Δευτέρα 25 Νοεμβρίου 2013

λογαριασμοί

Πόσα xaxa μπορούν να περιγράψουν το αυθόρμητο γέλιο σου;

Πόση θλίψη να μεταδώσει μια στραβή γραμμή και μια άνω κάτω τελεία;

Τι φατσούλα μπορεί να αντικαταστήσει το πονηρό χαμόγελο σου;

Πόσα ρ μπορείς να γράψεις στο τρέμω για να το περάσεις από την οθόνη;

Πόσες συλλαβές να κόψεις και από πού για να πεις ότι σου κόπηκε η ανάσα;

Πόσα ορθογραφικά λάθη μπορούν να προδώσουν την ταραχή σου;

Πως θα προλάβεις να ενεργοποιήσεις το caps lock, για να φωνάξεις ότι σε πνίγει, να τονίσεις ένα δεν;  

Με τι αποσιωπητικά θα μεταφέρεις τις λέξεις που σβήνουν στο στόμα σου;

Ποια λέξη είναι ικανή να μεταφέρει τη σιωπή σου;

Ποιο θαυμαστικό να χτυπήσει όπως το χέρι σου στο τραπέζι;

Πως ένα log in θα αντικαταστήσει την παρουσία σου και ένα log out να αναπαραστήσει τη φυγή σου;

Πόσα αιτήματα φιλίας, like, σχόλια χρειάζονται για να ενώσουν δύο ζωές και πόσες διαγραφές, block ή report χρειάζονται για να τις χωρίσουν; 

Μάλλον έτσι δεν ανοίγουν λογαριασμοί, ούτε και κλείνουν όμως. Οι οθόνες δεν κάνουν καμπύλες εκεί στο μάγουλο και ένα χέρι από την άλλη μεριά δε μπορεί ούτε να χαϊδέψει πρόσωπο ούτε να ρίξει χαστούκι. 

Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2013

εδώ

Στον ήχο του μηνύματος άνοιξε τα μάτια. Ήταν ξύπνια. Κάθε μέρα εδώ και ενάμιση χρόνο από τις τέσσερις μέχρι τις έξι παρά δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Δε σηκωνόταν όμως από το κρεβάτι. Και που να πήγαινε εξάλλου. Ανάσκελα με τα μάτια κλειστά σαν να περίμενε απλά να πάει έξι παρά κάτι για να κοιμηθεί καμία ώρα γυρίζοντας στο πλάι και ύστερα να σηκωθεί.

Το δωμάτιο φώτισε από το αναμμένο κινητό στο πάτωμα δίπλα της. Γύρισε το κεφάλι και έμεινε να το κοιτά μέχρι να βυθιστεί το δωμάτιο πάλι στο σκοτάδι. Άπλωσε το χέρι, το πήρε και το έκρυψε κάτω από το μαξιλάρι. Νόμιζε ότι είχε συμμορφωθεί. Τον είχε διώξει με κάθε δυνατό τρόπο από κοντά της. Αλλά για μιάμιση ώρα κάθε ξημέρωμα τον περίμενε.

Θα σε περιμένω. Μη με στοιχειώσεις. Ψέλλιζαν τα γράμματα στην οθόνη.

Ξεφύσησε και χαμογέλασε πικρά. Ακόμα και σε τέτοια χαμόγελα το άτακτο λακκάκι στο αριστερό μάγουλο έκανε την εμφάνιση του.

Δαίμονας είμαι, του επέμενε, θα σε πληγώσω προγραμματισμένα. Και εκείνος τη χάιδευε με λέξεις και της ψιθύριζε στο ακουστικό, άγγελος είσαι.

Τώρα και εκείνος δαίμονα τη βλέπει που θα τον στοιχειώσει.

Πέντε μέρες μετά βρέθηκε μπροστά στην πόρτα τους. Όχι μόνη της. Ποτέ μόνη της.

Την είχε απειλήσει ξεκάθαρα.

Όσο για τη μυρωδιά θα κλέψω. Σε έναν τυπικό ασπασμό, σε γενέθλια, σε γιορτή, θα κλέψω. Εκεί πίσω από το αυτί, που δεν πιάνει μύρο. Εκεί που θα μυρίζεις σαν μωρό.

Μάτια κάτω, δύο δεξιά χέρια, ένα ιδρωμένο καυτό και ένα παγωμένο νεκρό.

Θέλω να μάθω τα πάντα. Να σταθείς μπροστά μου σαν πτώμα στον ιατροδικαστή.

Δεν είδα αν έσκυψε εκείνος πρώτος ή αν εκείνη πρόλαβε και έγειρε το λαιμό της δεξιά κλείνοντας τα μάτια.

Δε ξαναμίλησαν σχεδόν καθόλου. Δεν στάθηκαν ούτε στα δύο μέτρα.

Όταν θα σε δω, δε θα χρειάζεται να μου μιλάς. Θα με κατευθύνεις με τα μάτια.

Τον πλησίασε και τον ρώτησε που είναι η τουαλέτα. Κατέβασε το χέρι του στη μέση της. Εκείνη κοίταξε πρώτα το χέρι του και μετά εκείνον. Το πήρε σα μαλωμένο οχτάχρονο παιδί. Την οδήγησε με τη σκιά του. Πάτησε αντί για εκείνη το διακόπτη για το φως και άρπαξε το πόμολο της πόρτας πριν το πιάσει εκείνη και χαθεί πίσω από την κλειστή πόρτα.

Εγκλωβίζομαι μέσα σου. Μέσα από εσένα ζω όλο και περισσότερο. Με ρουφάς σα δίνη. Που θα με πετάξεις δεν ξέρω. Μιλούσε στην κλειδαριά.

Ότι και αν γίνει, ακόμα και όταν περάσουν χρόνια χωρίς μια λέξη, να ξέρεις ότι εκεί που θα έχω πετάξει εσένα, θα έχω πετάξει και τον εαυτό μου. Δεν περίμενε να της απαντήσει. Κατάφερε να αποσπάσει το πόμολο από το παράλυτο χέρι του και κρύφτηκε πίσω από κλειστές πόρτες.

Ήθελε να της πει, και τι δεν ήθελε να της πει. Καλύτερα που δεν είπε τίποτα. Θα της υποσχόταν ότι θα ήταν πάντα εδώ για εκείνη. Και ήξεραν και οι δύο ότι δεν θα ήταν.


Κανείς για κανέναν δε μπορεί να είναι πάντα εδώ.

Δευτέρα 18 Νοεμβρίου 2013

cafe racer

Ένα ποστ για όσο κρατήσει ένα τραγούδι. Αυτό το τραγούδι.

Να ξεκινήσεις με κεφαλαίο και να προλάβεις να βάλεις την τελευταία σου τελεία. Σε 5,29 ακριβώς χωρίς τις διαφημίσεις του youtube. Και αν δεν τα καταφέρεις, θα σου τραβήξουν τη σελίδα από μπροστά σου. Δεν θα προλάβεις να ολοκληρώσεις την τελευταία σου λέξη και η μύτη θα γράψει μια άτσαλη τρεμάμενη γραμμή, που θα συνεχίσει πάνω στο τραπέζι μέχρι να σηκώσεις τα μάτια να δεις ποιος τράβηξε τη σελίδα.

Και θα έχεις χάσει. Και η εικόνα σου θα είναι σαν του διψασμένου που σαν έκανε να βάλει το ποτήρι με το νερό στο στόμα ένα χέρι το πήρε και το σκόρπισε στο πάτωμα. Και ενώ εντοπίζεις το δεξί σου χέρι, αδυνατείς να βρεις το αριστερό.

Έχεις 5,29 και διαπιστώνεις ότι δεν ξέρεις για τι ήθελες να γράψεις. Και σου έρχεται το μονάκριβο που έχασες, το μοναδικό που δεν ξέχασες. Απλώνεις το αριστερό χέρι να χαιδέψεις το σημάδι στην πλάτη. Και πριν ανακουφίσεις τη φαγούρα διαπιστώνεις ότι το τραγούδι τελειώνει, παίρνεις το αριστερό χέρι από την πλάτη και αρπάζεις τη μισογραμμένη σελίδα και την τραβάς ενώ το δεξί κοιτά ξαφνιασμένο.

Στο 5,28 το μισό σου που φτιάχνει και το μισό σου που χαλάει.


Νομίζω έχασα.

Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2013

(δε βρίσκω τίτλο)

Τον θυμάται να πλησιάζει σαν μια λευκή σελίδα.

Και όταν την έφτασε η παρουσία του έγινε μια απόλυτη, δηλωτική τελεία.

Τα βλέμματα που ανταμώθηκαν πρώτη φορά γέμισαν θαυμαστικά.

Και όλες οι απαντήσεις χαρίστηκαν στα πόδια του αχρηστεύοντας ερωτηματικά.

Ανάσα κατάφερε να πάρει μόνο σε μια δική του άνω τελεία.

Κανένας χωρισμός λογικός ή παράλογος δεν απαιτήθηκε την ώρα εκείνη και πήγανε χαμένα τόσα κόμματα.

Όσα ήτανε να αναλυθούν είχαν αναλυθεί από πρώτα και ίδια τύχη είχανε οι άνω και κάτω τελείες.

Κανένας διάλογος δε στάθηκε δυνατός, σαν να μιλούσανε μαζί, πάνε κι οι παύλες.

Τίποτα δευτερεύον και επεξηγηματικό, όλα σημαντικά έξω από διπλές παύλες και παρενθέσεις.

Κάθε άγγιγμα να ομολογεί τις ίδιες δύο λέξεις ξανά και ξανά, ειπωμένες ολόκληρες χωρίς ομοιωματικά.

Να θυμίσει κανείς στον άλλο τίποτα δε χρειάστηκε άδικα και τα εισαγωγικά. 

Κάθε φορά που τα θυμάται, είχε να πει και άλλα πολλά μα δεν πρόλαβε να βάλει αστερίσκους.

Όταν την άφησε η απουσία του έγινε μαχαίρια αποσιωπητικά.


Και τον θυμάται να φεύγει σαν μια λευκή σελίδα που δεν θα γραφτεί ποτέ ξανά.

δήλωση

Πριν κάτι μέρες τα έβαλα με έναν κόκορα. Εννοείται νίκησα. Τι να σου κάνει το ζωντανό ψόφιο.

Αυτά είναι τα καλά να έχεις συγγενείς σε χωριό. Τα κακά είναι που το κοτόπουλο έρχεται ολόκληρο. Σε σακούλα. Ευτυχώς όχι μαύρη. Και το λαρύγγι κομμένο οριακά κάτω από το λειρί. 

Πολύ μαύρο και πολύ κίτρινο, βρομούσε κοτοπουλίλα, έτσι όπως πρέπει να βρωμάνε όλα τα κοτόπουλα.  Λίγο λιπόσαρκο μου φάνηκε, μάλλον θα είχε πέσει πολύ κυνηγητό με τις κότες.

Το ξάπλωσα στο νεροχύτη και έβγαλα τα μαχαίρια μου. Ένιωθα να έχω σμίξει τα φρύδια Είχα σηκώσει και το πάνω χείλος σε μια έκφραση αηδίας. Προσπαθούσα να παίρνω όσο πιο κοφτές ανάσες γινόταν. Είχα βάλει και το νερό να βράζει να το θερμίσω που λέει και η γιαγιά μου.

Τα μαχαίρια μου δεν τα κατάφερναν να το κόψουν. Οπότε έπιασα και με τα δυο χέρια και άρχισα να τραβάω μέλη όπου υπήρχε άρθρωση. Έπρεπε να το κόψω. Έπρεπε να φάμε. Η προσπάθεια μου με έκανε σιγά σιγά να συνηθίζω. Να ξεχνάω την αηδία μου. Στο πρώτο κρακ που έκαναν τα κόκαλα στάθηκα για να καταλάβω τι είχα κάνει. Και δεν ήταν και ακριβώς κρακ. Κρικ, πιο γλυκό. Ενοχλήθηκα για δευτερόλεπτα και συνέχισα, αφού συνειδητοποίησα ότι μπορούσα να τα καταφέρω.

Το διαμέλισα όλο με τα χέρια. Μέχρι να κόψω το μισό το είχα συνηθίσει. Στο τέλος κοίταξα και με καμάρι τι είχα κάνει. Το έβαλα να βράσει. Έχυσα το αίμα από τη λεκάνη που το έπλυα στο νεροχύτη, έκλεισα καλά τη σακούλα με ότι είχα πετάξει, την κατέβασα στον κάδο και έπλυνα με ξύδι και χλωρίνη.

Μισή ώρα μετά το σπίτι μοσχοβολούσε κοκκινιστό χωριάτικο κοτόπουλο με μπαχάρι, γαρύφαλλο και κανέλα. Τίποτα δεν ομολογούσε ότι είχα κάνει κομμάτια ένα ψόφιο ζωντανό πριν από λίγο. Ούτε κοτόπουλο ούτε ζημιά. 

Το σέρβιρα με κάτι χωριάτικες χυλοπίτες και έγινε χαμός. Δεν έμεινε τίποτα. Εκεί που ήμουν έτοιμη να ξανακαμαρώσω δήλωσα:



Αυτό με το κοτόπουλο μην ξαναγίνει.

Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2013

the Gravedigger's Song

Και να ‘τανε αληθινή μα ευτυχώς δεν είναι.  Μα πιο αληθινή δε γίνεται να είναι.

Τη μάζεψα στο ίντερνετ. Και αν ήτανε στο χέρι μου θα την κατέβαζα τελείως. Στα μάτια τους φθηνή μη γίνει. Την έκρυψα όχι πολύ καλά ομολογώ, σε ένα φάκελο στην επιφάνεια εργασίας μου, με όνομα pou mou aresoun. Την άφησα εκεί να σκανδαλίζει τα υπόλοιπα που μου αρέσουν, κάτι χαρωπές χρωματιστές και άλλες έξυπνες με νόημα φωτογραφίες.

Να τη σκεπάσω ήθελα και αυτή εκεί, να ανακατεύει τα μαλλιά της με το χώμα, να τεντώνεται, να αναδιπλώνεται, να αιωρείται πάνω από πλάκες πεζοδρομίου και να μην της φτάνει. Να αλλάζουν οι εποχές, να πέφτουνε τα φύλλα και πάλι να φορτώνονται τα δέντρα και αυτή εκεί. Κινούμενη ασάλευτη.

http://www.youtube.com/watch?v=mVCNSZPPr9M
Που δέρμα να αγγίξεις και να μην καείς; Πώς να μη δεις εκεί στους αστραγάλους το δέρμα πως ζαρώνει, αυλάκια να χυθείς. Και στο λαιμό τα κόκαλα, στο στέρνο, πως διαγράφονται με την ανάσα που χει πάρει. Να δέσεις μια θηλιά και να πνιγείς και εσύ και αυτή.

Γυναίκα και εγώ, με γάμμα το μικρό κοντά της, μα δε μπορώ να τη ζηλέψω. Ακόμα και αν τα μάτια μου τα στήθη της λιγώνουν δε μπορώ. Μόνο να τη χαζεύω.

Και κάθε φορά που την κοιτώ κάτι άλλο αντικρίζω και με γραπώνει και με σέρνει εκεί. Σε όλες τις φορές, δε θα τις κρίνω, που δόθηκα και μου δωσαν. Απόλυτα, ολοκληρωτικά, έστω για μια στιγμή. Κλεφτά και τίμια, κρυφά ή φανερά. Και ας μη θυμάμαι πια ονόματα και ας μη θυμούνται το δικό μου.


Μ’ αυτή στα μάτια μου ξεχνώ και δε θα ξεχωρίσω, στάχτες που μ’ άφησαν ή άφησα. Θα μένει μόνο η φωτιά όπως ανάβει στο κορμί της. Πυρακτωμένος ο χαλκός, έτοιμος για να λιώσει, εκεί στα κόκκινα αιώνια η τυχερή θα καίγεται, πίσω από τα κλειστά της βλέφαρα κανέναν να μη νιώθει. Μόνο τον εαυτό της.

Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2013

σηκωμένο μολύβι

Τίποτα από όλα αυτά δεν τα άκουγε πρώτη φορά. Δεν ήταν λέξεις που δεν τις είχε ξαναδεί γραμμένες. Με αυτή ή και με άλλη σειρά. Λέξεις που θα τις συναντούσε ξανά και ξανά. Θα τις διάβαζε σε μάτια αγαπημένα και όχι.

Μα έγινε σαν να γεννήθηκαν μαζί. Εκείνος, το μολύβι, το χαρτί και εκείνη. Ποιος έδωσε σε ποιον τις λέξεις ποτέ δεν έμαθαν. Ποιος τις πήρε νιώθουν σίγουροι ότι το ξέρουν.

Και άρχισαν να ζουν μέσα σ’ αυτό. Και εκείνος έγραφε για να συμβούν και αυτά να ‘χουν συμβεί από πρώτα. Μάτια που δεν ειδώθηκαν ποτέ, χέρια που έμειναν ανέγγιχτα, μέλη να υποφέρουν λες και ενώθηκαν κάπου κάποτε και τώρα πεθαίνουν αργά στην απουσία.

Τον διάβαζε και την έγραφε. Σε λέξεις μικρές, απλές, χιλιοειπωμένες. Μα πιο πολύ στις παύσεις, στα κενά και στα σημεία στίξης. Στις προτάσεις που ξεκινούσαν με μικρό και έμεναν μετέωρες χωρίς μια τελεία, ένα θαυμαστικό. Σε σελίδες λευκές. Κλειδωμένες.

Πολλές φορές την έσπασε στη μύτη του μολυβιού βάζοντας τελεία άτσαλη. Μα ξεκινούσε άλλη πρόταση αμέσως με το χέρι του να τρέμει. Άλλες εκείνη τον κορόιδευε κάνοντας κούνια στο μολύβι, γράφοντας μουτζούρες και μετά κλαψούριζε δεν θα το ξανακάνω.

Τις ίδιες λέξεις ξανά και ξανά, για να την αγαπά, να τη μισεί. Να την ολοκληρώνει και να την αφήνει μισή. Να τη σπάει σε κομμάτια και να την κολλά. Να την κρατάει εγωιστικά δική του και να τη δίνει δανεική.

Δανεική και αγύριστη θα μείνει. Το μολύβι σηκώθηκε, το χαρτί κιτρίνισε. Τη βλέπω καμιά φορά να πηδά να βγει από το χαρτί να προσπαθεί να φτάσει το μολύβι. Κάτι αξημέρωτα τα καταφέρνει. Αρπάζει το μολύβι και το γυρνά στον εαυτό της. Κάνει να γράψει, μα σπάνια θα βρει τις λέξεις και όταν τις βρει δεν θα ‘χει χώρο να τις γράψει. Και αρχίζει και γράφει πάνω της και χαράζει, γδέρνεται, σκάβει τον εαυτό της. Νομίζει θα ανακουφιστεί μα πιο πολύ πληγώνεται. Και όσο και να προσπαθεί ακόμα και το «και» ίδιο με εκείνου ποτέ δεν θα το γράψει.

Και όταν καμιά φορά τους βλέπω, έξω από το χαρτί, να ζουν, ζωές δικές τους, ξεχωριστές, τίποτα δε θυμίζει τους εαυτούς που είχαν. Μόνο στιγμές που σκύβουν, οι τώρα εαυτοί για να μαζέψουν κομμάτια που έσπασαν των εαυτών που έχασαν, βλέπω μουτζουρωμένες λέξεις στην παλάμη του αριστερού χεριού τους.


Τρίτη 5 Νοεμβρίου 2013

super κόμποι

- Που είσαι παιδί μου τόση ώρα; Σε έχω πάρει ένα σωρό τηλέφωνα.

- Και ανησύχησες; Στο supermarket ρε μάνα. Τι ανησυχείς;

- Ε, δεν σε είχα ακούσει όλη μέρα. Τι καλό πήρατε;

Χαζή αυτή, χαζή και εγώ. Άκου τι πήρατε. Γέρνω αριστερά, τραβάω και το καλώδιο μαζί με το ακουστικό και χρησιμοποιώ τις ακτίνες Χ που έχω για να διακρίνω τι έχει μέσα η σακούλα, γιατί από μυαλό είχα ξεμείνει.

Και αρχίζω.

- Τα βασικά. Γάλα. Δημητριακά. Βούτυρο. Νομίζω και ένα Ava. Δε βλέπω.

- Τι δε βλέπεις. Δε θυμάσαι; Φρούτα; Δεν πήρες φρούτα;

- Είχα πάει το πρωί λαϊκή ρε μάνα.

- Μπράβο παιδί μου.

Καμαρώνει η χαζή νούμερο δύο που είπε μπράβο η μαμά, που πήρε φρούτα από τη λαική. Που δε μπορεί να διακρίνει το τρία μπροστά από το ένα και νομίζει ώρες ώρες ότι ακόμα είναι ενός έτους.

Το χρειαζόμουν όμως. Αυτό το παιδί μου. Αυτό το μου. Αυτό που κρύβει το μου ενός γονιού. Αυτό που σε κάνει να νιώθεις ότι και ο ουρανός να πέσει στο κεφάλι σου αυτό το μου θα σε γλιτώσει.

Χρόνια τώρα παρόμοια εικόνα. Σε κάθε πόλη σε κάθε κατάστημα. Μια σοκολατιά, τσιγγάνα, όλο το πρόσωπο δυο όμορφα μάτια, με βαμμένα μαλλιά κακό καφέ και ένα μωρό στην αγκαλιά. Μωρό. Όπως λέμε ΜΩΡΟ. Ενός, δύο; Μηνών. Ξανθό (τι καλά!). Έτσι για να έχει και σασπένς. Σε κοιτάει από χαμηλά. Τα μάτια όλο ασπράδι και λίγο μαύρο, ότι έχει μείνει από τις κόρες όπως κάνει να σε φτάσει τόσο ψηλός που είσαι. Δε μιλάει.

Πρώτος κόμπος.

-  Δεν παίρνω καλάθι. Τρία πράγματα έχουμε. Ας τα πάρουμε στα χέρια.

Στο ταμείο σε πέντε λεπτά. Στο ένα εμείς. Στο τρία εκείνη.

Δεύτερος κόμπος. Κόμπος στον κόμπο.

Όλα για το παιδί. Βάζει το χέρι κάπου σαν τσέπη και αφήνει μόνο ψιλά. Πολύ ψιλά. Μονόλεπτα, δίλεπτα άντε και κανένα πεντόλεπτο.

Το μάτι της ταμία θολώνει. Αρχίζει το μέτρημα.

- Δε φτάνουν.

Εκείνη δεν καταλαβαίνει.

-  Δεν φτάνουν λέω. Όλα αυτά δεν φτάνουν.

Υψώνει τον τόνο της φωνής της. Εξακολουθεί και δεν καταλαβαίνει. Μάλλον. Κοιτάει γύρω της.

Νομίζω θα βγάλω τα άντερά μου στη δική μας την ταμία. Το στομάχι μου έχει γίνει άπειρους κόμπους δεμένους απανωτά ο ένας στον άλλο. Θα τα βγάλω, είναι σίγουρο. Πάνω στο γάλα και το βούτυρο.

Μέσα μου φωνάζω. Δωστης τα εσύ μωρή. Πόσα της λείπουν; Γιατί μας το κάνεις αυτό; Δωστα!

-  Έλα, τι κάθεσαι. Πήγαινε από εκεί να δεις πόσα της λείπουν.

Εκείνος ψιθυρίζει, ήρεμα, τρυφερά, με σπρώχνει ελαφρά στη μέση με το χέρι του.

-  Δεν μπορώ. Με ξέρεις. Πήγαινε εσύ.

Και τελικά πηγαίνει εκείνος.

Δε μπορώ. Κωλώνω. Πάντα έτσι κωλώνω. Φάτσα φόρα κωλώνω. Νιώθω λίγη. Να σκύψω να απλώσω χέρι να δώσω, νιώθω λίγη.

Στα κρυφά, στα μουλωχτά, όταν δεν κοιτά κανείς και πίσω από πλάτες άλλων, να δώσω για να δώσουν τα καταφέρνω.

Το είχα ανάγκη αυτό το μου της μάνας μου. Όχι για να μου λύσει τους κόμπους από το στομάχι. Αλλά έτσι. Για να μπορώ να νιώθω ότι το μου της, μπορεί ακόμα να γίνεται κόμπους άλυτους. Που αντέχει ακόμα και δεν προσπερνά, και ας μη μπορεί πάντα να απλώσει το χέρι από ντροπή αντίστροφη και μόνο.



Όσο δένονται τα στομάχια μας φιόγκους μπορεί και να το παλέψουμε. Και εμείς και οι υπόλοιποι.

Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2013

πέτρες

Σήμερα μαζέψανε και τις τελευταίες ομπρέλες. Μόνο το καπάκι. Το ξύλο έμεινε.


Σαν να είδα παλουκωμένα τα καλοκαίρια που πέρασαν. Λίγο ανακατεμένα χρονολογικά, μα όλα, ένα ένα καλά καρφωμένα με τη γλώσσα να κρέμεται στην άκρη ξεραμένων χειλιών από την αλμύρα.

Ιδέα μου θα ήταν.

Η θάλασσα δέχεται ακόμα κάποιους γενναίους. Ξένους κυρίως.

Ένα ζευγάρι ηλικιωμένων Ρώσων και μια οικογένεια νέων, Άγγλοι μάλλον, με δύο πιτσιρίκια, σκορπισμένοι σε μια έκταση κάποιων χιλιομέτρων.

Το ζευγάρι μπρούμυτα, με ένα ολόσωμο μαγιό η κυρία προσπαθούσε να βολέψει τα τεράστια στήθη της ανάμεσα στα βότσαλα. Εκείνος την κοιτούσε εκεί ανάμεσα και χαμογελούσε κοροϊδευτικά προς τα βότσαλα, που ήταν αναγκασμένα να κάνουν στην άκρη για να δεχτούν τέτοιον όγκο.

Τα πιτσιρίκια με γυρισμένα μπατζάκια έπαιζαν δειλά στην άκρη με το νερό και η μαμά διάβαζε ένα βιβλίο κουκουλωμένη με ζακέτα. Ο μπαμπάς ξυπόλητος, κοιτώντας κάτω, στην αγκαλιά καμιά ντουζίνα βότσαλα, κινούμενος προς την αντίθετη πλευρά από αυτή της θάλασσας, έψαχνε για το επόμενο θύμα.

Θα κουβαλήσει πέτρες, θα της πάει εκεί από όπου ήρθε, άμα δεν τον βγάζουν τα κιλά θα τις πληρώσει κιόλας στο αεροδρόμιο. Θα τις βάλει δίπλα στο τζάκι. Θα βάλει τα πιτσιρίκια να ζωγραφίσουν ψάρια. Τα ψάρια που νομίζουν ότι είδαν στην Ελλάδα. Θα ακουμπήσει τα ψάρια σε ένα περβάζι παραθύρου, να κολυμπάνε στην ομίχλη και στη βροχή. Σε μερικές θα ζωγραφίσουν γιασεμί και βασιλικό. Θα κάθονται στο τραπέζι της κουζίνας και θα χώνουν ο ένας στη μύτη του άλλου την πέτρα και θα λένε μύρισε και θα χασκογελάν.

Τι είναι ο ήλιος και η θάλασσα σε μια καλύτερη ζωή. Τι είναι το γιασεμί. Το δικό σου ελαιόλαδο. Τι είναι καλύτερη ζωή. Τα ζυγίζω σε μια ζυγαριά χαλασμένη. Λάθος κιλά, λάθος ζύγισμα.

Σίγουρα όμως φεύγοντας δεν θα κουβαλήσω πέτρες μαζί μου. Δεν θα έχω και χρήματα να πληρώσω τα επιπλέον κιλά.

Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2013

από μακριά

Από μακριά τώρα πια οι πληροφορίες και με ποσοστά.

Στο τι κάνετε θα βάλεις ένα 200% πάνω, θα πεις μια χαρά και θα το γυρίσεις ξαφνικά στο εσείς πες μου τι κάνετε.

Γίναμε εσείς και εμείς, με κάτι χιλιόμετρα να μας χωρίζουν. Ήμασταν μια οικογένεια και τώρα σπάσαμε. Όποιον και να ρωτήσεις θα σου πει αυτό είναι το λογικό. Η σωστή εξέλιξη. Χέστηκα. Ώρες ώρες με ενοχλεί, φαντάζομαι πόσο ενοχλεί εκείνους.

Στο έχει δουλειά θα είσαι προσεκτικός δεν θα υπερβάλεις, θα βάλεις μόνο ένα 50% πάνω, θα απαντήσεις κάτι γίνεται, μη σε νοιάζει θα τη βρούμε την άκρη εμείς και πάλι θα το γυρίσεις στο εσείς κάνετε τίποτα;

Υπάρχουν τρύπες και τρύπες. Υπάρχουν τρύπες που κλείνουν και τρύπες που γίνονται μαύρες και καταβροχθίζουν ότι βρουν μπροστά τους. Οι  «εσείς» έκαναν τις τρύπες τους να κλείνουν, οι «εμείς» τις μαυρίσαμε.

Στο πόσα ξέρει ο μπαμπάς από αυτά που συμβαίνουν αρχίζουν τα ποσοστά με μηδέν και υποδιαστολή. Και όταν τη ρωτάς τι λέει και για αυτά που ξέρει τον ακούς από μέσα να γκρινιάζει.

-Πως μας κατάντησαν έτσι. Τι θα κάνουμε. Τι λάθη έκανα. Εσείς δεν έχετε ανάγκη. Εμείς τι θα κάνουμε.

Και παραληρεί και εγώ δαγκώνομαι και εκείνη στη μέση. Και εκείνος δεν ξέρει και εγώ δεν αντέχω να τον ακούω. Πες του να σταματήσει γαμώτο μια χαρά είστε, μη γίνεται αχάριστος.

Και εκείνη πασάρει το ακουστικό σε εκείνον και μας κάνει και τους δύο να σκάσουμε. Άντε βρες λέξεις τώρα.

-Έλα μικρή.
-Τι γκρινιάζεις πάλι μωρέ;!

Εβδομήντα χρονών συνταξιούχος καπετάνιος άντε βγάλε άκρη και μετά βάλε και σε σειρά τις ξεροκεφαλιές.

- Τι γκρινιάζω. Δες πως με έκαναν. Να μην μπορώ να σας βοηθήσω. Να μη μπορώ να σας δώσω τίποτα.
- Μας έδωσες
-Τίποτα δεν σας έδωσα.
-Μας μεγάλωσες.
-Τίποτα δε σας έδωσα.
-Μας σπούδασες.
-Τίποτα δε σας έδωσα.
-Μας έδωσες ότι χρειαζόταν για να μη χρειάζεται να ζητάμε άλλα.

Μα δεν ακούει. Σε έμαθε να κρίνεις, να μη ζητάς και εκείνος δε μαθαίνει με τίποτα να μη δίνει άλλο.

-Να το πουλήσω το ρημάδι, να ξεχρεώσει ο αδερφός σου, να βοηθήσω και εσένα.
-Μπαμπά φτάνει. Πες τώρα τι κάνει ο εγγονός σου.
-Τι να κάνει ρε μικρή. Δύο μηνών άνθρωπος και όλο γελάει. Μόνο σε εμένα γελάει. Και όλο κάτι θέλει να μου πει. Τι να θέλει να μου πει.

Ευχαριστώ ρε μπαμπά. Ευχαριστώ θέλει να σου πει και αυτός. Τι άλλο.


Ευχαριστώ.

Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2013

ασυνάρτητα

Να γράψω.

Τι. Γιατί.

Πρέπει να γράψω τώρα.

Τώρα.

Αν δε γράψω θα σηκωθώ. Θα βγω. Θα φύγω.

Και;

Και. Δεν θα γυρίσω. Αυτό. Γι αυτό.

Θα γράψω.

Το βράδυ που με τραβάει από το πόδι, έχω κλειδώσει. Ο σύρτης γυρισμένος. Δε βγαίνω.

Γράφω. Σχεδόν δημοτικό. Νηπιαγωγείο τελειώματα. Μα γράφω. Γράφω και δε βγαίνω.

Τώρα;

Δεν έχω.

Να γράψω, δεν έχω.

Να φύγω.

Δεν είναι αυτά για μένα. Δεν ήταν αυτά για μένα.

Δεν έπρεπε να πάω εκεί. Γιατί τώρα ζητάω να γυρίζω.

Συνέχεια. Και δεν έχω.

Δεν έχω αντοχές.

Δεν έχω δρόμους, δεν έχω τρόπους.

Δεν έχω.

Σκάσε μου λέω.


Σκάω μου απαντάω.

Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2013

Εκείνη

Την περασμένη Κυριακή ήρθε Εκείνη να με δει. Άνοιξε με τα κλειδιά της. Εκείνη έχει τα πρωτότυπα εγώ φωτοτυπίες. Ήταν ακριβώς όπως τη θυμόμουν. Απόλυτη. Ακραία. Κτητική. Εγωίστρια. Με μια λέξη, τέλεια.

Τη χάζευα να κινείται στο χώρο και θυμήθηκα όλες εκείνες τις φορές που με ρημαγμένη ψυχή και μισή φωνή ήθελα να πω μου αρκεί αυτό μόνο, μου αρκεί, μα τελικά έβγαινε η δική της η φωνή και σταθερά συλλάβιζε όλα ή τίποτα.

Την είδα ακόμα μια φορά να χτυπά με δύναμη τον εαυτό της σε κάθε γωνιά του σπιτιού και να παραμένει αριστοκρατικά αράγιστη, ενώ εγώ γινόμουν θρύψαλα στην παραμικρή της κίνηση.

Όλο το βράδυ έτσι να κυλά. Και όταν ξημερώματα πια είχα βυθιστεί στην απελπισία την είδα έτοιμη να φύγει. Μετρούσα τα σίγουρα βήματά της προς την πόρτα. Ήταν η ώρα που έπρεπε να φωνάζω, φύγε με καταστρέφεις, και να βρίζω κλαίγοντας ακούγοντας την πόρτα να κλείνει με θόρυβο και το κλειδί να γυρνάει τρεις φορές. Αντί για αυτό, της πρότεινα

Κάτσε και θα τα βρούμε.

Στάθηκε. Πιο πολύ γιατί ξαφνιάστηκε παρά για να τα βρούμε. Γύρισε και με κοίταξε γέρνοντας ελάχιστα το κεφάλι της στο πλάι. Τα χείλη της σφραγισμένα, ένα αμφίβολο χαμόγελο χόρευε στην αριστερή άκρη τους, και όμως άκουγα αργά και καθαρά τη φωνή της.

Δεν θέλω να πικραίνεσαι τις Κυριακές τα βράδια. Χωρίς αυτή τη σκοτεινιά, τα χρόνια μένουν άδεια.

Και έφυγε χωρίς να μου δώσει περιθώρια. Αυτή τη φορά χωρίς να χτυπήσει την πόρτα πίσω της με θόρυβο. Την άφησε να κλείσει με το βάρος της, δε γύρισε ούτε μισή φορά το κλειδί και ήταν το χειρότερο που μπορούσε να κάνει.

Έστρεψα το βλέμμα μου στην αντίθετη πλευρά. Κοίταξα την ομπρέλα, το παλτό, τα παπούτσια. Ήθελα να βεβαιώσω τον εαυτό μου ότι δεν θα κουβαλούσα τίποτα περιττό. Θα γυρνούσα βρεγμένη ως το κόκαλο, τσακισμένη από τον αέρα, με ματωμένα όλα τα μέλη μου, φανερά και άφαντα, από την κορφή ως τα νύχια.

Ένα αμφίβολο χαμόγελο άρχισε να χορεύει στην αριστερή άκρη των χειλιών μου. Θα γυρνούσα πιο μισή από ότι ξεκίνησα. Μα θα την ακολουθούσα. Εννοείται θα την ακολουθούσα.


Πάλι.

Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2013

δεν έχω φύγει

- Πες μας playbobill γιατί βρίσκεσαι απόψε εδώ μαζί μας.

- Με λένε playbobill, έχω ένα χαρτί που λέει ότι είμαι πολιτικός μηχανικός, δε θυμάμαι ούτε που είναι το χαρτί ούτε το πολιτικός μηχανικός, και μόλις χθες έκλεισα τα 31.

Πρόσφατα βρήκα δουλειά. Θα κάνω μαθήματα σχεδίου σε ενήλικες που δουλεύουν σαν πολιτικοί μηχανικοί. Δέκα ευρώ την ώρα, δύο ώρες την εβδομάδα και βλέπουμε. Είκοσι ευρώ την εβδομάδα δε λύνουν προβλήματα μα δε δημιουργούν κιόλας.

Στο σπίτι με υποδέχτηκαν με καπελάκια στο κεφάλι σερπαντίνες και μια τούρτα. Γιατρέ μου πείτε μου, εγώ δεν έχω καταλάβει καλά; Δεν έχω δουλειά και θα κάνω μαθήματα σε ανθρώπους που προσπαθούν να κάνουν μια δουλειά που δεν υπάρχει. Γιατί τόση χαρά;

Ναι δεν είμαι αχάριστη. Ναι δίκιο έχετε. Άλλοι δεν έχουν καθόλου. Ναι όπως τα λέτε γιατρέ μου.

Να προχθές μου είπε και ο πατέρας μου ότι τώρα που βρήκα δουλειά δε χρειάζεται να ψάχνω να φύγω στο εξωτερικό. Βολεύτηκα λέει και εγώ και που να τρέχω. Να κάνω και κάνα παιδί. Τι θέλει ένα παιδί; Είκοσι ευρώ τη βδομάδα θέλει και αγάπη. Τα 'χεις όλα.

Την τελευταία φορά γιατρέ που πήγα να ψωνίσω αγάπη πιστέψτε με είχε κάτι παραπάνω από πενήντα ευρώ, βάλε και το παιδί, ξεφύγαμε. Και για καθημερινή χρήση δεν είναι. Πιο φθηνά είναι και μπαίνουν στο σπίτι  χαράτσια, φόροι, δάνεια. Τέτοια παίρνουμε. Αν όχι κάθε μέρα, μέρα παρά μέρα.

Ναι δεν παραπονιέμαι γιατρέ, όχι πολύ δηλαδή. Και προσπαθώ και κάνω και δουλειές που δεν τις θέλει το χαρτί στο βιογραφικό μου. Είναι που θα θελα μόνο να είναι λίγο αλλιώς. Να είχα δουλειά κανονική. Ένα μισθό αξιοπρεπή. Ούτε πολλά ούτε λίγα. Δεν θέλω τα πολλά μα με τα λίγα δε ζεις.

Όχι αφεντικό δε θέλω, υπάλληλος δε με πειράζει. Μα να μπορώ να κλέβω λίγο χρόνο να μπαίνω fb να μιλάω σε εκείνον. Και ύστερα να βρίζουμε μαζί το αφεντικό που μου το έκοψε και να γελάμε. Και να μπορώ στην παρατήρηση να υπερασπιστώ τον εαυτό μου αν έχω δίκιο, χωρίς να φοβάμαι και να σκύβω το κεφάλι.

Να μπορούσαμε ακόμα στο τραπέζι να μιλάμε για ταξίδια που δεν θα κάνουμε ποτέ. Ακόμα και αυτά τα κόψαμε. Μιλάμε για ασφάλειες που δεν θα πληρώσουμε ποτέ.

Σήμερα έσπασα ανάμεσα σε μια γραμμή τηλεφωνίας των δεκαπέντε ευρώ. Εκείνος στη δουλειά που δεν πληρώνεται και εγώ στο σπίτι.

Πάμε να φύγουμε. Δεν αντέχω άλλο. Πάμε να φύγουμε. Δε με χωράει ο εαυτός μου εδώ. Πάμε.

Τι να μου πει και αυτός γιατρέ. Τι άλλο να μου πει.

Πριν από οκτώ μήνες έφυγε ένας και τον άλλο μήνα θα πάει και εκείνη να τον βρει. Εκείνη χωρίς να έχει βρει δουλειά. Τι να κάνει μισή μαζί μας. Μαζί σας. Σε λίγο φεύγει και ο άλλος. Για τρεις μήνες και αν πάνε καλά τα πράγματα θα πάρει και τη γυναίκα και το παιδί κοντά. Το παιδί ούτε ενός και άντε να το πείσει ότι το κάνει για εκείνο. Ίσως δεν αντέξει και η άλλη. Φύγει έτσι και βλέπουμε.

Και όλοι αυτοί δέκα μέτρα από τα μάτια μου. Και τόσοι και άλλοι τόσοι δέκα μέτρα από οποιουδήποτε τα μάτια.

Τα ξέρετε αυτά γιατρέ. Τι σας τα λέω. Ξέρω είναι και άλλοι έτσι και χειρότερα. Να μην παραπονιέμαι.

Καλά γιατρέ.

Είμαι το playbobill, είμαι πολιτικός μηχανικός και τελικά δεν έχω φύγει.


Ακόμα.

Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2013

κύκλοι

Νοσταλγία.


Αυτό με πιάνει όταν απομονώνω τα δάχτυλα στο πιάνο και η ανάσα μου βαριά σιγοψιθυρίζει:

Straightway down the road,
to my heart's desire

Στις παύσεις διαπιστώνω ότι δεν έχω τίποτα να νοσταλγώ.

Δεν θα ήθελα να παίζω σε αυλές, να κάθομαι σε τελευταία θρανία, να ξενυχτάω για να πάρω το πτυχίο. Όσο ήταν να φάω τα γόνατα μου στα τσιμέντα τα έφαγα, όσο γέμισα μπλε τετράδια γέμισα.

Δεν θα μπορούσα να βρίσκομαι αλλού. Είτε δεν θα μου χωρούσε το αλλού, είτε δεν θα με χωρούσε εκείνο.

Οι κύκλοι είναι για να κλείνουν. Και όσο εμείς τραβάμε λίγο ακόμα την περίμετρο το πιο πιθανό είναι να τους αλλάξουμε σχήμα.

Τις καμπύλες τις κάνουμε γωνίες. Το σχήμα κλείνει και έτσι. Και μένουμε είτε στο εσωτερικό σφηνωμένοι σε κάποια γωνία, χτυπώντας από τοίχο σε τοίχο, είτε έξω από το σχήμα να κοβόμαστε στο εξωτερικό των γωνιών, όποτε κάνουμε να περάσουμε πιο κοντά σε αυτό.

If i was where i would be
Then I would be there I am not,
Here I am where I must be

Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2013

σημειώματα και δέματα

Εχθές πήρα ένα δέμα από τη μάνα μου.

Οι κουβέρτες του χειμώνα πλυμένες από εκείνη, επειδή μόνο εκείνη μπορεί να τις πλύνει τόσο καλά. Κρυμμένα καλά ανάμεσα τα καθιερωμένα δώρα. Ένα κορμάκι μακρυμάνικο, δύο εσώρουχα βαμβακερά, ένα ζευγάρι κάλτσες και μέσα στη δεξιά κάλτσα δέκα ευρώ.

Της έχει μείνει κουσουράκι από τότε που της έφυγα πρώτη φορά. Όταν ερχόταν να με δει, τις ώρες που έλειπα, τότε που ήμουν φοιτήτρια, και είχε το πεδίο ελεύθερο γέμιζε το σπίτι ραβασάκια.

Στις σελίδες αδιάβαστου βιβλίου 5 ευρώ με σημείωμα : για να πιεις ζεστή σοκολάτα.
Στο βιβλίο οπλισμένου σκυροδέματος 10 ευρώ : για φωτοτυπίες σημειώσεων.
Στο συρτάρι με τις κάλτσες 50 ευρώ : νομίζω ότι ήθελες κάτι αθλητικά παπούτσια.

Άλλες φορές χωρίς φιλοδώρημα.

Στο ψυγείο : αστεράκι το σίδηρο μη ξεχνάς
Σε ένα μικρό πίνακα ανακοινώσεων : αγάπη το σίδηρο σου είπα
Πίσω από την εξώπορτα : κανόνισε μικρή να φύγεις χωρίς να έχεις πιει το σίδηρο

Και όταν δεν μπορούσε να έρθει εκείνη έστελνε τον εαυτό της αλλιώς. Δέματα με φαγώσιμα κυρίως. Αυγά από τη γιαγιά σε τάπερ, τυλιγμένα ένα ένα με χαρτί κουζίνας, από πάνω το καπάκι και απέξω ο πατέρας μου είχε χαλάσει μισή χαρτοταινία για να τα κολλήσει με κάθε δυνατό τρόπο, κάθετα οριζόντια πλάγια, τέσσερις και πέντε φορές τη μια πάνω στην άλλη. Λες και τα αυγά θα γίνονταν πουλιά και θα πετούσαν. Κάνα δύο φορές οριακά δεν πέταξα το τάπερ μαζί με τα αυγά. Τόση ταινία ούτε το ψαλίδι δεν την έπιανε. Πίτες με φύλλο δικό της και δέκα διαφορετικές συγνώμες στο τηλέφωνο, μια για το αλάτι που έλειπε, μια για το φύλλο που ήταν χοντρό, μια για το ότι άρπαξε λίγο από κάτω.

Σε κάτι γενέθλια για να με ευχαριστήσουν ο πατέρας μου αποφάσησε να αγοράσει φρέσκες γαρίδες να τις βράσει, να τις καθαρίσει, να τις βάλει με λαδάκι και λεμονάκι σε ένα μπολάκι, να τις τυλίξει με την απαραίτητη χαρτοταινία και να τις στείλει πόρτα-πόρτα με το ταχυδρομείο. Είχε και παγωνιά θεώρησαν θα αντέξουν. Όταν ήρθε ο ταχυδρόμος έλειπα. Παρέλαβα το ειδοποιητήριο και τηλεφώνησα να δω μέχρι τι ώρα μπορώ να παραλάβω το δέμα. Ο υπάλληλος ακόμα απορώ πως άντεξε και δεν με στόλισε.

Έλα να πάρεις κοπέλα μου το δέμα σου! Ένα σάκο μας κατέστρεψε η μάνα σου! Πες της όχι τόσα λάδια την άλλη φορά!!!

Πέρυσι μου ζήτησε να της στείλω ένα βιβλίο να διαβάσει και με αγωνία με ρωτούσε.

Καμαρώνεις που διαβάζω βιβλία;

Άσε μας ρε μάνα, την αποπήρα.

Της έστειλα το βιβλίο και μέσα της έβαλα ένα σημείωμα.

Καμαρώνω για σένα, όσο καμαρώνω μια ζωή, και τόσο και πιο πολύ θα καμαρώνω και όλες τις άλλες που μου αναλογούν.

υ.γ. τα 5 ευρώ είναι για να πιεις έναν καφέ
  
Ακόμα το πεντάευρω σφηνωμένο στον καθρέφτη περιμένει να πιει καφέ.

Μάνα μην ψαρώνεις.

Και αν δεν ακούω τι λες, το βλέπω.

Και αν δεν το βλέπω, το νιώθω.

Και αν νομίζεις ότι καμιά φορά ξεχνώ, κάπου εδώ θα είσαι, θα δεις. Πως με τη σειρά μου τα ίδια και χειρότερα θα κάνω, απόδειξη πως όλα τα είδα, τα άκουσα, τα ένιωσα και τίποτα δεν ξέχασα.



Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2013

συνταγή - μαρμελάδα σταφύλι

  
Αχ και να ήμουνα ένα από εκείνα τα μικρά κεχριμπαρένια κίτρινα. Από εκείνα τα δικά σας τα αράντιστα χωρίς κουκούτσι. Και να σε βασάνιζα κανένα δίωρο να με τραβήξεις από το τσαμπί μου και να με ξεχωρίσεις από τα άλλα. Και να με πλύνεις και να με ξεπλύνεις με άφθονο δροσερό νερό για να ξυπνήσεις το χρώμα και τις μυρωδιές μου. Και να κρυώνω κάτω από το νερό και να σηκώνονται οι ίνες μου μέσα από τη φλούδα σαν να ‘ταν τρίχες κάτω από δέρμα ανθρώπινο.

Και να με βάλεις σε μια κατσαρόλα με μεγάλο πάτο. Και να προσθέσεις το μισό του βάρους μου σε γλύκα. Αν θέλεις κράτα και λίγο ακόμα γιατί μια γλύκα την έχω από μόνο μου. Και να άναβες το μάτι της κουζίνας για να αρχίσω να βράζω, να πιω όλα τα ζουμιά μου, να δέσω με τη ζάχαρη.





Και όταν θα έβλεπες το νερό μου να τελειώνει κομμάτια να με έκανες, να κόβομαι με τις λεπίδες, μα να το χαίρομαι γιατί παντού θα με σκορπίσεις, ένα πια να μη με ξεχωρίζεις.

Κι ύστερα μισό λεμονάκι να μου έστυβες, μια βοήθεια μικρή να πήξω χωρίς να με βράσεις πολύ και χάσω αρώματα. Και μια βανίλια να μου χάριζες να αναστατώσει τη γεύση μου και τη μυρωδιά μου. Και μην ξεχνάς να με ανακατεύεις με ξύλινη κουτάλα, μην κάνω και αγαπηθώ πολύ από τον πάτο και κάψω τη σάρκα μου. Και ξέρω ότι έτσι θα κάψω τη δική σου σάρκα, στο εσωτερικό του καρπού καθώς θα ανακατεύεις. Και αν δεις να αφρίζω μη με παρεξηγείς, πάρε ένα κουταλάκι και ξάφρισέ με, δεν θα στο ΄χουν ζητήσει ποτέ ξανά με τόση γλύκα στην ανάγκη τους.

Και όταν θα δεις φουσκάλες να βγάζω στην επιφάνεια μου τότε να ξέρεις πρέπει να με κατεβάσεις από τη φωτιά. Φουσκάλες χοντρές σαν τον έρωτα. Που ξεκινούν από τον πάτο, από την κάψα της φωτιάς, και είναι ικανές να κάψουν και εμένα όση ώρα και αν βράζω, και αναδεύουν τα σωθικά μου ανεβαίνοντας, μα φτάνοντας στην επιφάνεια γίνονται μια φούσκα που με έναν αθόρυβο σχεδόν ήχο σκάνε και δεν απομένει τίποτα από αυτές πια. Και να σε βλέπω ανυπόμονα να βουτάς το δάχτυλο για να δοκιμάσεις και να το φέρνεις γρήγορα στο στόμα, να το πιπιλάς πιο πολύ πια για να ανακουφιστείς παρά για να γευτείς. Και να σε ακούω να ψιθυρίζεις τέλεια, λίγο γλυκιά και λίγο ξινή και να χαμογελάς αυτάρεσκα λες και όλο αυτό είναι δικό σου κατόρθωμα και μόνο.  Και να ξέρω ότι εκείνος που θα 'ρθει να σε φιλήσει στο λαιμό τις επόμενες ώρες, θα σταθεί για λίγο ξαφνιασμένος από τη μυρωδιά σου. Και δεν θα μπορεί να ξεχωρίσει φρούτο, ζάχαρη, βανίλια, γιατί θα έχουν γίνει ένα με το δέρμα σου. Και θα αναρωτιέται σιωπηλά, που βρήκες τόση γλύκα.

Και θα σε βλέπω να ετοιμάζεις το σπίτι μου, θα βράζεις και θα αποστειρώνεις τα βάζα μου. Καυτό εγώ, καυτά εκείνα, να συναγωνιζόμαστε. Και εσύ να βάζεις το καπάκι μου και εγώ να κλείνομαι με τρόμο. Και δε μου φτάνει το κελί, με θέλεις και ανάποδα. Και εγώ θα αναδεύομαι κρυώνοντας και θα ζητώ ανάσες, θα λιγοστεύω τον αέρα και αντί στην ελευθερία να πηγαίνω θα με σφραγίζω πιο καλά ρουφώντας και τραβώντας το καπάκι προς τα μέσα.Και όταν θα 'χω πια για τα καλά κρυώσει, τότε μόνο τον άδικο μου κόπο θα 'χω νιώσει. Σε δροσερό και σκιερό μέρος θα μείνω, σαν σε χειμερία νάρκη θα γίνω. Και ας ξέρω ότι εσύ πάντα θα αγαπάς να με μοιράζεις, θα περιμένω να με γευθείς. Εσύ και μόνο εσύ. 

Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2013

μια μέρα

Ώρες ώρες σκέφτομαι ότι μοναδικά τραγούδια δύσκολα βγαίνουν πια. Λάθος. Χίλιες μια φορές στις χίλιες, λάθος. 

Και αφού μπορούν ακόμα να βγαίνουν τέτοια τραγούδια, μπορεί και εγώ μια μέρα να καταφέρω να γράψω. Έτσι. Όπως ακούγεται αυτό.




(δεν το θελα λέει,σε πίστεψα ρε C.)

καφές φίλτρου

Ο πρώτος καφές της σεζόν. Η συσκευασία σφραγισμένη περίμενε υπομονετικά στο ντουλάπι εδώ και είκοσι μέρες περίπου. Είναι που έτυχε και τελείωσε ο ελληνικός, είναι που βρέχει από προχθές λίγο κοροϊδευτικά αλλά πάντα μουσκεύοντας κάτι έστω και λίγο.

Μετά το άνοιγμα σε γυάλινο βάζο και στο ψυγείο να σώσουμε όση μυρωδιά προλάβουμε. Φίλτρο οικολογικό, δωρεά της μαμάς. Καφετιέρα προίκα από τον καιρό που δούλευα.

Τον καιρό που δούλευα που δεν είχα καιρό για τίποτα. Με θυμάμαι, μόνο τέσσερα χρόνια πριν, να τρώω στο όρθιο στο σπίτι, ή στη δουλειά στα κλεφτά και από τις έξι το απόγευμα και μετά να λυσσάω. Γυμναστήρια, θέατρα, μουσικές σκηνές. Ώρες περπάτημα, κανέναν καφέ. Ξενύχτια, είτε μέσα είτε έξω από το σπίτι. Και πάλι το πρωί σκουντουφλώντας να προσπαθώ να συρθώ από το κρεβάτι στο μπάνιο, να βουρτσίζω τα δόντια με το ένα χέρι και με το άλλο να φορώ το παντελόνι. Να πίνω μια γουλιά από τον χθεσινό παρατημένο, παγωμένο καφέ φίλτρου και μετά να στέκομαι για λίγο να σκεφτώ, τι μπορεί να έχει πέσει μέσα τόσες ώρες που τον έχω στο τραπέζι της κουζίνας ή τι πιθανότητες μου δίνω να με πιάσει κόψιμο με το γάλα που έχω στάξει μέσα. Λεπτομέρειες, όλα αυτά στις 7:45, ενώ έπρεπε να έχω φύγει ήδη, τουλάχιστον δέκα λεπτά πριν. Την επόμενη, την ίδια ώρα τα ίδια αναρωτιόμουν.

Στο γραφείο ακόμα ένας κουβάς καφές. Πιο πολύ γιατί χόρταινα να βλέπω την κούπα μου γεμάτη. Οκτώ ώρες δουλειάς, καμιά φορά και λίγο παραπάνω, και πάλι δεν κατάφερνα να τον φτάσω μέχρι τη μέση. Τέσσερις κούπες χρειάστηκε να αλλάξω. Πως κατάφερνε ο αφεντικός από όλες τις κούπες να σπάει τη δική μου κάθε φορά ποτέ δεν το κατάλαβα.

Ο μισθός καλός. Ούτε μικρός, ούτε μεγάλος. Έφτανε όμως. Ενοίκιο, νερό, φως, τηλέφωνο, μετακινήσεις, ασφάλεια και ο καφές είχε ωραία γεύση. Με τον πρώτο μισθό είχα πάρει ένα πορτοφόλι δώρο στον πατέρα μου. Του το έδωσα λέγοντας του:

για να βάλεις μέσα τα λεφτά που δεν θα σου τρώω πια

Τώρα φοβάμαι μην τα ζητήσω πίσω σαν να μου ανήκουν.

Ο καφές θα αντιδρά πάντα όπως το χώμα στη βροχή. Τη μυρωδιά την έχουν περιγράψει άλλοι πριν από εμένα με τρόπους που εγώ δεν θα τους φτάσω. Η δοσολογία θα είναι πάντα ίδια. Μία κούπα νερό, δύο κουταλιές γεμάτες καφέ, μία ζαχαρίνη και μισό δάχτυλο γάλα. Η γεύση δεν έχω καταλάβει γιατί αλλάζει.


Δε βαριέσαι. Η πρώτη γουλιά είναι δύσκολη.

Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2013

ευτυχώς

11:47  στο κρεβάτι

01:02  κλείνει το βιβλίο

04:28  ξύπνια / Σε κυνηγούσα. Πάλι. Σου φώναζα ότι είναι χαζό να τρέχεις στην άμμο μαζί μου. Θα σε πιάσω και το ξέρεις. Δύο τρεις μπήκαν μπροστά μου. Μαζί με εσένα και αυτοί ήθελαν να με κρατήσουν μακριά σου. Έβγαλα τα παπούτσια μου και άρχισα να στα πετάω. Ήθελα να σου εξηγήσω. Πάλι. Ό,τι σου εξηγώ χίλιες φορές τη μέρα μέσα στο κεφάλι μου και πάλι ούτε και εγώ καταλαβαίνω τι θέλω να σου πω. Γελούσες. Έκανες φασαρία με το γέλιο σου και ξύπνησα. Δεν σε έπιασα. Πάλι.

06:18  ξύπνια ξανά / Έψαχνα να μαζέψω χαρτιά για να φύγω. Βιογραφικά, συστατικές, πτυχία μεταφρασμένα. Και ήταν πέτρες όλα. Πέτρες που μάζευα ανεβαίνοντας σκάλες. Πέτρες με ακμές μυτερές που έκοβαν τα χέρια. Πέτρες που έπεφταν ανάμεσα από τα δάχτυλα μου. Μερικές έβαζα και στο στόμα να τις σώσω. Έσκυβα να τις πιάσω και έχανα κι άλλες. Ανέβαινα, κοβόμουν και έχανα. Κάποια έκανε φασαρία πέφτοντας και ξύπνησα. Δεν τις κράτησα στα χέρια μου. Πάλι


08:10  ξύπνια / Μπορούσα να κοιμηθώ αλλά δεν έπρεπε. Έβρεχε. Ευτυχώς, έβρεχε.