κιόλας ότι έτσι τον αγόρασα και δυο φωσφοριζέ μαρκαδοράκια, ένα κίτρινο, ένα πορτοκαλί.

Εχθές τελείωσε το στυλό μου. Ένα άλλο που ανακάλυψα σε μια τσάντα δεν έγραφε. Τι τον έβαλα στο στόμα να τον ζεστάνω με την ανάσα μου, τι τον έκαψα με τον αναπτήρα. Και δεν ήταν και καθόλου αγαπημένος μου. Κάτι τέτοιες στιγμές πραγματικά θα ήθελα να έχω ένα στυλό hondos center. Δεν ξέρω τι τα κάνουν, πως τα φτιάχνουν αλλά είναι απέθαντα. Ένα μήνα στο νερό να τα ξεχάσεις, άλλο τόσο στον ήλιο, το πολύ πολύ να ξεβάψει το καπάκι.

Άνοιξα την ξύστρα μου και αποφάσισα να ενοχλήσω τα μολύβια μου. Μεταλλική, στο μικρό πλαστικό κουτάκι της. Μαύρη η βάση, διάφανο το καπάκι. Και από κάτω τα δύο επιπλέον ξυραφάκια. Δεν θυμάμαι ποτέ μα ποτέ να έχω ξεβιδώσει τη μικρή βίδα που έχει και να έχω αλλάξει ξυραφάκι. Και όμως κάθε φορά, μετά από κάθε χρήση, αφού τα έχω σκορπίσει όλα στο τραπέζι, αναποδογυρίζοντας τη μαύρη βάση, τα τοποθετώ όλα πάλι μέσα με προσοχή. Σφηνώνω την τρυπούλα τους στις μαύρες προεξοχές, τοποθετώ την ξύστρα από πάνω και ύστερα το καπάκι μη μου χαθούν και δεν τα έχω όταν τα χρειαστώ.

Γράφω στο πληκτρολόγιο και τα δάχτυλά μου μυρίζουν φρεσκοξυσμένο μολύβι.

Ρε γαμώτο, το έχω ξαναπεί. Δε μπορούμε να πούμε σε κανέναν τι του χρειάζεται και τι όχι, επειδή οι δικές μας σκέψεις έχουν μετακινηθεί και σκαλώνουν στο ανεμιστηράκι του εγκεφάλου μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου