Τρίτη 24 Σεπτεμβρίου 2013

χαμόγελα στις σόλες

Το σπίτι ισόγειο, ένα μακρόστενο Γ. Όλα τα δωμάτια ένας διάδρομος και σε όλα μια πόρτα που οδηγεί στην αυλή. Στην μια άκρη μέσα στο κρύο το μπάνιο, στην άλλη μια αποθήκη χωμένη στο βουνό.

Το υπνοδωμάτιο σκοτεινό. Το μοναδικό παράθυρο με μόνιμα κλειστά παντζούρια και μπροστά του ένα κωμό σκαλιστό από σκούρο ξύλο. Πίσω από το κλειδωμένο του ντουλάπι με τζάμι κρατάει η γιαγιά τα κουλούρια με τη ζάχαρη.

Κοιμάμαι στο ψηλό σιδερένιο κρεβάτι της με το σκληρό στρώμα. Εκείνη έχει σηκωθεί από ώρα μα τώρα έρχεται να μου «μιλήσει». Μέσα στο ύπνο μου ακούω τις παντόφλες της να σέρνονται στο πλαστικό πάτωμα. Το πάτωμα ένα ενιαίο κομμάτι πλαστικού βαλμένο όπως όπως κατευθείαν με κόλλα πάνω στο τσιμέντο. Στις γωνίες σηκώνεται και λίγο στον τοίχο, αλλού έχει ξεκολλήσει και αλλού κάνει φουσκάλες ο αέρας που έχει μείνει μέσα.

Τον ήχο από τα κουρασμένα βήματά της πάνω στο πλαστικό δεν θα μπορέσω ποτέ να τα μεταφέρω στο χαρτί. Και αυτός ήταν ο μόνος θόρυβος που έκανε.

Κάθεται στην άκρη του κρεβατιού και τα πόδια της κρέμονται στον αέρα. Μου χαϊδεύει τα μαλλιά και μου ζητάει ψιθυριστά να σηκωθώ. Δεν μπορώ να φέρω στη μνήμη μου τα λόγια που μου έλεγε.

Σηκώνεται λέγοντας μου ότι με αφήνει να χουζουρέψω λίγο ακόμα. Παίρνει τα βήματα της και φεύγει. Τη δεύτερη φορά θα σταθεί στην πόρτα, δεν θα πατήσει στο πλαστικό και από εκεί θα μου φωνάξει να σηκωθώ.

Τα μαλλιά μου μακριά, μαύρα, ανακατεμένα, κάθομαι στην άκρη του κρεβατιού και τραβάω τη λευκή νυχτικιά μου να πέσει κάτω από τα γόνατα. Βαριεστημένα πηδάω από το κρεβάτι και πηγαίνω προς την πόρτα, εκεί που ίσα διακρίνω τη φιγούρα της γιαγιάς.

Εκείνη έχει βγάλει τη νυχτικιά της από ώρα και έχει φορέσει τα μαύρα της. Εκείνη η νυχτικιά είναι ίδια με τη δική μου. Που ζήτησα εγώ να είναι ίδια. Ακόμα δεν έχω καταλάβει γιατί ήθελα να της μοιάσω. Η μάνα μου, ακόμα και τώρα που η γιαγιά έχει φύγει, όποτε αναφέρεται σε εκείνη τη λέει «άγια γυναίκα».
Εγώ δεν θα περνούσα ούτε κατά διάνυα δίπλα από αυτό το άγια και το ήξερα από τότε.

Της άπλωσα το χέρι μου και με πέρασε από την τραπεζαρία και μετά στην κουζίνα. Μου κρατούσε το αριστερό χέρι με το δεξί δικό της και με το άλλο άνοιξε τη βρύση και μου έπλυνε το πρόσωπο μπροστά από το μαρμάρινο νεροχύτη. Το μπάνιο ήταν πιο μακριά και ήταν κρύο, μα ακόμα και τώρα που ήταν καλοκαίρι δεν πηγαίναμε μέχρι εκεί. Με σκούπισε με την πετσέτα της κουζίνας και μου είπε καλημέρα.

Άπλωσε το χέρι ψηλά και έσυρε το τζάμι του ντουλαπιού για να κατεβάσει μια κούπα. Το ντουλάπι της κουζίνας σαν εκείνα του καφενείου. Το τζάμι έγδερνε τους αλουμινένιους οδηγούς και το λάστιχο με την κίνηση σηκωνόταν και έφευγε από τη θέση του.

Μου ζέστανε το γάλα στο μπρίκι ενώ άδειαζε στην κούπα μια τεράστια κουταλιά μέλι. Εγώ ακίνητο μικρό φαντασματάκι με μπερδεμένα τα μαλλιά.

Το ήπια όρθια, ενώ εκείνη έφερνε τη βούρτσα να συνεφέρει τα μαλλιά μου.

Με έστειλε να ντυθώ. Πότε είχε προλάβει να βγάλει τα σεντόνια να αεριστούν και είχε απλώσει τα ρούχα μου στο στρώμα δεν το κατάλαβα ποτέ.

Σορτσάκι κοντό με ίδιο μπλουζάκι που εκείνη μου είχε ράψει, πάντα λευκό το σετ με μικρά λουλουδάκια παντού. Και πέδιλα εκρού με πλαστικές σόλες.

Είχε ετοιμάσει τον ελληνικό της στο μικροσκοπικό φλιτζάνι και δίπλα είχε τον δικό μου, αραιωμένο, με το πιατάκι γεμάτο παξιμάδια. Εκείνα του μνημόσυνου σε σχήμα ρόμβου, πλάγια κομμένα, όλα συμμετρικά. Ακουμπισμένα στην οβάλ τραπεζαρία, με το βελούδινο πράσινο τραπεζομάντιλο και από πάνω η πλαστική προστατευτική διαφάνεια. Το βελούδο μένει καθαρό μα όλα πάνω στη διαφάνεια κολλάνε. Το πιατάκι, το ποτήρι, το χέρι από τον καρπό μέχρι τον αγκώνα, που για να το σηκώσεις σηκώνονται οι τρίχες σου και ακούγεται εκείνο το ενοχλητικό σσσσσσχράτς.

Στη μαμά δεν το λέμε ότι βουτάω παξιμάδια σε ελληνικό νεροζούμι. Δεν θα με άφηνε, είμαι μικρή. Μα είναι και αυτή μια από τις συμφωνίες μας με τη γιαγιά.

Το πρωί παίζω στην αυλή. Στο άγριο τσιμέντο. Δίπλα από τις τριανταφυλλιές και τα χορταράκια που βγαίνουν από τις ρωγμές.

Δεν είναι μεγάλη μα εκεί κάνω ποδήλατο το πρωί. Και κοπανάω και τις δύο βοηθητικές μου στις σιδερένιες μαύρες καρέκλες και έτσι όπως τις αρπάζω για να μην πέσω μπλέκονται τα δάχτυλά μου στα πράσινα πλαστικά που έχουν για κάθισμα και πλάτη.

Αφήνω το ποδήλατο και πιάνω τις κούκλες. Ποιες κούκλες δηλαδή, μια έχω. Μια Bibibo με μαύρα μαλλιά και δύο ρουχαλάκια που και αυτά τα έραψε η γιαγιά.

Κάποτε η κούκλα είχε πόδια και μαλλιά. Το πλαστικά της άκρα ήταν πολύ ελαστικά. Της δάγκωνα τις πατούσες συχνά και παρατήρησα ότι από τον αστράγαλο και πάνω κάτι σκληρό είχε από μέσα. Έτσι έκοψα το αριστερό πόδι με τα δόντια. Ξεπρόβαλε ένα σίδερο με τετραγωνισμένη άκρη. Σε λίγα λεπτά ξεγύμνωσα και το άλλο πόδι για την ομοιομορφία. Σκέφτηκα ότι έτσι θα είναι και στα χέρια μα δεν ήθελα να το επιβεβαιώσω. Τα πόδια κρύβονται με μακρύ φουστάνι τα χέρια όμως όχι.

Εκεί που ήταν τα μαύρα της μαλλιά, είναι πεταμένες κάποιες μαύρες τρίχες και από μέσα διακρίνεται το άσπρο κρανίο σαν να είναι φυτεμένο με μαύρο γκαζόν.

Το κεφάλι ασύμμετρα μεγάλο από το υπόλοιπο σώμα. Φαινόταν άσχημο. Τώρα νομίζω έχω δει κούκλες που επίτηδες το κεφάλι είναι πιο μεγάλο από το σώμα. Μα και πάλι άσχημο το βλέπω.

Έχω και μια άλλη κούκλα. Μεγάλη. Αν της τεντώσω τα πόδια είναι μισή στο ύψος από εμένα. Την έχει φέρει ο μπαμπάς από το εξωτερικό. Δεν επιτρέπεται να παίζω όμως, γιατί θα τη χαλάσω. Είναι στο δωματιάκι με τη ραπτομηχανή της γιαγιάς πάνω σε ένα ψηλό σκαμπό και από πάνω έχει ένα προστατευτικό διάφανο κάλυμμα. Έχει μάτια με τεράστιες βλεφαρίδες που ανοιγοκλείνουν κάνοντας κλακ κλακ, ρουζ στα μάγουλα και κοκκινάδι στα λίγο ανοιχτά γεμάτα χείλη της. Σαν να χαμογελά λίγο μου μοιάζει ή να ετοιμάζεται κάτι να πει. Τα δάχτυλα και στα δύο της χέρια είναι ανοιχτά και ο δείκτης κάτι θέλει να δείξει.

Τη βγάζουμε το βράδυ από το κάλυμμα. Εγώ δεν την πιάνω. Η γιαγιά μόνο την παίρνει αγκαλιά σαν να είναι μωρό, της λύνει τη γαλλική κοτσίδα και την ξαναφτιάχνει, και τινάζει σαν ελατήρια τις δύο μπουκλωτές τούφες που πέφτουν δεξιά και αριστερά στο πρόσωπο της. Της βγάζει όλα τα ρούχα, το γαλάζιο φουστάνι με τα ροζ ανθάκια, το μεταξωτό καλσόν, τα δερμάτινα μποτάκια, το βαμβακερό βρακάκι της και μετά την ξαναντύνει με προσοχή και ατελείωτη αγάπη. Νομίζω δεν μπόρεσα ποτέ να δώσω τόση αγάπη σε αυτή την κούκλα. Δεκατέσσερα χρόνια μετά το φευγιό της γιαγιάς, την κοτσίδα και τα ρούχα δεν τα έχει ξαναφτιάξει κανείς.

Μια μέρα ενώ της ξεκούμπωνε τα κουμπιά στην πλάτη του φορέματος, είδα μια μικρή πορτούλα στη δική της πλάτη κλεισμένη με μια βίδα. Δεν τόλμησα να ρωτήσω. Αν έπαιρνε μπαταρίες και μιλούσε δεν θα την είχα ακούσει ποτέ να μιλά; Μέχρι τώρα δεν ξέρω αν η κούκλα μπορεί να μιλήσει, ούτε να υποθέσω τι θα έλεγε.

Όνομα δεν είχε. Μα θαρρώ πως είχα ακούσει μια φορά τη γιαγιά να τη λέει Ελπίδα. Ελπίδα έλεγαν την αδερφή του μπαμπά που χάσαμε. Τη νονά μου. Έφυγε όταν ήμουν μικρή και δεν τη θυμάμαι. Ακόμα όνομα δεν έχει. Είχε μόνο δύο ακόλουθους λέει στρατιωτάκια που δεν τους είδα ποτέ, μια κατακόκκινη βελούδινη εσάρπα που κάπου την είχε πάρει το μάτι μου και ένα σκήπτρο.

Τώρα την έχω αφήσει στο πατρικό μου σπίτι. Ξεσκέπαστη. Κάποιες γιορτές, εξαφανίστηκε η μικρή ανιψιά μου και επέστρεψε από το δωμάτιο μου αγκαλιά με την κούκλα. Την ταρακουνούσε και ένιωθα ότι θα διαλυθούν οι μπούκλες στον αέρα.

Την πλησίασα γρήγορα και ετοιμαζόμουν να της την αρπάξω από τα χέρια. Δεν μπορούσε καν να τη σηκώσει ακόμα και την έσερνε και λίγο. Σταμάτησα λίγο πριν την αγγίξω και γονάτισα να βλέπει τα μάτια μου. Τη βοήθησα να την πάρει αγκαλιά, τύλιξα τα χεράκια της γύρω από την κούκλα και της είπα ότι είναι σημαντική και είναι ευθύνη της να την προσέχει. Να παίξει μα να την αγαπά.

Η μικρή την πήγε πίσω στο δωμάτιο. Μόνο την επόμενη φορά, αφού με ρώτησε για να την πάρει, έτρεξε σαν τρελή στο δωμάτιό μου, μα επέστρεψε κρατώντας την με μεγάλη προσοχή, ακουμπώντας το μάγουλό της στο μάγουλο της κούκλας, τα μάτια κλειστά και τα βήματά της μικρά.

Από τότε όλα τα ανίψια, βαράνε το πιάνο μου χωρίς να ρωτήσουν, τραβολογάν σέρνοντας από τα χέρια ή τα πόδια ότι αρκούδι βρουν, μα αν αποφασίσουν να πάρουν την κούκλα, μόνο με τρυφερές αγκαλιές και αγγίγματα. Νομίζω ότι κάνα δυο φορές τα έχω πιάσει να της ψιθυρίζουν κάτι στο αυτί.

Αφήνω τη bibibo στο τραπέζι, ανώνυμη και αυτή, και τρέχω να φάω.

Το μεσημέρι θα πάρω σβάρνα στην αυλή ότι καρέκλα βρω όσο αθόρυβα μπορώ γιατί η γιαγιά κοιμάται και εναλλάξ θα παίζω με την κούκλα.

Μέχρι να ξυπνήσει να βγει στην πόρτα και να δώσει το σύνθημα. Ένα χαμόγελο χωρίς λέξεις. Τα μάτια μου ρωτάν ικετευτικά «γιαγιά να φύγω;»

Παρατώ το ποδήλατο στο τσιμέντο, οι βοηθητικές στραβώνουν λίγο λίγο με κάθε τέτοιο πέταμα, κατεβαίνω τα τρία σκαλιά και ανοίγω την ψηλή σιδερένια αυλόπορτα σα σίφουνας.

Τρέχω στην πλατεία και γίνομαι ένα με την υπόλοιπη συμμορία. Ματώνω τα γόνατά στα χαλίκια πέφτοντας από την κούνια. Γρατζουνώ τα δάχτυλα πιάνοντας τα στις λαμαρίνες ανεβαίνοντας ανάποδα την τσουλήθρα. Ξηλώνω τις τσέπες πιάνοντας τες στα σιδερένια γατζάκια στο γύρω γύρω όλοι.
Γεμίζω χαλίκια τις πατούσες και τις πονώ τινάζοντας τα πόδια μου στην τραμπάλα για να φτάσω ψηλά. Ανοίγω τις σόλες από τα πέδιλα παίζοντας ποδόσφαιρο στις πλάκες του πεζοδρομίου.

Και οι σόλες κάνουν χαμόγελα. Όλη η συμμορία έχει χαμόγελα στις σόλες. Τα ρούχα έγιναν καφέ από το χώμα και το χώμα έγινε λάσπη από τον ιδρώτα. Πολλές φορές καθόμαστε κάτω φέρνουμε τα πόδια οκλαδόν, πιάνουμε με τα χέρια τις ξεκολλημένες σόλες και τις αφήνουμε να μιλάνε και να γελάνε μεταξύ τους.

Ξέρω ότι που και που η γιαγιά σκαρφαλώνει στο πεζούλι κρεμάει τα χέρια της από τα ψηλά κάγκελα και προσπαθεί να με ξεχωρίσει από τα υπόλοιπα παιδιά.

Έχει νυχτώσει πια και σε αυτή τη στάση έχει αρχίσει και με φωνάζει. Παίρνω φόρα και τρέχω να τη βρω σαν να έκανα αγώνα δρόμου.

Μπαίνω στην αυλή και κλειδώνω με τους σύρτες και τις δύο πόρτες γιατί είναι δουλειά που μου έχει αναθέσει.

Εκείνη πάει προς το σπίτι. Κάθομαι απέναντι από την πόρτα της κουζίνας σε ένα μικρό πεζούλι. Εκείνη φέρνει έναν πορτοκαλί μαστραπά και το Ava για τα πιάτα. Γονατίζει μπροστά μου και μου πλένει τα πόδια. Γκρινιάζει τόσο γλυκά. Για τα φαγωμένα γόνατα, τις σκισμένες τσέπες. Την κοιτάω στα μάτια.

Μου λείπουν τα μάτια της. Δεν ήθελα να γίνω αγία ποτέ στη ζωή μου. Μα κοιτώντας την στα μάτια έκλεβα λίγη από την αγνότητά της. Και τώρα δεν έχω που να κοιτάξω για να το βρω αυτό.


Ας ήταν έστω καλοκαίρι πάλι. Ή ας έκαναν λίγα χαμόγελα οι σόλες.



Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2013

όνειρο, ευτυχώς

Η μάνα μου εκτός από εμένα είχε ακόμα τρία παιδιά. Αγόρια. Το μπαμπά δεν τον είδα πουθενά. Καθόμασταν οι τέσσερις γύρω από το στρογγυλό τραπέζι της κουζίνας.

Εγώ είχα σκύψει το κεφάλι κάτω, σα να με είχαν μαλώσει και κοιτούσα τα ενωμένα μου μπούτια. Κρατούσα με τα δύο μου χέρια, δεξιά και αριστερά το ψάθινο κάθισμα της καρέκλας και κάθε λεπτό ένιωθα να βουλιάζω και οι ίνες της ψάθας να μπαίνουν στη σάρκα των γυμνών μου ποδιών.

Η μάνα μου στον πάγκο έκοβε το ζεστό ψωμί και μουρμούριζε ένα νανούρισμα. Μύριζε μέλι, γάλα και καμένο ξύλο.

Τα αδέρφια μου έτρωγαν κάνοντας φασαρία, εγώ ακόμα μαλωμένη, κάπου μπροστά μου είχα ένα πιάτο με ψωμί και μέλι ανέγγιχτα. Ο Άσπρος και ο Μαύρος λογομαχούσαν, ενώ ο Γκρι που και που τους έκανε παρατήρηση λέγοντας ότι τον ταράζουν και του χαλάν την ηρεμία.

Μεγάλωσαν γύρω από το τραπέζι της κουζίνας. Εγώ ένιωθα να μένω όπως ήμουν. Ούτε μικρή, ούτε μεγάλη. Η μαμά κάπου μετά την εφηβεία τους, έφερε ένα μεγάλο κεφάλι τυρί και το άφησε στο κέντρο του τραπεζιού με ένα μαχαίρι καρφωμένο στο κέντρο. Στη μύτη μου έφτασε η ξινίλα και δυσανασχέτησα, με ένα μορφασμό στο πρόσωπο μου. Δεν είχε σταματήσει όλα τα χρόνια να φέρνει ζεστό ψωμί, μέλι και γάλα.

Ο Μαύρος είχε μια καλή δουλειά, που δεν ξέρουμε αν την αγαπούσε, αλλά έλεγε για όλους εκείνους που ήρθαν να του την πάρουν, αλλά και για κάτι άλλους που ήταν από πάντα εδώ και του χαλάν τη ζαχαρένια. Ο Άσπρος είχε και αυτός μια καλή δουλειά, που την αγαπούσε, αλλά όλο στους δρόμους ήταν ή για να κάνει ποδήλατο ή για να χαλάει τη ζαχαρένια του Μαύρου.

Ο Γκρι, είχε βρει μια δουλίτσα, είχε πάρει ένα σπιτάκι και όταν δεν τους έλεγε να πάψουν να τσακώνονται, χαμογελούσε μια στον Άσπρο, μια στο Μαύρο. Ξαφνικά σηκώθηκε και μέσα στο χαμόγελο, τράβηξε το μαχαίρι από το τυρί και πήρε το κεφάλι του Μαύρου.

Θα σκότωνε τα παιδιά μου, είπε.

Όπως ήταν όρθιος πλησίασε και πήρε και το κεφάλι του Άσπρου.
 
Θα κατέβαζε τα παιδιά μου στους δρόμους, είπε.

Κάθισε ξανά στο τραπέζι ήρεμος και για λίγο συνέχισε να τρώει πάνω από τα αίματα. Ένιωσα τα μάτια του πάνω μου. Έκανε να σηκωθεί ξανά.

Ένιωσα τη μάνα μου πίσω από την πλάτη μου. Έβαλε την παλάμη της στο μέτωπο μου και ρίχνοντας το κεφάλι μου πίσω, με το μαχαίρι του ψωμιού, ζεστό ακόμα, μου έκοψε το λαιμό.


Μετά ξύπνησα. Ήταν κάπου γύρω στις 4 ξημέρωμα.


Μετά κοιμήθηκα. Με κόπο. Αλλά ξανακοιμήθηκα.

Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2013

μήπως και έχω φύγει

Γιατί δεν σε έκανα κομμώτρια και να σε πάντρευα στο χωριό.



Αυτά σκεφτόταν η μάνα μου όταν μπαίναμε στην Ξάνθη. Μόνο που δεν το είπε τότε, αλλά δύο τρία χρόνια αργότερα.

Πάμε για να γραφτείς παιδάκι μου και αν δε σου αρέσει φεύγεις.

Άμα πάω, τέρμα. Θα κάτσω. Πισωγυρίσματα δεν έχει. Το θράσος της εφηβείας μου.

Ξαπλωμένη ανάσκελα στα πίσω καθίσματα του αυτοκινήτου με κλειστά τα μάτια, προσπαθούσα να υπολογίσω πόσα χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι θα βρίσκομαι. 750 είναι τώρα. Στα πρώτα χρόνια μου εκεί δεν είχε φτιαχτεί η Εγνατία μετά τη Θεσσαλονίκη, οπότε ήταν αρκετά περισσότερα.  Θυμάμαι την καθιερωμένη στάση στην Ασπροβάλτα και πόσο ήθελα να δαγκώσω τον εκάστοτε λεωφορειατζή που για να πάρει ποσοστά από τις αγορές μας, δεν έκανε λίγο υπομονή να φτάσουμε.

Σήκω παιδάκι μου να δεις την Ξάνθη.

Άνοιξα τα μάτια μου και έτσι ανάσκελα όπως καθόμουν είδα την κορυφή ενός τζαμιού να τρυπάει έναν μουντό ουρανό και τα μάτια μου. Τα έκλεισα γρήγορα και με δύναμη.

Έχω καιρό να τη δω ρε μάνα. Άσε με. Νυστάζω.

Έμειναν μαζί μου μόνο δύο βράδια. Μείναμε στο διπλό κρεβάτι ενός ξενοδοχείου και οι τρεις μαζί. Σαν να ήμουν πεντάχρονο που τους ήθελε στη μέση της νύχτας μετά από κάποιο άσχημο όνειρο, κοιμήθηκα ανάμεσα τους. Σε δύο μέρες έκλεινα τα 18. Την επόμενη πήγα με το μπαμπά μου να γραφτώ στη σχολή. Ένιωσα ότι η μάνα μου με απέρριπτε. Που να 'ξερα.

Μέχρι το απόγευμα μου είχαν βρει μια κοπέλα από τα μέρη μας, που είχαμε κοινό καθηγητή στη φυσική, να μείνω μαζί της. Πήγαμε να δούμε το σπίτι. Η κοπέλα ήθελε να μοιραστεί τα έξοδα και εγώ έπρεπε να κερδίσω χρόνο. Δεν είχαμε καιρό για ψάξιμο. Μοιραστήκαμε, εκείνη το δωμάτιο και εγώ το σαλόνι. Με δύο καναπέδες μπλε σπασμένους στη μέση. Και ένα σύνθετο με τζάμια να το κάνω ντουλάπα. Για έξι μήνες είχα τα μισά ρούχα μου στολισμένα σα μπιμπελό και τα άλλα μισά μέσα σε βαλίτσα. Έπρεπε να διαλέξω να κοιμάμαι, ανάμεσα σε δύο καναπέδες σπασμένους, ο ένας με τούβλα για στήριγμα, ο άλλος χωρίς.

Θα κοιμηθώ σε αυτόν. Μια χαρά είναι με τα τούβλα. Μπορείτε να φύγετε αύριο. Θα κοιμηθώ από σήμερα εδώ. Να συνηθίζω.

Η συγκατοίκηση με άγνωστο ίσως φάνταζε πιο εύκολη από μια με κάποιον γνωστό. Καλή κοπέλα η Βάσω. Μετά τους έξι μήνες που έμεινα μαζί της δεν την ξαναείδα. Απλά ποτέ δεν κολλήσαμε μεταξύ μας. Πάντα όμως είχε τρόπο να μου φτιάχνει τη διάθεση. Έβρισκα πιάτα με μπάμιες και φασολάκια στο ψυγείο και ένα πιρούνι καρφωμένο όρθιο.

Αφού θα ξαναφάω το βράδυ! Να πλένω δύο φορές το πιρούνι;

Σοφή κίνηση.

Ένα μεσημέρι τη βρήκα να τηγανίζει μπριζόλα. Την είχε καρφώσει και την είχε σηκώσει όρθια στο τηγάνι.

Τι κάνεις ρε συ Βάσω;

Κοίτα. Πρέπει να ψηθεί και από μέσα, εγώ με αίματα δεν την τρώω.

Οι γονείς μου την επόμενη έφυγαν. Θα έμεναν ένα βράδυ στην Αθήνα. Ένιωσα να βράζω. Έφυγαν από εμένα για να πάνε στην Αθήνα και αύριο είχα γενέθλια. Και με άφησαν μόνη να προσέχω τη Βάσω.

Έλα ψυχή μου, χρόνια πολλά, τι κάνεις; Η μαμά βγήκε από το χειρουργείο;

Η θεία μου με άφηνε μαλάκα. Και ήταν η πρώτη που φιλοτιμήθηκε να μου ευχηθεί.

Η κύστη που είχε η μάνα μου στη μήτρα είχε σπάσει. Είχε σπάσει από την ημέρα που με πήγαιναν Ξάνθη. Λίγες ώρες να το άφηνε ακόμα θα της είχε φάει το δηλητήριο τα σωθικά. Θα την χάναμε χωρίς να το καταλάβουμε. Χρόνια μετά μου είπε ότι αφήνοντάς με πίσω έκλαιγε σε όλη τη διαδρομή, σε κάθε χιλιοστό που διένυε το αυτοκίνητο και σε κάθε λακκούβα δαγκωνόταν να μην ουρλιάξει. Μα δεν θυμάται αν ήταν από τον πόνο στην κοιλιά της ή τον πόνο που με άφηνε πίσω.

Μπήκε στο χειρουργείο την ίδια ώρα και την ίδια μέρα που 18 χρόνια πριν είχε μπει για μένα. Έκλαιγε και τη ρωτούσαν οι νοσοκόμες γιατί κλαίει, της έλεγαν ότι όλα θα πάνε καλά και εκείνη στην ερώτηση γιατί κλαίει, απαντούσε γιατί έτσι.

Δεν καθυστέρησα τις σπουδές μου, δεν καθυστέρησα το μεταπτυχιακό μου, δεν έκατσα ούτε μια εβδομάδα και βρήκα δουλειά. Μα τώρα καθυστερώ φόρους, χαράτσια, ασφάλειες και ότι άλλο. Γέμισα ένα βιογραφικό κάποια χρόνια με πραγματικό κόπο και τώρα κάθομαι και το κοιτάω. Με θαυμάζω εγώ και άλλοι όμοιοι μου.

Α τι ωραία δουλειά αυτή. Κοίτα και εδώ τι έκανα. Κοίτα και εδώ.

Κάποιες φορές ακούω τη μάνα μου ακόμα να λέει γιατί δε με έκανε κομμώτρια. Κάποιες φορές το λέω και εγώ.

Εδώ και οκτώ μήνες προσπαθώ να φύγω. Στην αρχή στα ψεύτικα. Νόμιζα ότι κάτι με κρατάει εδώ. Τον τελευταίο μήνα όμως προσπαθώ στα αληθινά. Αυτό που νόμιζα ότι με κρατάει, αυτό είναι που με κάνει να θέλω να φύγω όσο πιο μακριά.

Στέλνω το υπέροχο βιογραφικό μου παντού. Παντού.

Και όταν παίρνω απάντηση, ακόμα και αρνητική, αυτοματοποιημένη ή μη, καλώ τους φίλους που ήδη έχουν φύγει και κάνουμε πάρτι στο skype.

Ήθελα να το γράψω αυτό σε περίπου ένα μήνα από τώρα που θα κλείνω τα 31. Έτσι, δώρο για την επέτειο. Αλλά, θέλω τόσο πολύ να έχω φύγει, που δεν κρατήθηκα. Και μετά δεν θα βρίσκω νόημα να το κάνω.

Και ρε συ μάνα. 

Και κομμώτρια να με έκανες. Με τούτα και με εκείνα. Τα ξέρεις. Πάλι θα έφευγα. 

Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου 2013

τι είναι;

Χαρισμένο, δανεικό, δανεικό και αγύριστο ότι να ναι τέλος πάντων!

Γιαμαχάκι, πενηνταράκι, διχρονάκι, κουδουνιστράκι, κουκλί. Μυρίζουν τα μαλλιά καμένο λάδι.

Τις πιο ωραίες βόλτες στην πιλοτή σου λέω! Ανάμεσα από τα αυτοκίνητα, τη λεμονιά και τις λεβάντες.

Ο άλλος που έχει καβαλήσει μόνο supersport το πάει βόλτες και κακαρίζει σαν την κότα από τα γέλια.

Πίσω φρένο δεν έχει, όχι ότι έχει μπροστινό. Ηλεκτρικά δεν έχει. Κλειδί δεν έχει! Τίποτα δεν έχει!

Και όμως έφαγα τα χέρια μου να καθαρίζω λάδια, κόλλες και μπογιές.

Συζητήσεις επί των συζητήσεων τι είναι μοτοσικλετιστής. Τι είναι;

Ότι θέλει ο καθένας είναι!

Θέλει πίστες και χρόνους, θέλει 500μέτρα ποζεριά και καφέ, θέλει να εξυπηρετηθεί στην κίνηση, θέλει αέρα στα μούτρα και χιλιόμετρα, ότι θέλει. Ότι θέλει είναι.


Λες και η ευτυχία των άλλων θα στερήσει τη δική σου. 

Δευτέρα 9 Σεπτεμβρίου 2013

wooh

Γιώργο το παιδί θα κρυώσει; Να πάρει μια ζακέτα μαζί.

ακρόαση υποχρεωτική

Χελόουουου, το παιδί είναι δίπλα σου, σε απόσταση πιο κοντινή από το Γιώργο. Για κοίτα το καλύτερα. Πόσο παιδί σου φαίνεται; Ναι ξέρω πάντα παιδί θα σου φαίνομαι. Αλλά μην το παρατραβάς, που τώρα στα πρώτα άντα μου θυμήθηκα να πάω για ψάρεμα με το μπαμπά. Άσε που έχω φύγει από το σπίτι με τιμές και δόξες και ευχές πολλές, εδώ και κάτι χρόνια.

Να πω πόσο μαγικά μοιάζουν όλα, μήνα Αύγουστο βγαίνοντας από το λιμάνι λίγο μετά τις 8:30, την ώρα που βραδιάζει και νιώθεις ό,τι σε πονάει να σε πονάει πιο πολύ, δεν θα το πω. Γι’ αυτό πονάει πιο πολύ γιατί όλα δείχνουν ότι στάθηκαν ακίνητα για δευτερόλεπτα λίγο μετά από έναν εξουθενωτικό χορό, που εσύ εννοείται δεν πήρες μέρος ούτε στη γιορτή ούτε καν στην ανάπαυλα. Είναι σαν να στέκονται όλα να πάρουν μια ανάσα, ρουφώντας αυτό το παράξενο μπλε που σε κοροϊδεύει, αλλάζει απόχρωση κάθε δευτερόλεπτο και δεν ξέρεις τι μπλε να το πεις. Εσύ μπορεί να έβρισκες να του κρεμάσεις ένα όνομα, εγώ ξέρεις ότι δεν θα τα κατάφερνα ποτέ.

Όταν βγούμε στα ανοιχτά κάθομαι σε ένα σιδερένιο καρεκλάκι και πηγαίνω πέρα δώθε με το κούνημα της βάρκας. Έχω μπροστά μου το πανέρι και το καρούλι στα πόδια μου. Έχω πετάξει την πετονιά με την καλαμαριέρα στα τριάντα με σαράντα μέτρα βάθος και κάθε τόσο την παίζω με τα χέρια μου. Έτσι είπε το αφεντικό. Πρέπει να την τραβάω λίγο και να την αφήνω, για να προκαλώ τα καλαμάρια με το φωτάκι που έχει ενσωματωμένο. Αν έχουν μαζευτεί θα το καταλάβω ,γιατί κάνει σαν να τσιμπάνε και τότε θα πρέπει να τραβήξω με δύναμη και κάπου θα καταφέρω να τα καρφώσω.

Το έχω ξανακάνει με επιτυχία όλο αυτό. Αλλά σήμερα μου σπάσανε τα νεύρα. Ρίχνω την πετονιά, την τραβαω την αφήνω, την αναγκάζω να κάνει νάζια, χορούς, σκέρτσα και ότι μπορείς να φανταστείς. Την ανεβάζω πάνω και δοκιμάζω σε άλλα βάθη. Τίποτα. Και εκεί που είμαι έτοιμη να τα παρατήσω κατανοώ την κατάσταση.

Εκεί που έχω ρίξει την καλαμαριέρα μου με το φωτάκι, έχουν μαζευτεί καμιά τριανταριά καλαμάρια. Χορεύουν ζευγάρια ή και μόνα τους, πλέκουν πλοκάμια, αφήνουν μελάνι, ρίχνουν κλεφτές ματιές στην επιφάνεια και κλείνουν το μάτι, η θάλασσα κάτω από την επιφάνεια μια απέραντη πίστα και εγώ κάνω το φωτάκι με την κίνηση ντισκομπάλα.

Ένα τραγουδάει

You in my arms...

Και όλα τα υπόλοιπα με μια φωνή

Wooh!

Και εγώ χαμογελάω και συμπληρώνω


Wooh hoo hoo!


Δευτέρα 2 Σεπτεμβρίου 2013

κάθε κυριακή

Κάνε μου μια χάρη και ανέβασε αυτές τις πετσέτες στο 101.

Ρε μάνα είναι από τις παλιές.

Είναι πεντακάθαρες. Εκείνος το ξέρει. Είναι αυτός που έρχεται κάθε Κυριακή.

Κάθε Κυριακή εδώ και δύο χρόνια. Έρχεται στις 3 το μεσημέρι και μέχρι τις 5 έχει φύγει. Πληρώνει από πριν. Εκείνη ανεβαίνει στο δωμάτιο από τις εξωτερικές σκάλες και φεύγουν μαζί από εκεί. Δύο χρόνια τώρα τον έχω δει μόνο τρεις τέσσερις φορές, εκείνη ποτέ.

Και δεν θα μπορούσε να είναι άλλη μέρα. Μόνο Κυριακή. Μια μέρα μετέωρη, ανολοκλήρωτη. Μια μέρα μόνη της. Δημιουργημένη να μένει μισή και πάλι να φαντάζει αρκετή.

Και εκείνος έρχεται κάθε Κυριακή. Εκείνος ζει μια εβδομάδα για  σκάρτες δύο ώρες μιας Κυριακής. Και του αρκούν παλιές πετσέτες και δωμάτια χωρίς θέα.


Και αν έχεις να περιμένεις Κυριακές, κάτι γίνεται. Άμα δεν έχεις να σε δω με τι παραμυθιάζεσαι.

Αν ήθελες δωμάτιο με θέα αυτό θα έβλεπες.
http://www.youtube.com/watch?v=NxZG62y07lY&feature=endscreen
 

Παρασκευή 26 Ιουλίου 2013

ζωές

Στα πέντε δάχτυλα του δεξιού μου χεριού έχω άλλα τόσα  μπλεγμένα στα δικά μου. Μόλις μισή ώρα πριν κάποιο ρολόι μηδένισε και άρχισε να μετρά από την αρχή για μια καινούργια μέρα. Το φεγγάρι μετράει μια μέρα αντίστροφης πορείας. Οι ταβέρνες κλείνουν και κάποια συμπαθητικά μπαράκια γεμίζουν σιγά σιγά με ξένους κυρίως τουρίστες. Στεκόμαστε λίγο στην άκρη του πλακόστρωτου να περιμένουμε άλλα τόσα μπλεγμένα δάχτυλα.

Σηκώνω το βλέμμα και τον βλέπω. Αδύνατος. Γύρω στα εξήντα πέντε. Με ένα τζιν ξεβαμμένο, ξεφτισμένο κάτω χαμηλά στο μπατζάκι. Η μπλούζα του ένα παιχνιδιάρικο μπλε, χρώμα που πρέπει να είχαν τα μάτια του πριν χρόνια. Τώρα φαίνονται άδεια, μα γεμάτα. Κάθεται σε μια ξύλινη καρέκλα με ψάθινο κάθισμα. Το αριστερό του χέρι ακουμπά στο καρό τραπεζομάντιλο και στα δάχτυλα παίζει ένα λευκό αναπτήρα. Στο στόμα έχει ένα σβηστό τσιγάρο. Έχει κολλήσει στο πάνω χείλος του και έχει πάρει μια ελαφριά κλίση προς τα κάτω όπως εκείνος έχει ανοίξει λίγο τα χείλη του.

Πλησιάζει το πρόσωπο του στον αναπτήρα και κάνει να ανάψει το τσιγάρο. Μισοκλείνει τα μάτια και με το τσάφ του αναπτήρα χάνομαι.

Κάθομαι στο πεζούλι  έξω από το παράθυρο της κουζίνας και δένω τα δερμάτινα καφέ σανδάλια μου. Σφίγγω τα κορδόνια με δύναμη πάνω στους αστραγάλους και νιώθω το σημάδι που μου αφήνει πάνω από την άμμο και την αλμύρα. Η μάνα μου απλώνει κάτι σώβρακα δίπλα στην αυλή.

Το φουστάνι που φοράς είναι άπλυτο!

Και εγώ. Της μουρμουρίζω. Σηκώνομαι από το πεζούλι και τρέχοντας κατηφορίζω το πλακόστρωτο.

Που πας! Η ώρα είναι μια! Να γυρίσεις να φάμε! Ακούς; Σε μισή ώρα να είσαι πίσω αλλιώς θα σου βγάλω το μαλλί τρίχα τρίχα!

Και δε μου το βγάζεις; Αν καταφέρεις να χώσεις τα δάχτυλά σου εκεί μέσα.

Τρέχω σαν τρελή. Στη διασταύρωση με το χωματόδρομο πατάω φρένα. Το κορδόνι κόβει το δέρμα ανάμεσα στα δάχτυλά μου. Στρώνω όπως όπως το λινό μου φουστάνι και βγαίνω στη γωνία. Προσπαθώ να βρω τις ανάσες μου αλλά μάταιος κόπος. Τον βλέπω και τις χάνω ακόμα περισσότερο.

Έχει σταθεί δέκα μέτρα παρακάτω. Δεν έχει ξεκαβαλίσει και το μοτέρ δουλεύει ακόμα. Πλάτη σε εμένα και τα σίδερα της μικρής να γυαλίζουν.

Ακόμα λίγο και θα φευγα. Ανέβα.

Κάθομαι στο πλάι και αφήνω τα πόδια μου μετέωρα. Τυλίγω τα χέρια μου στη μέση του και κολλώ το μάγουλό μου στην πλάτη του.

Κάθε μεσημέρι τα ίδια. Τα μαλλιά μου γεμίζουν σκόνες και τα μάτια μου μυγάκια. Σε κάθε τράνταγμα της μέσης μου νιώθω αν όχι την ίδια, μεγαλύτερη ικανοποίηση.  Δεν ρωτώ ποτέ που πάμε. Δε με νοιάζει. Κουβέντα δε μου λέει. Με αφήνει να κατέβω λίγα μέτρα από τη θάλασσα. Βγάζω το φουστάνι μόνο. Τα πέδιλα ποτέ. Θέλω να στεγνώνουν πάνω μου και να τα νιώθω να στεγνώνουν με το αλάτι και να μου σημαδεύουν τους αστραγάλους.  Εκείνος δε βουτά ποτέ. Κάθεται μόνο στη σέλα στο πλάι, ανάβει το ένα τσιγάρο μετά το άλλο και κάνει πως κοιτά τη θάλασσα. Μετά από καμία ώρα μου φωνάζει.

Τελείωνε, έχω δουλειά.

Φορώ το φουστάνι όπως είμαι βρεγμένη και καβαλώ πάλι. Ο ήλιος μου καίει τους ώμους. Το χώμα κολλά στα βρεγμένα μου πόδια. Με αφήνει ακριβώς από εκεί που με πήρε, ούτε εκατοστό πιο πέρα. Στέκομαι για λίγο όρθια δίπλα του να κλέψω μια λέξη, ένα άγγιγμα, ένα φιλί. Κοιτά πάντα μπροστά.

Αύριο. Να είσαι εδώ.

Εδώ θα είμαι.

Φεύγει πάντα πριν πάρει απάντηση. Δεν γυρνώ ποτέ να κοιτάξω που φεύγει. Ακούω τη μάνα μου να φωνάζει το όνομά μου. Αρχίζω να τρέχω και πριν στρίψω στη γωνία νιώθω πέντε δάχτυλα να σφίγγουν τα δικά μου.

Πάμε; Που χαζεύεις;

Ο αναπτήρας κάνει τσαφ και το τσιγάρο είναι ακόμα σβηστό. Τα μάτια του έχουν γίνει μπλε βαθύ και στα χείλη του διακρίνω ένα πονηρό χαμόγελο.

Αρχίζω πάλι να βαδίζω στο πλακόστρωτο με τα πέντε δάχτυλα να σφίγγουν τα δικά μου. Περνώ τη γλώσσα πάνω από τα χείλη μου και γεύομαι αλμύρα.

Και εγώ που νόμιζα ότι έχω μόνο μια ζωή να ζήσω…



Πέμπτη 18 Ιουλίου 2013

κουτάκι

Ένα μικρό κουτάκι ευτυχίας να ανοίξεις και να μπεις μέσα. Και ευτυχισμένος θα είσαι μόνο όταν θα το κρύψεις. Και αγώνα θα κάνεις για να γνωρίζεις μόνο εσύ που έκρυψες αυτό το κουτάκι. Αλλιώς θα σηκώνεσαι στις μύτες των ποδιών σου για  να το δείχνεις. Και έτσι θα ξεχάσεις την ευτυχία σου. Και ζήλια θα προκαλείς μόνο στους ομοίους σου. Οι ξεχωριστοί είναι μέσα στο δικό τους κουτάκι πάνω από το ύψος των ματιών σου και δεν τους βλέπεις όσο κι αν τεντώνεσαι. Και όσο και αν φωνάζεις για να δουν το άδειο κουτάκι σου, εκείνοι έχουν κλείσει το δικό τους και δεν ακούν τίποτα. Και όσο μεγαλώνεις τα γράμματα σου και γράφεις έχω ένα μεγάλο κουτί με ευτυχία το κουτί σου θα μικραίνει και εσύ μαζί. Και όσο περισσότερο κόσμο μαζεύεις να δει την ευτυχία σου, τόσο πιο μόνος σου θα νιώθεις και όλο από την ευτυχία σου θα χάνεις.

Οι ευτυχισμένοι άνθρωποι δεν κάνουν φασαρία. Δε γράφουν με μεγάλα γράμματα, δεν κουνούν χέρια και πόδια για να τους προσέξεις. Έχουν συνείδηση της κατάστασης στην οποία βρίσκονται και απλά τη σέβονται.

Η ευτυχία κάνει ησυχία. 

Τρίτη 16 Ιουλίου 2013

χιλιόμετρα και εικόνες

Τριακόσια εξήντα χιλιόμετρα και κάτι ψιλά επαρχιακός και αυτό μόνο στο πήγαινε. Και αν φαντάζει πιο κουραστικό από την εθνική πίστεψέ με δεν είναι.

Όλη η διαδρομή γεμάτη βιοτεχνίες - παράγκες  «πωλείται ή ενοικιάζεται όλο ή τμηματικά». Και ποιος να το πάρει; Αν έλειπε το τμηματικά θα έλεγα ότι φταίει που πωλείται ή ενοικιάζεται όλο. Τώρα δεν έχω δικαιολογία.

Στρέμματα ατελείωτα με φωτοβολταϊκά, καλαμπόκια και ηλίανθους.

Κάνει ζέστη στο περισσότερο της διαδρομής. Το αυτόματο πότισμα δίνει και παίρνει.

Γύρνα λίγο να ποτίσεις και το δρόμο ρε σνομπαρία. Δρόσισέ μας  που το παίζεις ιστορία και μας έχεις γυρίσει πλάτη.

Από μακριά διακρίνω ένα τρίκυκλο. Αναστατώνομαι και ανασηκώνομαι στη θέση μου, έχει πάρει κλίση αριστερά και νομίζω θα ανατραπεί. Με διαψεύδει πανηγυρικά και πλησιάζοντας διακρίνω έναν κύριο με την κυρία του. Η κυρία αριστερά έχει πιάσει τα τέσσερα πέμπτα από το κάθισμα και έχει υποχρεώσει το τρίκυκλο να σουζάρει από αριστερά. Τα τροφαντά της μπούτια δεν χωρούν κάτω από το λουλουδάτο φόρεμα και το ένα της χέρι έχει αγκαλιάσει το σύζυγο από το λαιμό, σχεδόν τον πνίγει. Εκείνος έχει απλώσει τα χέρια, έτοιμος για εξάρθρωση, για να πιάνει το τιμόνι και κρατά κόντρα με τα πόδια ίσα να μην βρεθεί εκτός καθίσματος αλλά και τόσο ώστε να μην τον πνίξει η αγάπη της καλής του.

Οι ευθείες πολλές και μεγάλες, σε μια δεξιά παρατεταμένη ανηφορική, αναστατώνομαι.

«Θα ξύσουμε, θα ξύσουμε!»

Ναι. Λέω να ανοίξω το κράνος να βάλω δάχτυλο και να ξύσω τη μύτη μου. Και αυτό θα είναι και το μοναδικό ξύσιμο που θα νιώσω.

Ένα τσαλακωμένο αυτοκόλλητο στο πίσω μέρος ενός συμπαθέστατου κουβαδακίου «baby on board»  μου τραβά της προσοχή μέχρι να το προσπεράσουμε. Είναι σαν να το τσαλάκωσαν και μετά να το κόλλησαν. Στα πίσω καθίσματα δεν χωρά να περάσει ούτε ο αέρας που αναπνέουν.

«Πράγματα. Τι τα θέλουν τόσα πράγματα. Λογικό να τσαλακωθεί το παιδί στο πίσω κάθισμα»

Στο λασπωτήρα ενός φορτηγού διαβάζω cargobull. Στο τέλος της λέξης ένα ελεφαντάκι με την προβοσκίδα στον ουρανό. Κάτι δεν έχω καταλάβει καλά.

Σε όλη τη διαδρομή μέτρησα τρία κατσαριδάκια. Ένα κίτρινο, ένα πράσινο και ένα πορτοκαλί. Κατά καιρούς έχω δει και άλλα. Γεμάτα χώμα και χρωματιστά λουλούδια.

Μα είναι όμορφα από μόνα τους. Ας  ομόρφαιναν ένα άσχημο αυτοκίνητο και ας το έκαναν γλάστρα.


Ο Ηλίας πότε έρχεται από την Αμερική;

Σκέφτομαι βλακείες και μαζεύω εικόνες. Αν αρχίσω να σκέφτομαι χαράτσια δάνεια και χρέη θα ανατιναχθεί ο εγκέφαλός μου. Θα γεμίσω το κράνος αίματα και μυαλά και άντε να το καθαρίσω μετά.

Γιατί έχει τόσα ξερά γαϊδουράγκαθα; Γιατί δεν υπάρχουν γαϊδούρια να τα φάνε.

Αναμενόμενο.

Έξω από τη Γραβιά, ενώ τα χιλιόμετρα φεύγουν ακόμα κάτω από τα πόδια μου, αφήνομαι να κάτσω σε ένα ξύλινο παγκάκι, κάτω από έναν πλάτανο. Η λιμνούλα είναι γεμάτη ξερά φύλλα που κάνουν βαρκάδα.  Εκατοντάδες τζιτζίκια με νανουρίζουν.

Διαπιστώνω ότι όπως κάθομαι πάνω στο μηχανάκι, αν τοποθετήσω το κεφάλι μου ευθεία,  κρατήσω λίγο ψηλά το λαιμό μου και κλείσω στιγμιαία τα μάτια, έτσι όπως μπαίνει ο αέρας μέσα στο κράνος, κάνει σαν εκατοντάδες τζιτζίκια. Μπορεί να φταίνε και τα πλατάνια δεξιά και αριστερά στο δρόμο, αλλά μου αρέσει να το σκέφτομαι έτσι γιατί θα μπορώ να το έχω μαζί μου ακόμα και όταν τελειώσουν τα πλατάνια.

Στο Χάνι της Γραβιάς κάνουμε στάση και ψάχνω να βρω ένα χαρτί να σημειώσω τις μπερδεμένες σκέψεις μου, μην τυχόν και χάσω τα σημαντικά μου απομνημονεύματα. Βρίσκω ένα Α4 γεμάτο με τις συμμετοχές του ράλι ακρόπολις. Ευτυχώς στην πίσω σελίδα είναι μόνο οι ελληνικές  που είναι λίγες. Ο Ανδρούτσος με κοιτά με το ασπράδι που έκατσα στο τοιχάκι του να γράψω πέντε λέξεις. Νιώθω το μουστάκι να κινείται και του κλείνω το μάτι.

Και φτάνουμε στο Μπράλο. Ένας δρόμος έρωτας. Ένας δρόμος χορός. Σαν να λέμε μπάλος. Μερικές σταγόνες στάζουν στο κράνος μου. Ελάχιστες, μα και έτσι έχουν πιάσει και τραβάνε από τα πόδια το χώμα. Και εκείνο δυσανασχετεί και αρχίζει και μυρίζει.

Προσπερνάμε δύο πιτσιρίκια, το ένα με παπί το άλλο με σκούτερ. Κράνη, μπουφάν, γάντια, σαμαράκια. Θέλω να σταματήσω να κατέβω να τα φιλήσω. Όνειρα με τα παπιά. Με ότι έχουμε. Με ότι μας έμεινε.

Μπαίνοντας στη Λάρισα ο κάμπος καίγεται. Κατάμαυρα καμένα μπαλώματα, ανάμεσα σε μπεζ ξερά χωράφια. Και το μπάλωμα με κόκκινη κλωστή ραμμένο που ακόμα σιγοκαίει.

Πότε φτάσαμε ούτε που το κατάλαβα. 
Χιλιόμετρα και εικόνες.

Και φίλοι. Αυτοί οι περίεργοι τύποι που κάθε λεπτό συνύπαρξης μαζί τους λειτουργεί σαν την καλύτερη ψυχοθεραπεία.  


(στον ros koup, που μας υποχρέωσε να κάνουμε τριακόσια εξήντα χιλιόμετρα μόνο στο πήγαινε, και την ικανότητα του να χαρίζει χαμόγελα ακόμα και όταν του λείπουν)


Πέμπτη 11 Ιουλίου 2013

κλωστή

Μοιράζοντας τα τετράδια με τις ασκήσεις βρήκε ευκαιρία και του άφησε μια κόκκινη κλωστή που έδενε στο μικρό δάχτυλο του δεξιού της χεριού. Εκείνος την είχε δει με την άκρη των ματιών του να τη μασάει. Τα παιδικά της δοντάκια την τραβούσαν χωρίς να την  κόβουν και η γλωσσίτσα της την έβρεχε και μετά την άφηνε ενοχλημένη να στεγνώσει. Και μετά πάλι τα ίδια. Για να μην της φεύγει είχε κάνει πολλαπλούς κόμπους, τον έναν πάνω στον άλλο.

Μέχρι να φτάσει στο θρανίο να του αφήσει το δικό του τετράδιο είχε αποφασίσει να του την χαρίσει. Βάζοντας και τα δύο χεράκια κάτω από τη στοίβα με τα τετράδια, προσπάθησε να την ξεσφηνώσει από τα δάχτυλο χωρίς να την κόψει.

Αφήνοντας το τετράδιο, άφησε από πάνω και τον μικρό κόκκινο δακτύλιο.  Τον κοίταξε στα μάτια σαν να του χάριζε τον κόσμο όλο. Χρόνια μετά θα της έλεγε Πως με κοίταζες έτσι μωρό μου όταν μου την έδινες. Εκείνος άρπαξε την κλωστούλα και την έκρυψε μέσα στα χέρια του. Την ένιωσε ακόμα υγρή. Αργότερα προσπάθησε να τη σφηνώσει στο δικό του χέρι. Μάταιος κόπος. Τα ολοστρόγγυλα του δάχτυλα δεν τη δέχονταν.

Πάντα κάτι τους χώριζε.

Στο δημοτικό δύο σειρές. Εκείνη στην πρώτη, εκείνος στην τέταρτη. Στο ίδιο ύψος το θρανίο, να απαγορεύει τα κλεφτά βλέμματα.  Στο γυμνάσιο κάποια τετράγωνα. Στο λύκειο το ίδιο. Στο πανεπιστήμιο κάποια χιλιόμετρα. Αργότερα πολλά. Και θάλασσα. Βαθειά σκοτεινή θάλασσα.

Και μόνο εκείνη η κλωστή να τους κρατά δεμένους.

Με έδεσες τότε. Με εκείνη την κόκκινη υγρή κλωστούλα. Με έδεσες μικρή.

Και χρόνια μετά δεν έσπαγε. Πότε την τράβαγε ο ένας πότε ο άλλος. Πότε το κόκκινο γινόταν της φωτιάς πότε γινόταν ροζ. Πότε υγρή, πότε στεγνή.

Τώρα το ανεμάκι τελείωσε. Τώρα εκείνη έμεινε με το πλαστικό μασουράκι και εκείνος με ολόκληρη την κλωστή ένα κουβάρι. Τώρα δεν τους χωρίζει τίποτα. Τώρα χωρίστηκαν μόνοι τους.


Φοβήθηκα. Φοβήθηκα όταν έμεινα μόνη μου. Γιατί όταν ήμουν μαζί σου δεν φοβήθηκα να φύγω με εσένα.

ακούς;


Σήμερα δε μιλάμε. 
Σήμερα ακούμε.


Μπας και αντέξουμε όσα δεν αντέχαμε.

Τετάρτη 10 Ιουλίου 2013

κρυφτό

Σου είχα ζητήσει να βρεις τρόπο να με ανοίξεις και  να με αγγίξεις κάπου που δεν θα κατάφερνε κανείς άλλος να το κάνει. Και το απαιτούσα σαν να σου ζητούσα να μου αγοράσεις τσίχλες . Είχες συνηθίσει να σου ζητώ παράλογα πράγματα και να περιμένω να με αντιμετωπίσεις σαν να σου ζητούσα κάτι τελείως λογικό.

Θυμάμαι τόσο καθαρά την πρώτη και μοναδική φορά που άγγιξες την πλάτη μου. Έβαλες το δεξί σου χέρι μέσα από τη μπλούζα μου και με χάιδεψες. Όχι στο κέντρο, αλλά λίγο αριστερά πίσω από την καρδιά, εκεί στο το ύψος της. Και με τα δάχτυλά σου κατέβηκες μέχρι τη μέση μου, ψιθυρίζοντας επιτέλους. Μια παρανυχίδα σε κάποιο από τα δάχτυλά σου έγδερνε σε όλη τη διαδρομή το δέρμα μου.  Ένιωθα να μου αφήνεις σημάδι που ανυπομονούσα να δω αργότερα στον καθρέφτη.

Δεν θα μου πεις γεια. Όχι γεια. Ακούς;

Και μετά χάθηκες. Ή χάθηκα. Δεν ξέρω να πω.
Μπορεί να φταίει που είπα γεια. Δεν έπρεπε να πω γεια.  Αλλά και εσύ δεν το είπες σωστά. Με μπέρδεψες. Είπες ακούς. Έπρεπε να πεις διαβάζεις. Δε μιλούσες. Έγραφες.

Τώρα ούτε μιλάς, ούτε γράφεις.  

Και είναι κάτι βράδια που σηκώνομαι, με ένα κάψιμο στην πλάτη. Και στέκομαι στον καθρέφτη και ψάχνω το σημάδι σου. Και ενώ με καίει δεν το βλέπω. Και προσπαθώ να αγγίξω με τα χέρια μου μα δεν το φτάνω.


Και είναι και κάποιες μέρες, που ψάχνω απεγνωσμένα να βρω λίγο από το κρυμμένο σου χάδι για να σε κρατήσω κοντά μου και δεν είναι πουθενά και άλλες που σκάβω τον εαυτό μου για να το βγάλω από μέσα μου και δεν μπορώ να βρω που το ‘χεις κρύψει για να σε ξεφορτωθώ.

Τρίτη 9 Ιουλίου 2013

είσαι σαν τους ηλιόσπορους

Τους ανάλατους ηλιόσπορους.

Όχι αλατισμένους ,όχι πασατέμπους, που σε ξεγελάνε ότι έχουν γεύση και τρως μόνο αλάτι μέχρι να ζαρώσουν τα χείλη σου και μετά τους πετάς μακριά αηδιασμένος ψάχνοντας κάτι υγρό για να συνέλθεις.

Είσαι σαν αυτά τα μικρά ασπρόμαυρα σπόρια. Με το χοντρό περίβλημα και το μικρό περιεχόμενο.


Και αν θες να μάθεις γιατί διάβασε.

Θέλει τέχνη για να ανοίξεις κάθε έναν από αυτούς τους σπόρους και να μην καταστρέψεις το έπαθλο. Το περίβλημα είναι όλο υποσχέσεις και το εσωτερικό είναι δυόμιση φορές μικρότερο. Και αντί να γίνεται ασήμαντο γίνεται αμέτρητες φορές πιο σημαντικό. 

Τις περισσότερες φορές συντροφεύουμε άλλες ασχολίες με αυτή τη συνήθεια. Και όμως έχω πιάσει τον εαυτό μου να γίνεται εμμονή το να μασουλάω σπόρια και το οτιδήποτε άλλο να περνά σε δεύτερη μοίρα.

Όταν είσαι εσύ αυτός που έχει το σακουλάκι με τα σπόρια δεν θέλεις να το δίνεις. Θέλεις να τρως κατευθείαν απο εκεί. Να χώνεις το χέρι σου στο σωρό να ακούς τον ήχο που κάνουν ενώ τσακώνονται ποιο να διαλέξεις πρώτο. Αν σου ζητήσει κάποιος άλλος να τον κεράσεις απο το σακουλάκι σου, θα του πεις να ανοίξει τη χούφτα, θα δώσεις τόσα όσα εσύ νομίζεις και θα πεις και ένα "φτάνει, σε λίγο πάλι". Αν δεν έχεις εσύ το σακουλάκι τότε νιώθεις ζητιάνος. Η χούφτα ποτέ δεν είναι γεμάτη και αυτά δεν τσακώνονται ποιο να πάρεις πρώτο.



Στην αρχή νόμιζα ότι όλο αυτό έχει να κάνει με την κίνηση για να περνάει η ώρα. Και όμως η ώρα θα περνούσε με το κάτι άλλο που θες εσύ να συντροφεύεις αυτή την ιεροτελεστία. Νομίζω ότι όλα γίνονται για τη γεύση. Για να δεις τι διάολο γεύση έχει αυτό το πράγμα.

Και είναι σαν να έχει χαρακτήρα και να σε δουλεύει. Έχει σχήμα που δεν μπορείς να το καταπιείς χωρίς να το μασήσεις. Θα σου γδάρει το λαιμό. Και αν κάνεις και το μασήσεις χάνεται. Διαλύεται με την πρώτη δαγκωνιά. Γίνεται χίλια κομμάτια και εσύ παλεύεις απεγνωσμένα να το βρεις με τη γλώσσα να πάρεις λίγο από τη γεύση του και να το καταπιείς. Και αυτο σε κοροϊδεύει και κανει βόλτες μαζί με τα σάλια μέσα στο στόμα σου. Και εσύ θυμώνεις και καταπίνεις τα ίδια σου τα σάλια και ότι μπορεί να έχει απομείνει απο αυτο. Ενώ καταπίνεις ότι μπορείς έχεις ήδη τοποθετήσει ανάμεσα στα δόντια το επόμενο και αν είσαι τυχερός και δεν το καταστρέψεις ανοίγοντας το περίβλημα και αναγκαστείς να το πετάξεις, κάνεις αν όχι την ίδια, μεγαλύτερη προσπάθεια να γευτεις το σπόρο. Και αυτό σπάει σε χίλια κομμάτια για ακόμα μια φορά και σου γελάει ανάμεσα στα δόντια σου.

Όσο περνά η ώρα και η κοροϊδία συνεχίζεται γεμίζεις ένταση και κάθε φορά νομίζεις ότι αυτή είναι που θα τα καταφέρεις. Θα γευτείς. Και γεύεσαι.Γιατί ήρθε η στιγμή που διάλεξες αυτό που θα σε εκδικηθεί. Έχεις ανοίξει το περίβλημα και πριν δαγκώσεις έχεις νιώσει την πίκρα, αλλά η κίνηση έχει ξεκινήσει δεν μπορείς να την πάρεις πίσω. Σπάει και γεμίζει το στόμα σου πίκρα. Είναι εκείνο τα χαλασμένο που νόμιζες ότι δεν θα τύχει σε σένα. Και ενώ τόση ώρα πάλευες να γευτείς, τώρα παλεύεις να το βγάλεις από το στόμα σου. Αλλά δεν είναι μπουκιά για να το φτύσεις. Καμιά φορά ξεγελιέσαι και βάζεις τα δάχτυλα στο στόμα να αρπάξεις ότι μπορείς να το πετάξεις μακριά αλλά αγγίζεις τη γλώσσα σου και τα δόντια σου. Και δεν είναι πίκρα. Είναι κάτι πιο βαθύ, πιο δυνατό. Ό,τι πιο άσχημο έχεις γευτεί. Και παλεύεις αλλά έχει γίνει δικό σου τώρα. Προσπαθείς να το καταπιείς και δεν καταπίνεται. Πλένεις το στόμα σου με ότι έχεις εύκαιρο και πάλι δεν βοηθάει. Η γεύση που αναζητούσες είναι εκεί.

Και αυτό δεν το μοιράζεσαι ποτέ. Αν έτρωγες κάτι άλλο θα το έλεγες. Θα έκανες μορφασμό και θα ενημέρωνες. Έφαγα κάτι ξινό, κατι πικρό κατι αλμυρό. Αλλά αυτό όχι. Την πίκρα που σου χαρίζει ένας σπόρος ποτε. Λες και είναι ντροπή. Ξεπλένεις το στόμα σου και συνεχίζεις να καθαρίζεις σπόρια. Και το επόμενο σου φαίνεται και αυτό πικρό και αναρωτιέσαι αν όλα θα τύχουν σε εσένα. Όμως είναι μόνο ότι σου άφησε το προηγούμενο. Η πίκρα που δεν θέλει να σε εγκαταλείψει.

Και συνεχίζεις να μασάς και κάποιες φορές ξεχνάς και πέφτεις στην παγίδα να προσπαθείς να γευτείς και πάλι θα βρεθεί εκείνο που θα είναι πάντα έτοιμο να σε εκδικηθεί. Να σου θυμίζει τι προσπαθείς να κάνεις και τι είναι ικανό να σου προσφέρει οποιαδήποτε στιγμή.

Και όταν μετά από ώρες κάνεις το λάθος και αρχίσεις να γυροφέρνεις τη γλώσσα μεσα στο στόμα σου και ανακαλύπτοντας ψήγματα από τα σπόρια σου προσπαθήσεις να θυμηθείς τι ήταν αυτό που έφαγες, μόνο τα απομεινάρια από εκείνα που σε εκδικήθηκαν είναι ικανά να σου δώσουν ξεκάθαρα την απάντηση.

Κατάλαβες;

Έτσι είσαι. Σαν τους ανάλατους ηλιόσπορους.

Δευτέρα 8 Ιουλίου 2013

ιστορία χωρίς τέλος


(τραγουδάκι για την ανάγνωση, προαιρετικό)

Όταν πάω στο χωριό δεν ανοίγω συρτάρια. Ούτε ντουλάπια. Μόνο της κουζίνας και αυτά με κάποια επιφύλαξη. Φοβάμαι τι θα βρω. Μα πιο πολύ φοβάμαι τι θα θελήσω να βρω και τελικά δεν θα τα καταφέρω. Και μετά θα πρέπει να λέω στον εαυτό μου ότι δεν υπάρχει αντί δεν ξέρω που είναι.

Αυτή τη φορά με έπιασε μια απρόσμενη ανάγκη να βρω ένα βιβλίο που είχα διαβάσει μικρή. Ένας πιτσιρικάς διαβάζει ένα βιβλίο κλεισμένος σε μια σοφίτα. Ζει μαζί με τον  ήρωα κάθε σελίδα και βγαίνει αλώβητος. Έκανα μια βιαστική βόλτα, πέρασα με το βλέμμα όλα τα ανοιχτά ράφια αλλά τζίφος.  Τότε θυμήθηκα ότι το βιβλίο πρέπει να είναι σε κάποια κούτα σφηνωμένο μαζί με άλλα και κλεισμένο με χαρτοταινία στην αποθήκη.

Χρέη αποθήκης εκτελεί το ισόγειο διαμέρισμα που υποτίθεται ότι μου ανήκει.  Έχει μείνει στα τούβλα, έχουν κλειστεί τα ανοίγματά του με κόντρα πλακέ και για είσοδο έχει μια πόρτα ξύλινη, κούφια, από κάποιο παλιό μπάνιο. Διακόσια τετραγωνικά μέτρα αποθήκη. Έχει μείνει έτσι γιατί για την κόρη τους, όπως λένε εκείνοι, η τύχη της ήταν μακριά από εδώ. Κάπου στα διακόσια πενήντα χιλιόμετρα μακριά. Δεν το λες και μακριά. Και αν μπορούσα θα πήγαινα πιο μακριά. Τόσα και άλλα τόσα και ακόμα περισσότερα. Όχι για να φύγω από εκείνους. Όχι για να φύγω από το χωριό. Αλλά για να φύγω μακριά από το εδώ. Αλλά πάλι το μακριά θα γινόταν εδώ. Που σημαίνει ότι το εδώ το κουβαλώ μαζί μου. Οπότε, εγώ είμαι το πρόβλημα. Οπότε, καλά είναι και εδώ. 

Γύρισα το πόμολο και εκείνο διαμαρτυρήθηκε. Δεν κατάλαβα γιατί, ο πατέρας μου το ενοχλεί πολλές φορές κατά τη διάρκεια της ημέρας. Ο στρογγυλός διακόπτης στο ύψος των ματιών μου με προκαλεί να τον γυρίσω όχι μόνο μια φορά για να κάνει το κλικ και να ανάψει το φως, αλλά πολλές. Εντυπωσιασμένη από αυτή του την ικανότητα να τον περιστρέφεις γύρω γύρω και σε κάθε δεύτερο κλικ να ανάβει το φως, έπαιξα μαζί του για κάποια δευτερόλεπτα. Τέλος τον άφησα αναμμένο και μπήκα στο διαμέρισμα.

Μπουτικ ειδών ψαρέματος. Ο πατέρας μου έχει γεμίσει τα κόντρα πλακέ με καρφιά και έχει κρεμάσει από παντού πετονιές, αγκίστρια και ψεύτικα δολώματα. Δύο λεκάνες με μπερδεμένα παραγάδια και δύο με ξεμπέρδευτα. Ίσες δουλειές. Σε ένα παλιό τραπέζι, έχει κόψει πλαστικά μπουκάλια και έχει βάλει πρόκες χωρισμένες ανάλογα με το μέγεθος. Μας έπεισες, λέω στον εαυτό μου. Από ψάρεμα και ότι το αφορά καλά πάει. Αλλά από γενικό μαστόρεμα χωλαίνει λίγο.

Ψάχνω να βρω τις κούτες από τα πατατάκια που είχα πει στον ψιλικατζή στη γωνία να μου φυλάξει για να μαζέψω τα πράγματα μου, τότε που ξενοίκιαζα το φοιτητόσπιτο, έξι χρόνια πριν. Επτά μικρές κούτες με το ζόρι. Βιβλία, κασέτες και κάτι αρωματικά κεριά. Είδα μόνο κάτι μεγάλες, ειδικά για μεταφορές, κλεισμένες με αγάπη, ατσαλάκωτες που από πάνω είχαν όλες διάφανο κάλυμμα για να μη σκονίζονται. Την νύφης μου. Έχει ένα χρόνο που μετακόμισε να μείνει στο χωριό με τον αδερφό μου, αλλά δεν τους χωρούν όλα τα πράγματα.

Βλέποντας αυτές τις κούτες ντράπηκα να ψάξω τις δικές μου. Την τελευταία φορά τις είχα δει κάτω στο πάτωμα, μισοσκισμένες, σκονισμένες. Θα τις είχα τραβήξει άτσαλα κάποια στιγμή που θα βιαζόμουν να πάρω κάτι από μέσα και δεν θα είχα καιρό για χαρτοκόπτες και καθαρές δουλειές.

Πριν παίξω λίγες στιγμές με το διακόπτη, το μάτι μου πήρε το καλό τραπεζάκι της μαμάς που έβαζε πάνω την τηλεόραση μαζί με ένα καλό σεμεδάκι, να έχει στοιβαγμένα παλιά παπούτσια. Από μια ξεχαρβαλωμένη ξύλινη συρταριέρα κρεμόταν ένα συρτάρι που μέσα είχε τα πρώτα μου βιβλία του πιάνου.

Κοιτώντας κάτω έπεσα πάνω σε μια σακούλα κρεμασμένη από ένα καρφί στην κάσα του μελλοντικού μου μπάνιου χωρίς πόρτα. Σακούλα διάφανη καλή. Όχι του σουπερ μάρκετ αλλά εκείνες που έχουν τα ζαχαροπλαστεία. Μέσα είχε ένα κουτάκι μαστίχες Χίου, ένα μπουκαλάκι με αγιασμό, έναν χάρτη, μια εικόνα μικρή του Αγ. Νικολάου και ένα υγρό χαρτομάντιλο τύπου Hondos Center, αλλά μαϊμού. Τα αξεσουάρ που μάζεψε ο μπαμπάς από το καΐκι τώρα που το έβγαλε να το καθαρίσει.

Γυρνώντας το διακόπτη, μια και μοναδική φορά, αναρωτήθηκα για ποιο βιβλίο ήρθα. Παιδικό βιβλίο, ιστορία χωρίς τέλος.

Χαμογέλασα, σκέφτηκα τη σακούλα του μπαμπά, τις κούτες της νύφης, το συρτάρι με τα βιβλία του πιάνου. Πόσες ιστορίες τελειωμένες συνάντησα για να βρω εκείνη χωρίς τέλος. Και πάλι δεν τη βρήκα.

Έκλεισα την πόρτα πίσω μου. Τι ήθελε η μάνα μου; Σέλινο για τη σούπα. Γι’ αυτό δεν κατέβηκα στην τελική;





Δευτέρα 1 Ιουλίου 2013

βατράχια

Είναι τώρα κάτι μέρες που δεν μπορώ να κοιμηθώ.

Πιάνομαι στα χέρια με τα σεντόνια και τα μαξιλάρια. Βάζω κάτω το στρώμα αντί να με βάλει εκείνο. Και τελικά σηκώνομαι. Και έτσι όπως είμαι, αναμαλλιασμένη, ξυπόλητη, φορώ ένα λευκό νυχτικό και βγαίνω στο μπαλκόνι.

Ανοίγω τη βρύση πιάνω το λάστιχο και αφήνω το νερό να δημιουργήσει μια συμπαθητική λιμνούλα. Παίρνω μερικές πέτρες από τις γλάστρες και τις πετώ μέσα ακατάστατα. Διαλέγω ένα δύο φυλλαράκια και τα τοποθετώ με χάρη πάνω στο νερό μην κάνουν και μου πνιγούν. Κάθομαι κάτω, αγκαλιάζω τα γόνατα με τα δύο μου χέρια δίπλα από τη λίμνη και βρέχω τα ακροδάχτυλα των ποδιών μου.

Η νύχτα είναι λες και πηδήχτηκε με το ξημέρωμα και τώρα φεύγει στα μουλωχτά. Αυτοί οι δύο έκαναν τον αέρα να μυρίζει ανθρώπινες σάρκες ενωμένες βίαια και χωρισμένες ακόμα πιο βίαια.

Κοιτώ το σιδερένιο κοκοράκι που κρατά το λάστιχο κουλουριασμένο στραβά και λίγο απειλητικά. Έχει γουρλώσει το μάτι και με κοζάρει λες και δεν θα του επιστρέψω ποτέ πίσω το λάστιχο.

Ανασαίνω όσο πιο αργά γίνεται, στιγμές νιώθω θα σκάσω μα και πάλι κάνω τόσο θόρυβο που ενοχλώ τον εαυτό μου. Στέκω όσο πιο ασάλευτη μπορώ. Και περιμένω τον πρίγκιπα. Να τον φιλήσω και να γίνει βάτραχος.

Πράσινος, χοντρός, σαλιάρης βάτραχος. Ζηλιάρης, κτητικός, εγωιστής βάτραχος. Ένα ον γεμάτο ελαττώματα. Να μου έρθει τέλειος και να τον αχρηστέψω με ένα φιλί.

Πήξαμε στους τέλειους. Και αφού δεν μπορώ να βρω έναν ελαττωματικό θα μεταμορφώσω έναν. Και θα τον μπαστακώσω δίπλα στα δικά μου ελαττώματα να τα κάνει προτερήματα. Θα τον κοιτώ να παίζει με τους δαίμονες μου και να βγάζει τη μεγάλη του γλώσσα και να κοροϊδεύει τους αγγέλους μου.

Και ο ήλιος χαράζει τον ορίζοντα και σκέφτομαι πάλι θα χάλασε το άλογο και ο πρίγκιπας δεν έρχεται. Και αύριο στην όχθη θα τη βγάλω και θα βλέπω τους δαίμονες μου να μου βγάζουν τη γλώσσα τους και τους αγγέλους μου να παίζουν μαζί μου.

Και θα λέω στον εαυτό μου: 

«Κοίτα να κοιμηθείς και λίγο γιατί θα περιμένεις χρόνια.»

ιούλιος μήνας

Βιντεάκι σας έχω βάλει; Δεν σας έχω βάλει.

Ορίστε λοιπόν.

Καλό μήνα!