Κυριακή, 1 Δεκεμβρίου 2013

ισορροπίες

Πίσω από το κάθισμα του οδηγού, δευτερόλεπτα πριν άπλωσα το δάχτυλο και ασφάλισα την πόρτα. Είχαμε αρχίσει τις ιστορίες για άλλους που τους έκλεψαν τσάντες καθώς περίμεναν στο φανάρι. Χάζευα τις σταγόνες της βροχής στο τζάμι. Ξεκίνησα με μια και μοναδική πάνω πάνω και την παρατηρούσα να χάνει την ισορροπία της να πέφτει από το βάρος της και κάθε φορά να παρασέρνει την επόμενη. Μέχρι να φτάσει στη βάση του παραθύρου μια γρήγορη κίνηση πίσω από την παραμόρφωσή που προκαλούσε μου τράβηξε τα μάτια.

Βήματα μεγάλα, σίγουρα, γρήγορα στο πεζοδρόμιο αριστερά μου. Αθλητικά μαύρα παπούτσια, τζιν ανοιχτόχρωμο, ούτε ένα σκίσιμο, μια καπαρντίνα χακί, μεσάτη, με τρεις τέσσερις πιέτες σαν γυναικείο φουστάνι κουμπωμένη σε όλα τα κουμπιά, σκουφί που αγκάλιαζε ολόκληρο το κεφάλι του και έπεφτε στους ώμους του όπως σκέφτηκα θα έπεφταν οι μπούκλες των μαλλιών του. Σίγουρα στην καλών τεχνών, με προκάλεσα. Στον έναν ώμο είχε κρεμάσει μια τσάντα φάκελο τόσο γεμάτη που σίγουρα χαλούσε την ισορροπία του στο περπάτημα.

Περίμενα να τον προσπεράσουμε να δω το πρόσωπο του, αλλά κρύφτηκε πίσω από ένα περίπτερο. Τον φαντάστηκα να ζητάει καπνό αρωματικό, φιλτράκια και χαρτάκια, μια εφημερίδα ίσως που θα την έχωνε κάτω από τον ελεύθερό του ώμο να κερδίσει την ισορροπία του και ένα μπουκαλάκι νερό που θα το άνοιγε πριν καλά καλά το πληρώσει. Δεν πρόλαβα να τον δω να βγαίνει από την άλλη μεριά και έπιασα μια άλλη σταγόνα από την αρχή.

Είχαμε πάρει τα εισιτήρια και τα έπαιζα όλα, όχι μόνο το δικό μου, εγωιστικά στο χέρι μου. Σταθήκαμε να περιμένουμε τον άλλο που πάρκαρε. Λέγαμε χαζομάρες και κουνιόμασταν σαν ελατήρια πάνω κάτω να ζεσταθούμε. Η ίδια σίγουρη γρήγορη φιγούρα στα αριστερά μου.

Κατάμαυρα μούσια, περιποιημένα με τρυφερότητα, ένα τέλειο σχήμα, σχεδόν μύριζα το σαπούνι, μάτια το ίδιο κατάμαυρα με τεράστιες βλεφαρίδες, χείλη γεμάτα, χρώμα προσώπου ελάχιστα σκούρο, γλυκό, όχι ψυχρό λευκό σαν το δικό μου.

Πως με βρήκε, αναστατώνομαι. Έπρεπε να στρίψει τουλάχιστον τρεις φορές και να μπει στη στοά του θεάτρου. Με κοιτάει, αλλά δε με βλέπει και προσβάλλομαι.

Παιδιά, έχετε πενήντα λεπτά; Τέσσερις λέξεις σε άπταιστα ελληνικά.

Ανισορροπία. Κοιτάω κάτω μια λεπτή μαύρη γραμμή. Είναι συνομήλικος μας. Τι θέλει από την άλλη μεριά. Έπρεπε να είναι μαζί μας. Έπρεπε, έστω, να μπορεί να μοιράζεται ένα αυτοκίνητο και τις βενζίνες του, να τα βάζει κάτω και να του βγαίνει ένα θέατρο στους πέντε μήνες.

Όχι, δεν έχουμε.

Δεν έχω πενήντα λεφτά. Έχω πενήντα λεπτά της ώρας. Πενήντα ώρες. Πενήντα μέρες. Να με πάρεις και να φύγουμε. Πενήντα λεφτά δεν έχω. Σκύβει το κεφάλι σαν να κάνει υπόκλιση, πισωπατάει δύο τρία βήματα, νομίζω θα χάσει την ισορροπία του, εκείνος όμως γυρνάει και φεύγει, πιο γρήγορα από όσο ήρθε.


Έχουμε χάσει τις ισορροπίες μας. Ακόμα και τις πιο απλές. Εκείνος δεν έπρεπε ποτέ να καταδεχτεί να ζητήσει από μια γυναίκα πενήντα λεφτά και εγώ δεν θα έπρεπε ποτέ να χαρίζω έτσι εύκολα ούτε πενήντα δευτερόλεπτα.  

2 σχόλια:

  1. πενήντα χρόνια του χαρίσατε, αν μπορούσε να το διαβάσει αυτό

    ΚΚΜ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. μακάρι έτσι να εξισορροπούσα τα 50 λεφτά που μου ζήτησε

      Διαγραφή