Τετάρτη, 4 Δεκεμβρίου 2013

όροφος 2, το 2

Δεν ήξερα το επίθετό του. Ούτε καλά καλά το όνομα του δε θυμόμουν. Δεν είχε αλλάξει το όνομα ούτε στο θυροτηλέφωνο, ούτε στο κουδούνι της πόρτας. Από όσους συστήθηκε σε όλη την πολυκατοικία, που δεν ήταν ούτε οι μισοί, μόνο εγώ άπλωσα το χέρι μου να του πω ότι χάρηκα.

Είσαι τυχερός, έχεις μικρή γυναίκα. Και όμορφη.

Δε θυμάμαι να άκουσα άλλη φορά τη φωνή του. Μία μέρα τον είδα στην πιλοτή και δεν τον αναγνώρισα καν. Πέντε μήνες σχεδόν είχε μετακομίσει δίπλα μας.

Ο κ. Γιώργος έχει μόνο μια ξαδέρφη. Και στο ξαδέρφη κλείναμε το μάτι και στο χειλάκι έσκαγε χαμόγελο πονηρό. Φιλενάδα, δηλαδή. Αλλά όχι με την κακή έννοια.

Ποια είναι η κακή έννοια της φιλενάδα; Επειδή το χάδι σταματούσε λίγο κάτω από τον καρπό και λίγο πάνω από το λαιμό γλίτωσαν την κακή έννοια. Κατά τα άλλα χωρισμένος εβδομηντάρης και εκείνη κάπου τόσο μόνη της, με 80 χιλιόμετρα να τους χωρίζουν όλες τις μέρες και όλες τις νύχτες, ευτυχώς γλίτωσαν την κακή έννοια.

Θα με παίρνεις κάθε μια ώρα να δεις αν είμαι καλά, της είπε.

Μίλα στα παιδιά δίπλα να σε έχουν το νου τους. Να σε πάνε στο νοσοκομείο.

Δεν ήθελε. Τίποτα δεν ήθελε. Δε μίλησε. Δεν του μιλήσαμε.

Σήμερα χτύπησε η αστυνομία την πόρτα μας και ήταν και εκείνη μαζί. Μικροκαμωμένη, αδύνατη, εύθραυστη.

Μου είπε να τον παίρνω κάθε μια ώρα. Και δεν το σηκώνει πια. Από το πρωί δεν το σηκώνει. Δες κορίτσι μου, παίρνω και δες τι μου λέει.

Καλεί και μου το δίνει. Παίρνω το τηλέφωνο και το βάζω στο αυτί από ευγένεια. Ξέρω τι θα ακούσω. Ο συνδρομητής μπλα μπλα μπλα. Μοιάζει τόσο χαμένη. Κρατάει την τσάντα σφιχτά στα πλευρά της και κοιτάει κάτω. Τα μαλλιά της ξανθά κοντά χοντρά απαλά κύματα που εκεί που έσκαγαν γίνονταν λευκά. Μπορούσα να θαλασσοδέρνομαι ώρες εκεί πάνω. Όση δύναμη έλειπε από εκείνη, τόση είχαν τα μαλλιά της.

Η αστυνομία τη ρωτάει αν έχει κλειδιά. Ντρέπεται. Πόσο ντρέπεται. Απαντά δειλά δεν έχει. Τη ρωτάν τι του ήταν. Λέει ξαδέρφη. Τη ρωτάν αν έχει τηλέφωνο άλλων συγγενών. Δεν έχει. Τίποτα δεν έχει. 

Μια κόρη είχε και δεν ήθελε να ακούσει κουβέντα γι αυτή, πετάγεται ένας.

Η πόρτα είναι κλειδωμένη. Ο σύρτης γυρισμένος. Η ιδιοκτήτρια φέρνει κλειδιά και εγώ πετσέτα. Λες και θα ξεγεννήσουμε. Ο πρώτος που μπαίνει γυρνά με την όπισθεν. Το ξέραμε ήδη όταν είδαμε το σύρτη.

Εβδομήντα χρονών και έκανε ογδόντα χιλιόμετρα για να τον βρει. Και τώρα βρίσκεται μόνη της ανάμεσα σε εφτά ανθρώπους που δεν έχει δει παρά μόνο μια φορά. Βουρκώνει. Δεν ξέρει που να κρατηθεί. Πιάνει τοίχους. Βρίσκει χέρια. Δε θέλει χέρια, θέλει τοίχους. Θέλει να τον δει. Δεν την αφήνουν. Παρακαλάει να τον δει έστω για λίγο και της το απαγορεύουν. Αντί γι’ αυτό την παίρνουν στο τμήμα να δώσει τα στοιχεία της. Θέλει να μας φιλήσει σταυρωτά πριν φύγει. Σκαλίζει την τσάντα της και βγάζει ένα κεντημένο μαντήλι. Μυρίζει ο διάδρομος λακ παλιακή. Νιαουρίζει ένα γεια σας. Θα ταξιδέψει ογδόντα χιλιόμετρα μόνη της μέσα στη νύχτα. Θέλει να μείνει και ο αστυνομικός που τη συνοδεύει δυσανασχετεί που μας χαιρετά όλους.

Εγώ δεν τον έχω δει εδώ και μέρες, ένας.

Εγώ άκουσα θόρυβο το απόγευμα, ένας άλλος.

Εγώ του πέταξα τα κοινόχρηστα προχθές κάτω από την πόρτα γιατί δεν άνοιγε, ένας παρά άλλος.

Τα κοινόχρηστα είναι πάνω στο τραπέζι ακόμα, λέει ο αστυνομικός.

Μήπως είναι και τα λεφτά πάνω; Μου χρωστάει ένα ενοίκιο και τη ΔΕΗ. Να κοιτάξετε αν έχει λεφτά στην τσάντα του να μου τα δώσετε γιατί σίγουρα έχει πάρει τη σύνταξη, γαβγίζει η ιδιοκτήτρια.

Τους έδιωξα. Τους είπα να σκορπιστούν. Να πάνε στις δουλειές τους. Να κάνει η αστυνομία τη δουλειά της. Τώρα ακούω θορύβους. Πόρτες. Σακούλες. Ροδάκια. Γάντια.

Εκείνος ήταν πλασιέ και εκείνη κομμώτρια. Της πήγαινε προϊόντα για τα μαλλιά. 

Η μάνα μου ρώτησε αν αγριεύτηκα.

Δε φοβάμαι τους πεθαμένους ρε μάνα. Τους ζωντανούς τρέμω.

Φοβάμαι για εκείνη. Πως θα γυρίσει πίσω. Ποιον θα παίρνει κάθε μια ώρα τηλέφωνο.

Τρέμω στην ιδέα ότι δεν θα ξαναχτενίσει έτσι υπέροχα τα μαλλιά της.




3 σχόλια: