Τρίτη, 29 Απριλίου 2014

όταν ξημερώνει καλοκαίρι


Οι κουρτίνες βαριές. Από το ταβάνι μέχρι το πάτωμα. Να μη μπαίνει ούτε φως, ούτε σκοτάδι. Από πίσω τα παράθυρα μικρά και σφραγισμένα. Δεν ανοίγουν ολόκληρα. Από τη μέση και πάνω και πάλι είκοσι εκατοστά ανάκλιση και αυτά με το ζόρι. Το πάπλωμα χοντρό, βαρύ. Τα σεντόνια ζεστά. Μια φόρμα χοντρή για πιζάμα και από πάνω φανελάκι αθλητικό. Και στους μείον να τη βάλεις από πάνω με φανελάκι θα κοιμηθεί. Από τις 12 παρά στο κρεβάτι.

Οι κουρτίνες μεταξωτές. Διάφανες. Σέρνονται από το νοτιά και σκουπίζουν το ξύλινο πάτωμα. Και τα δύο φύλλα της μπαλκονόπορτας ορθάνοιχτα. Τα παντζούρια κλειστά να μην μπει ο πρωινός ήλιος και την ψήσει. Τα σεντόνια λευκά, δροσερά. Μόνο το κάτω εσώρουχο έχει αφήσει πάνω της και το πανωσέντονο το είχε κάνει μια λωρίδα και το είχε μπλέξει ανάμεσα στα πόδια της κρύβοντας το δεξί γλουτό της. Μπρούμυτα με το ένα πόδι λυγισμένο. Στο κρεβάτι στις 3 τα ξημερώματα.

Ανάμεσα στα δάχτυλά των ποδιών της είχε άμμο και στο στόμα της αλμύρα από τον ιδρωμένο του λαιμό. Ήθελε τόσο πολύ να τον αφήσει να κάνει τη γλώσσα του βόλτες στο στόμα της, μα της μύριζαν οι μπύρες που είχε πιεί και η παραξενιά της κέρδισε. Του γύρισε το λαιμό της και για να ανταποδώσει έγλυψε το δικό του.

Με σταγόνες ιδρώτα ανάμεσα στο στήθος προσπαθούσε να φέρει στο μυαλό της το φιλί που δε γεύτηκε και στρίμωξε το χέρι ανάμεσα στα πόδια της, μα την πήρε ο ύπνος.

Πέντε ώρες μετά, ξύπνησε στην ίδια ακριβώς στάση με το χέρι ανάμεσα στα πόδια της. Ανασήκωσε τους γλουτούς και το βόλεψε λίγο καλύτερα, χωρίς να έχει ανοίξει καν τα μάτια. Το μαξιλάρι ήταν μούσκεμα, το εσώρουχο το ίδιο. Τα μαλλιά είχαν κολλήσει στην πλάτη της. Η ανάσα της βαριά, λίγο πιο ζεστή από τον αέρα στο δωμάτιο. Σχεδόν υπέφερε. Άκουσε τα βήματα της μάνας της στη σκάλα και πίστεψε ότι θα προλάβει, μα δεν τα κατάφερε.   

Δεν κλείδωνε την πόρτα της. Μα τους είχε πει να μη μπαίνουν, πριν χτυπήσουν και πριν περιμένουν να ντυθεί. Η μάνα της ποτέ δεν ακολούθησε τις οδηγίες και όμως εκείνη ποτέ δεν αποφάσιζε να κλειδώσει.

«Ξύπνησες;» Την πλησίασε και της χάιδεψε την πλάτη. Είχε βγάλει το χέρι από εκεί και το είχε ανεβάσει στην κοιλία της, βρέχοντας τον αφαλό της. «Είπαμε, το ξενύχτι ξενύχτι, αλλά και η δουλειά δουλειά», της είπε γλυκά. Έσκυψε μετά στο αυτί της και της ψιθύρισε. «Μυρίζεις ολόκληρη…Πρόσεχε.» Τη φίλησε στον ώμο, σηκώθηκε και βγήκε από το δωμάτιο, κλείνοντας την πόρτα πίσω της.

Ξύπνησε μπρούμυτα με το ένα πόδι λυγισμένο και το χέρι εκεί ανάμεσα. Το πάπλωμα στα πόδια της και το φανελάκι μούσκεμα από τον ιδρώτα. Προσπάθησε να ακούσει τα βήματα της μάνας της στις σκάλες μα δεν τα κατάφερε. Εξάλλου δεν υπήρχε σκάλα. Ανασήκωσε τους γλουτούς και βόλεψε το χέρι της λίγο καλύτερα. Δε χρειάστηκε να σκεφτεί τίποτα παραπάνω. Ένα καλοκαίρι στο χωριό, με αλμύρα και άμμο, μπερδεμένο με ιδρώτα και μυρωδιά μπύρας, που το έσερνε χρόνια μαζί της ήταν αρκετό.

Σηκώθηκε και άνοιξε της κουρτίνες. Το θερμόμετρο μέσα στο σπίτι έλεγε 14˚C. Άνοιξε και τα παράθυρα όσο γινόταν. Έκανε παγωνιά. Έβρεχε όλο το βράδυ, η αυλή είχε γίνει πισίνα με δέκα εκατοστά λάσπη. Συνέχιζε να βρέχει, φυσώντας παράλληλα και γεμίζοντας τα τζάμια λεκέδες.

«Το ξενύχτι ξενύχτι και η δουλειά δουλειά». Είπε στον εαυτό της και πήγε στο μπάνιο.

Μπροστά από τον καθρέφτη, βγάζοντας το φανελάκι είχε ένα άσπρο φρεσκοσχηματισμένο τριγωνάκι γύρω από κάθε στήθος. Το δέρμα στους ώμους της έμοιαζε να έχει σκουρύνει και να ζητά ενυδάτωση. Έκανε ένα χλιαρό ντουζ ίσα να ξεπλύνει την αλμύρα από το κορμί της και έμεινε να κοιτά την άμμο που μαζεύτηκε κοντά στο σιφόνι.


Σήμερα εκτός από κρέμα ημέρας θα άπλωνε και λίγο αντηλιακό στο πρόσωπό της.         

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου