- Που είσαι παιδί μου τόση ώρα; Σε έχω πάρει ένα σωρό
τηλέφωνα.
- Και ανησύχησες; Στο supermarket ρε μάνα. Τι ανησυχείς;
- Ε, δεν σε είχα ακούσει όλη μέρα. Τι καλό πήρατε;
Χαζή αυτή, χαζή και εγώ. Άκου τι πήρατε. Γέρνω αριστερά, τραβάω και το καλώδιο μαζί με το
ακουστικό και χρησιμοποιώ τις ακτίνες Χ που έχω για να διακρίνω τι έχει μέσα η
σακούλα, γιατί από μυαλό είχα ξεμείνει.
Και αρχίζω.
- Τα βασικά. Γάλα. Δημητριακά. Βούτυρο. Νομίζω και ένα Ava. Δε βλέπω.
- Τι δε βλέπεις. Δε θυμάσαι; Φρούτα; Δεν πήρες φρούτα;
- Είχα πάει το πρωί λαϊκή ρε μάνα.
- Μπράβο παιδί μου.
Καμαρώνει η χαζή νούμερο δύο που είπε μπράβο η μαμά, που
πήρε φρούτα από τη λαική. Που δε μπορεί να διακρίνει το τρία μπροστά από το ένα
και νομίζει ώρες ώρες ότι ακόμα είναι ενός έτους.
Το χρειαζόμουν όμως. Αυτό το παιδί μου. Αυτό το μου. Αυτό
που κρύβει το μου ενός γονιού. Αυτό
που σε κάνει να νιώθεις ότι και ο ουρανός να πέσει στο κεφάλι σου αυτό το μου θα σε γλιτώσει.
Χρόνια τώρα παρόμοια εικόνα. Σε κάθε πόλη σε κάθε κατάστημα.
Μια σοκολατιά, τσιγγάνα, όλο το πρόσωπο δυο όμορφα μάτια, με βαμμένα μαλλιά κακό
καφέ και ένα μωρό στην αγκαλιά. Μωρό. Όπως λέμε ΜΩΡΟ. Ενός, δύο; Μηνών. Ξανθό
(τι καλά!). Έτσι για να έχει και σασπένς. Σε κοιτάει από χαμηλά. Τα μάτια όλο
ασπράδι και λίγο μαύρο, ότι έχει μείνει από τις κόρες όπως κάνει να σε φτάσει
τόσο ψηλός που είσαι. Δε μιλάει.
Πρώτος κόμπος.
- Δεν παίρνω καλάθι. Τρία πράγματα έχουμε. Ας τα πάρουμε στα
χέρια.
Στο ταμείο σε πέντε λεπτά. Στο ένα εμείς. Στο τρία εκείνη.
Δεύτερος κόμπος. Κόμπος στον κόμπο.
Όλα για το παιδί. Βάζει το χέρι κάπου σαν τσέπη και αφήνει
μόνο ψιλά. Πολύ ψιλά. Μονόλεπτα, δίλεπτα άντε και κανένα πεντόλεπτο.
Το μάτι της ταμία θολώνει. Αρχίζει το μέτρημα.
- Δε φτάνουν.
Εκείνη δεν καταλαβαίνει.
- Δεν φτάνουν λέω. Όλα αυτά δεν φτάνουν.
Υψώνει τον τόνο της φωνής της. Εξακολουθεί και δεν
καταλαβαίνει. Μάλλον. Κοιτάει γύρω της.
Νομίζω θα βγάλω τα άντερά μου στη δική μας την ταμία. Το
στομάχι μου έχει γίνει άπειρους κόμπους δεμένους απανωτά ο ένας στον άλλο.
Θα τα βγάλω, είναι σίγουρο. Πάνω στο γάλα και το βούτυρο.
Μέσα μου φωνάζω. Δωστης τα εσύ μωρή. Πόσα της λείπουν; Γιατί
μας το κάνεις αυτό; Δωστα!
- Έλα, τι κάθεσαι. Πήγαινε από εκεί να δεις πόσα της
λείπουν.
Εκείνος ψιθυρίζει, ήρεμα, τρυφερά, με σπρώχνει ελαφρά στη
μέση με το χέρι του.
- Δεν μπορώ. Με ξέρεις. Πήγαινε εσύ.
Και τελικά πηγαίνει εκείνος.
Δε μπορώ. Κωλώνω. Πάντα έτσι κωλώνω. Φάτσα φόρα κωλώνω.
Νιώθω λίγη. Να σκύψω να απλώσω χέρι να δώσω, νιώθω λίγη.
Στα κρυφά, στα μουλωχτά, όταν δεν κοιτά κανείς και πίσω από
πλάτες άλλων, να δώσω για να δώσουν τα καταφέρνω.
Το είχα ανάγκη αυτό το μου
της μάνας μου. Όχι για να μου λύσει τους κόμπους από το στομάχι. Αλλά έτσι. Για
να μπορώ να νιώθω ότι το μου της,
μπορεί ακόμα να γίνεται κόμπους άλυτους. Που αντέχει ακόμα και δεν προσπερνά, και ας μη μπορεί πάντα να απλώσει το χέρι από ντροπή αντίστροφη και μόνο.
Όσο δένονται τα στομάχια μας φιόγκους μπορεί και να το
παλέψουμε. Και εμείς και οι υπόλοιποι.