Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2014

βαρώντας σκοπιές

Τα πιο πετυχημένα γίνονται στα τελειώματα. Εκεί που λες, πάει, περνάει και αυτό, εκεί σου τη φέρνει. Σαν να χύνεις τον ελληνικό λίγο πριν τον ακουμπήσεις στο τραπεζάκι.

Έτσι με έβαλε η μάνα μου στη δουλειά. Με έστελνε να σερβίρω τους ελληνικούς. Με το χέρι, χωρίς δίσκο, αφού είχα πάει σε μια δόση το νερό και στην άλλη το γλυκό του κουταλιού. Η τρίτη ήταν ο καφές. Είχα διανύσει κουζίνα, διάδρομο, τραπεζαρία και είχα βγει στη βεράντα. Και λίγο πριν αφήσω το φλιτζανάκι με το πιατάκι στο τραπέζι, εκεί που έσκαγα τα χαμόγελα στον παππού εκεί έσκαγε και η σωστή μία φουσκάλα και από τις αναταράξεις πήγαινε το καϊμάκι χαμένο μαζί με το χαμόγελο στο πιατάκι. Το «λεφτά θα πάρετε», δεν με έσωσε πολλές φορές από τις αποδοκιμαστικές ματιές των μερακλήδων.

Και τα πιο πετυχημένα δε μιλάνε. Πάνε με τη σιωπή. Και το καταλαβαίνεις ότι όντως κάτι δεν πάει καθόλου καλά, όταν είστε δύο μπροστά από την τηλεόραση και βλέπετε διαφημίσεις. Ζάπινγκ για όπου έχει διαφημίσεις. Αλλού το μυαλό, αλλά εκεί. Καμία άλλη κουβέντα δε χωρά ανάμεσά σας. Μόνο τοστόψωμα έτσι, τοστόψωμα αλλιώς, κινητές και σταθερές τηλεφωνίες, κινητά και αυτοκίνητα, kinder εκπλήξεις και κουπάτος ελληνικός χωρίς πιατάκι να μη βρει πού να σταθεί άμα χυθεί. 

2,30 στο κρεβάτι ξύπνιοι και οι δύο ψεύτες. Τα στομάχια ψιθυρίζουν χωνεύοντας τη μακαρονάδα που τους στείλαμε κάτι ώρες πριν. Κατά τα άλλα κοροϊδευόμαστε με το χειρότερο τρόπο ότι κοιμόμαστε, βάζοντας αργά αέρα από τη μύτη και βγάζοντάς τον από το στόμα όσο πιο αθόρυβα γίνεται. Κακός θεατρινισμός, αφού και οι δύο ξέρουμε με ακρίβεια κυβικού χιλιοστού αέρα την ανάσα του άλλου όταν κοιμάται.

- Κοιμήσου. Προσέχω εγώ.

- Τι προσέχεις;

- Σήμερα φυλάω σκοπιά εγώ. Κοιμήσου εσύ.

Σιωπηλή συμφωνία και προσπάθεια για ύπνο. Κάνα δεκάλεπτο μόνο.

- Τιιιιιιιιι λέει; τολμά ο ένας γεμάτος όρεξη για κουβέντα
- Τίποτα. Κόβει ο άλλος τον αέρα.

Στο δεκάλεπτο πάνω, τα ίδια αλλά αντίστροφα.

- Αυτάαααααα, δοκιμάζει τώρα ο άλλος.
- Αυτά. Απειλεί ο ένας.

Πρέπει να κρατηθεί μια ισορροπία.

Γύρω στις 4 έχουμε κοιμηθεί. Τουλάχιστον βγάλαμε μαζί το γερμανικό νούμερο.

Μέχρι τις 7 η σκοπιά αφύλαχτη. Τουλάχιστον την αφήσαμε αφύλαχτη μαζί. Εκεί είναι που γίνεται και η έφοδος, με το κινητό να χτυπάει μέσα στα κοιμισμένα μου αυτιά. Κινητό στις 7 το πρωί αν δεν είναι η μάνα σου να σου πει χρόνια πολλά δεν είναι για καλό.

- Να φύγουμε θέλω. Θα αρρωστήσουμε.

- Δεν θα αρρωστήσουμε.

-Δεν θέλω να αρρωστήσουμε, να ζήσουμε θέλω. Έστω και με λίγο ελληνικό χυμένο στο πιατάκι και ένα βρακί δικό μας γαμώτο. Ένα βρακί πλύνε βάλε. 

Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2014

ξεκαθάρισμα το λες εσύ αυτό;

Τις επόμενες δέκα μέρες πρέπει να αποφασίσω τρεις φορές. Τρεις φορές «σημαντικές», σαν σύνολο δηλαδή, αφού θα έχω πάρει δεκάδες άλλες μικρές αποφάσεις.

Τι θα πάρω μαζί μου, τι θα αφήσω στο δωμάτιο που θα με φιλοξενεί όταν έρχομαι, τι θα μείνει στην αποθήκη. Το λογικό είναι να πάρω τα απαραίτητα, να αφήσω στο δωμάτιο τα αμέσως επόμενα που θα μου χρειαστούν και να μείνουν στην αποθήκη αυτά που δε χωράνε.

Μερικά τοποθετούνται ξεκάθαρα, κάποια άλλα με μικρές αμφιβολίες, μερικά με έντονη την αίσθηση του αποχωρισμού. Είναι και κάτι άλλα, που στέκονται με απορία «τι με κρατάς ακόμα;» και εγώ κουνάω το κεφάλι λέγοντας «τι σε κρατάω ακόμα;» και καταλήγουν στα απαραίτητα.

Μπάχαλο θα τα κάνω πάλι. 

Δεν είμαστε  προγραμματισμένοι για αποφάσεις και ξεκαθαρίσματα. Ακόμα και αυτοί που λένε ότι το κάνουν -μεταξύ μας- ψέματα κάνουν. 



Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου 2014

από τις σκάλες πονάει πιο πολύ, από τις σκάλες

Ο πιο έξυπνος από τους δύο πέταξε την ιδέα να βρεθούν πριν φύγει. Σπίτι του.

- Έλα, θα το κάνουμε όπως στις ταινίες, πολιτισμένα. Ξεκόλλα. Θα φέρω καφέ απέξω και μια χάρτινη σακούλα με ζεστά κρουασάν. Επειδή όμως δεν είναι και όλος ο υπόλοιπος κόσμος όπως στις ταινίες, αντί για κρουασάν θα φέρω μερικά τυροπιτάκια και ζαμπονοτυροπιτάκια από το φούρνο στη γωνία σε νάιλον σακούλα και ας ελπίσουμε να είναι της ημέρας.

- Κάνε αναπάντητη πριν πατήσεις στο πλατύσκαλο. Ανέβα στον τρίτο και κατέβα έναν όροφο με τα πόδια. Όπως συνήθιζες να κάνεις εξάλλου, φρόντιζες να προσθέτεις για να μπορείς να αφαιρείς, είπε στο κλείσιμο.

Η μυρωδιά από την υγρασία και τη μούχλα στο υπόγειο έφτανε οριακά στους δυόμιση ορόφους συν το ύψος της. Ένιωσε να γλιστράει στα ρουθούνια της και κάτω από τις πόρτες τους. Από τον τρίτο στο δεύτερο της έπεσε η σακούλα και κατέβηκε αυτόνομα μερικά σκαλιά.

Στις ταινίες δεν προλαβαίνεις να χτυπήσεις. Έτσι και εδώ. Με το ένα άνοιγε την πόρτα και στεκόταν στο πλάι, με το άλλο τεντωμένο και το τηλεκοντρόλ στο τελείωμά του με ένα δάχτυλο να πατάει το mute.

Στην τηλεόραση η Ουκρανία καίγεται. Όχι όπως στις ταινίες. Όπως στην πραγματικότητα. Και καλύτερα.

- Είχα πάει σε ένα γάμο πριν κάτι μέρες. Κάτι πιτσιρίκια στο προαύλιο κοροϊδεύονταν. «Ο Ζουμής θέλει να παντρευτεί μια Ουκρανή χορεύτρια να του κάνει στριπτίζ».

- Από τον πιο μικρό έως τον πιο μεγάλο, στον υπέροχο κόσμο μας.

Και αυτός μαζί. Στον κόσμο του. Πριν κάτι μήνες της έγραφε «όλα τα αντέχω, τους απλήρωτους λογαριασμούς, τα χαράτσια, τα δάνεια, να είμαι χωρίς εσένα δεν αντέχω». Τώρα την κοιτούσε και την έβλεπε στην πλάτη του καναπέ πίσω της και ολόκληρος έλεγε, «τι να σου εξηγώ τώρα και εσένα, λες και σε ενδιαφέρει ό,τι γίνεται μακριά απ’ το σώμα σου»

- Τι σε πονάει πιο πολύ;

- Χαζούλα, τι ερώτηση είναι αυτή;

- Πες ρε. Δεν είναι τόσο δύσκολο.

- Αυτή τη στιγμή τίποτα.

Τα σφολιατοειδή στη σακούλα ζεσταίνονταν άθικτα, αφού τα είχε κουβαλήσει παγωμένα, και με στραπατσαρισμένες τις πρώτες στρώσεις φύλλων από την πτώση στα σκαλιά.

Σιωπή. Μια πόρτα έξω στο διάδρομο άνοιξε, ύστερα έκλεισε και την πόρτα του ασανσέρ ακολούθησε ο πνιχτός ήχος από τα συρματόσχοινα που το κατέβασαν στο ισόγειο.
  
- Να έφευγα;

- Μείνε ρε, να μοιραστούμε λίγη σιωπή.

Γέλασαν. Δεν την έλεγε ποτέ ρε. Τα σαρανταπέντε του και τα δεκαπέντε μείον από αυτά, δικά της, δεν το επέτρεπαν. Μόλις είχε σηκώσει τον καφέ στα χέρια της και με το αυθόρμητο χαμόγελο τράβηξε τα χείλη πιο νωρίς από το πλαστικό ποτήρι και λίγο υγρό έσταξε μέσα στην παλάμη της. Σηκώθηκε γλείφοντας το εσωτερικό του χεριού της και κατευθύνθηκε προς το νεροχύτη της κουζίνας, χαμογελώντας ακόμα.

- Ποτήρι για νερό από πού παίρνω;

Εκείνος στεκόταν ήδη πίσω της. Έβαλε τα χέρια του κάτω από τη βρύση, πέρασε τα δάχτυλά του από τα χείλη της και μετά έβαλε δύο από αυτά μέσα στο στόμα της και ακούμπησε τη γλώσσα της.

- Πιες, ψιθύρισε και άρχισε να τη φιλάει στο λαιμό.


Έκλεισε και άνοιξε με κόπο τα μάτια της. Απέναντί της, πίσω από το αμμοβολισμένο τζάμι στο παράθυρο, ενάμιση μέτρο μετά το φωταγωγό μια άλλη μορφή, πίσω από ένα άλλο αμμοβολισμένο τζάμι. «Δεν ήρθα γι΄αυτό, γαμώτο». Φώναζε μέσα της, μα κανένας ήχος δεν ήταν ικανός να το παραδεχτεί έξω της.



Λίγα λεπτά αργότερα στεκόταν γυμνή, όρθια μπροστά από τη μπαλκονόπορτα του σαλονιού. Έδενε τα μαλλιά της με το λαστιχάκι που κρατούσε ο καρπός της και με τον καθρέφτη που δημιουργούσαν το λίγο φως και τα κατεβασμένα ρολά, τον έβλεπε να απομακρύνεται στο διάδρομο, μέχρι να στρίψει στο μπάνιο. Ντύθηκε άπλυτη.

Εκείνος άφηνε νερό και λέξεις που δεν κατάφερε να πει να ξεπλύνουν τα υγρά τους. «Δεν σε ήθελα γι’ αυτό εδώ, γαμώτο».

- Τη δεύτερη Κυριακή φεύγω. Και φάε και κανένα τυροπιτάκι. Για σένα τα έφερα, ξέρω ότι τα σιχαίνεσαι.

- Από τις σκάλες μικρή. Από τις σκάλες. Το νου σου.

Έκλεισε την πόρτα και κόλλησε στο ματάκι να τη δει να φεύγει. Εκείνη έφυγε γιατί ήξερε ότι είχε κολλήσει στο ματάκι να τη δει να φεύγει.


Το κενό που θα μου άφηνες μετά από αυτό. Αυτό πονούσε πιο πολύ. Αυτό πονάει πιο πολύ. 


Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2014

without you I'm something

Στο τραπέζι της κουζίνας δίπλα από το αλατοπίπερο που παρίστανε δύο χέρια, ένα μαύρο και ένα άσπρο, που μπλέκουν τα δάχτυλά τους, πάνω από μια μικρή και μια μεγάλη κηλίδα ξεραμένης κέτσαπ από τη χθεσινοβραδινή παραγγελία μπέργκερ άπλωσε καμιά δεκαριά φωτογραφίες. Μισές δικές του, μισές δικές της.

- Πολύ σκαλίζεις το αλατοπίπερο. Θέλεις να το πάρω;
- Πας καλά παιδάκι μου; Θέλεις να μας πετάξουν έξω τώρα που έσκασα τόσα λεφτά για να σου κάνω το χατίρι;

Σηκώθηκε χαμογελώντας στραβά, έπιασε απροκάλυπτα το αλατοπίπερο, πέρασε από δίπλα του και στάθηκε πίσω του, έσκυψε στο αυτί του και ψιθυρίζοντας άφησε το αλάτι και το πιπέρι να γλιστρήσουν γυρισμένα ανάποδα στις τσέπες του μπουφάν που μόλις πριν είχε φορέσει.

- Χωρισμένα τα δαχτυλάκια, μέσα στα τσεπάκια.

Ξεχώρισε δύο φωτογραφίες, τελείως άσχετες μεταξύ τους. Τη δική του την είχε τραβήξει εκείνη. Κοντινή, στο πρόσωπο, κάτι ξημερώματα που την γύρισε σπίτι της, κομμάτια αυτός από τα ποτήρια κόκκινο κρασί που δεν έπινε εκείνη, γιατί δεν ήταν αρκετά γλυκό για τα γούστα της.

- Άσε με να κοιμηθώ εδώ. Δε βλέπω να πάω ούτε μέχρι την πόρτα, όχι μέχρι το σπίτι μου.

- Μια χαρά μπορείς. Κοίτα το πουλάκι, θέλω να σε θυμάμαι έτσι.

Το χέρι στο αριστερό μάτι να το προστατέψει από το φλας. Για το πουλάκι έμεινε ένα μάτι ακάλυπτο να γυαλίζει, λίγο μέτωπο και ένα στόμα κλειστό να θέλει να μιλήσει.

Τη δική της, την είχε τραβήξει αυτός, σε κάτι ξεχασμένες διακοπές που είχανε πάει όλοι μαζί. Μόνο που κανονικά δεν έπρεπε να είναι μόνη της. Ήταν και ο άλλος δίπλα της, μα φρόντισε να βγει μόνο ο αριστερός αγκώνας του.

- Για τράβα μας μία μαζί.

- Ανοίξτε λίγο ρε, να πάρω και το καράβι που μπαίνει στο λιμάνι.

Και εκείνη το κατάλαβε και χαμογέλασε στραβά, με εκείνο το αδιόρατο κολλημένο χαμόγελο στα χείλη της και λύγισε και λίγο το ένα γόνατο και έπιασε με τα δάχτυλα τη φούστα και έκανε πως θα τη σηκώσει.

Τέντωσε το χέρι πίσω προς το συρτάρι ανοίγοντάς το χωρίς να κοιτάξει και ψαχούλεψε στα τυφλά για το ψαλίδι. Έκοψε τη δική της φωτογραφία στο πλάι για να εξαφανίσει τον αγκώνα του άλλου και εκεί σχεδόν πάνω στη μέση της για να κάνει ζουμ στα πόδια.

Έβαλε τη δική του φωτογραφία από κάτω με τα μάτια να κοιτάνε προς τα πάνω και τη δική της από πάνω.

- Σήκωσε για μια φορά τη φούστα σου που να σε πάρει ο διάολος.

Τα δάχτυλά της έπιασαν καλά ανάμεσά τους το ύφασμα και το σήκωσαν αργά χαϊδεύοντας το ίδιο της το δέρμα. Και όλο ανέβαινε σαν να ήταν ατέλειωτα τα πόδια, λυγίζοντας εναλλάξ τα γόνατά της και τρίβοντάς τα μπούτια της. Και ικανοποιημένος έσκυψε πρώτα μπροστά και χώρισε το αλάτι από το πιπέρι.

- Χωρισμένα τα δαχτυλάκια, έξω από τα τσεπάκια.

Είπε κοροϊδευτικά και τέντωσε την πλάτη του και η καρέκλα στάθηκε μόνο στα δύο πίσω πόδια της, και εκείνη όλο και ανέβαζε το ύφασμα ακουμπισμένη πάνω στο τραπέζι της κουζίνας.



Και αφού είδε τι κρύβει κάτω από τη φούστα της, σηκώθηκε να βγει, σίγουρος πως δεν θα ψάξει άλλο για τα πόδια της. Την άφησε να σηκώνει το ύφασμα και φόρεσε το μπουφάν του.

Έβαλε τα χέρια στις τσέπες και έπιασε κόκκους αλάτι και πιπέρι. Και εκείνη στάθηκε για μια στιγμή, σταμάτησε τα δάχτυλά της και από το άλλο μισό της φωτογραφίας του χάρισε ένα στραβό αδιόρατο χαμόγελο απ' το τραπέζι της κουζίνας.




  

Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2014

"ας έρθει, ας κοπιάσει, ο αναμάρτητος"

Ο διάδρομος σκοτεινός, φως μόνο στην αρχή και στο τέλος του. Η οροφή εκατοστά από το κεφάλι σου να σε κάνει να αναρωτιέσαι πού περπατάς, πού είναι το ταβάνι και πού το πάτωμα.

Ξέρετε τι ώρα είναι; Δύο και πέντε.

Δύο νεαροί, από 22 μέχρι βαριά 25, έχουν γυρίσει το σώμα τους προς το παράθυρο μα δεν κοιτάνε έξω από αυτό, αλλά κάτω στο πλαστικό πάτωμα.

Δευτερόλεπτα πριν τους είχε φτύσει μια δίφυλλη μπλε πόρτα με την ένδειξη «απαγορεύεται η είσοδος».

Το επισκεπτήριο ήταν 1:30 με 2:00. Το ξέρετε ότι ίσως ήταν η τελευταία φορά που θα βλέπατε τη μάνα σας;

Εγώ φταίω, είπε ο μεγαλύτερος.

Κάθε επόμενη φορά που ένας από τους δύο πήγαινε να ανοίξει το στόμα του, εκείνος τους το έκοβε με το δείκτη του δεξιού χεριού.

Να πω κάτι. Μόνο αυτό. Τόλμησε μετά από λίγο ο νεότερος. Να τα πούμε όταν θα βγούμε από όλο αυτό.

Πλησίασα και του είπα να σταματήσει. Αν συμβεί κάτι θα μετανιώσει τις λέξεις που είπε. Θα τους έφταναν οι τύψεις τους, δε χρειάζονταν και τις κατηγορίες του. Και εξάλλου εκείνη δεν θα ήθελε να τους δει έτσι.

Ψέματα. Δεν πλησίασα.

-

Κατεβαίνοντας τη μαρμάρινη σκάλα, στο δεξί τοιχάκι της βάσης της στηριζόταν ένα πλάσμα που δεν ξεχώριζες το φύλο του. Γκρι πουλόβερ, ξεβαμμένο τζιν, κοντά γκρίζα μαλλιά και πολύ ψιλή φωνή. Τα χέρια στις τσέπες, το πρόσωπο στον ουρανό και τραγουδούσε ξανά και ξανά.

Ας έρθει, ας κοπιάσει, ο αναμάρτητος.  

Πλησίασα και του είπα να φύγει από εκεί. Να πάει να πει το τραγούδι του έξω από την εντατική στα αυτιά εκείνου που μάλωνε τους γιούς του.

Ψέματα. Δεν πλησίασα.

-

Καθένας μας είναι φτιαγμένος να κουβαλάει τα δικά του λάθη, τις δικές του αμαρτίες. Μερικοί από εμάς δεν αντέχουμε καν τους σωτήρες δίπλα μας.


Όπως και να έχει μερικά πράγματα είναι πιο σημαντικά από κάποια άλλα. Και διαπιστώνεις ότι η ψυχή σου μπορεί να βγει πιο ελαφριά από ότι μπήκε, μετρώντας ακριβώς τις ίδιες αμαρτίες στην έξοδο με αυτές στην είσοδο. 


Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2014

με τη μαρμελάδα στο πάτωμα

Στα μαύρα πλακάκια οκλαδόν. Στο δεξί καλάμι κάτι κόκκινες σταγόνες, δεν ξεχώριζε αν ήταν αίμα που βγήκε από το κόψιμο με τα γυαλιά ή μαρμελάδα φράουλα. Κόκκινες πιτσιλιές συμπλήρωναν τα κενά που άφηναν να τριανταφυλλάκια στο μαύρο φόρεμα. Κοίταζε μα δεν έβλεπε. Θρύψαλα το βάζο και ανακατεμένη μαρμελάδα φράουλα με μαύρα πλακάκια και διάφανα μικρά γυαλάκια. Μια μουτζούρα γεύσης στον καμβά.

*

Στην αποθήκη μέσα στα πεύκα, στο πίσω μέρος της αυλής, εκείνη που φαινόταν μόνο από το παράθυρο της κουζίνας πάνω από το νεροχύτη, εκεί που κρατούσαν το λάδι, τις ελιές, τα παστά και το κρασί, κάτω από τις σκιές, μέσα στην υγρασία, εκεί αποφάσισαν να κρύψουν τη μαρμελάδα φράουλα. Στο πιο ψηλό ράφι, πίσω από άλλα βάζα με περίεργα περιεχόμενα.

Στα κλεφτά μπήκαν στην κουζίνα της μάνας της. Στα κλεφτά την άρπαξαν, όταν το βάζο ήταν γυρισμένο ανάποδα, καυτό ακόμα. Στα κλεφτά έτρεξαν στην αποθήκη στο πίσω μέρος της αυλής, αλλάζοντας χέρια όταν το κάψιμο γινόταν ανυπόφορο για τις παλάμες. Στα κλεφτά την ανέβασε στην ξύλινη καρέκλα με τα τρία πόδια και τη μισοσκισμένη ψάθα και την κρατούσε σφιχτά -και τη μικρή και την καρέκλα- μέχρι να τεντώσει τα χέρια της να κρύψει τη μαρμελάδα φράουλα.

Συνήθιζαν να συναντιούνται κρυφά στην αποθήκη. Την κρατούσε για να κατεβάσει το βάζο, μέχρι που δε χρειαζόταν να ανεβαίνει πια στην καρέκλα. Σηκωνόταν στις μύτες των ποδιών της, έγερνε μπροστά, στηριζόταν με το ένα χέρι στο πρώτο ράφι, τέντωνε το άλλο, με τα δάχτυλα έσπρωχνε προς τα έξω το βάζο, μέχρι που το έκλεινε στην παλάμη της. Όλη αυτή την ώρα εκείνος έτρεχε με το βλέμμα του τα ακροδάχτυλα των ποδιών, τις σφιγμένες γάμπες, έναν έναν τους σπονδύλους στην πλάτη της, τη χαράδρα που σχηματιζόταν στη μασχάλη της, το τεντωμένo χέρι και κατέληγε στα δάχτυλα του δεξιού της χεριού.

Μόλις εκείνη γυρνούσε, έκανε πως κοιτούσε αλλού. Γελούσε πονηρά και έκρυβε το βάζο πίσω από την πλάτη της προκαλώντας τον «Διάλεξε, δεξί ή αριστερό;». Την πλησίαζε αργά, μισοκλείνοντας τα μάτια, τύλιγε τα χέρια του γύρω της, μα δεν την ακουμπούσε πουθενά, μόνο τη φιλούσε απαλά στα χείλη, ελευθερώνοντας το βάζο πίσω από την πλάτη της ψιθυρίζοντας «το φιλί σου μυρίζει μαρμελάδα φράουλα». Και εκείνη γκρίνιαζε ημιλιπόθυμη από τη μη επαφή, «μα δεν έφαγα ακόμα».

Την ξάπλωνε, την έγδυνε, ανάμεσα στα πιθάρια με το λάδι, κάτω από τις κρεμασμένες ανάποδα για να ξεραθούν ρίγανες, έχωνε το δάχτυλο μέσα στο βάζο και ακουμπούσε λίγο μαρμελάδα φράουλα πάνω στο κορμί της. Στις άκρες των χειλιών της, στο λακκάκι στο λαιμό, στην ελιά δίπλα από τον αφαλό της, στους καρπούς των χεριών της, πίσω από τα γόνατα. Πρώτα έγλειφε το δάχτυλο του και μετά κάθε σημείο του κορμιού της που είχε μαρμελάδα φράουλα.

Εκείνος έμενε κατάκοπος από τις γεύσεις στο τσιμεντένιο δάπεδο και εκείνη όρθια να επιδεικνύει τη γύμνια της και να αφήνει το λιγοστό φως από της χαραμάδες να παίζει περίεργα παιχνίδια στο σώμα της, που τον ξελίγωναν πιο πολύ και από τη μαρμελάδα. Κρατούσε το βάζο και έκανε πως της πέφτει. Άτσαλα, παιδικά στην αρχή και εκείνος χαμογελούσε με τη βλακεία της. Αργότερα, κατάφερε να πείθει ότι η πτώση θα ήταν αληθινή και εκείνος ανασηκωνόταν τρομαγμένος σε κάθε κίνησή της. Τρεις τέσσερις φορές τον ρώτησε «άμα το ρίξω θα το πιάσεις;», «δεν θα το έκανες», «μη με προκαλείς» του απαντούσε και τις δύο από τις τέσσερις φορές, πριν καν ολοκληρώσει τη φράση της είχε σηκώσει ψηλά το χέρι και άφηνε το βάζο στο κενό. Βουτούσε και το έπιανε αυτός μπροστά στα γόνατά της. «Την επόμενη θα το αφήσω να σπάσει» γρύλιζε. Μα στη θέα των ποδιών της ξεχνούσε το θυμό και τον πανικό του. Εκείνη φάνταζε από τόσο χαμηλά, πανύψηλη, άπιαστη και αυτός μπορούσε να στέκεται στα πόδια της και αυτό αρκούσε. Άνοιγε το βάζο και ακουμπούσε λίγη μαρμελάδα φράουλα στο εσωτερικό των μηρών της. Έγλειφε το δάχτυλο του και μετά έχωνε το κεφάλι του εκεί ανάμεσα.




«Δεν έρχεσαι πια στην αποθήκη»

«Μα έχει μείνει μόνο ένα δάχτυλο από τη μαρμελάδα» τον κορόιδευε.

«Γι’ αυτό το ένα δάχτυλο, έπρεπε να έρχεσαι»

«Την έφερα στο σπίτι. Διάλεξε. Δεξί ή αριστερό;»

«Διάλεξε εσύ, δεν παίζω άλλο»

«Κοίτα. Θα μου πέσει».

Διάλεξε χέρι μόνη της και χαμογελώντας το σήκωσε ψηλά. Άφησε το βάζο να πέσει και έμεινε χωρίς να κατεβάσει το χέρι περιμένοντας να τον δει στα γόνατά της. Εκείνος καρφωμένος να κοιτά χωρίς να κουνήσει ούτε τα μάτια του.

Το βάζο έγινε θρύψαλα στα μαύρα πλακάκια του σπιτιού και το πάτωμα γέμισε μαρμελάδα φράουλα.

«Μπορείς να σκύψεις τώρα, να γλείψεις και εσύ. Πίστεψέ με, δεν έχει διαφορά στη γεύση ή στην υφή. Γυαλιά είχε μέσα στο βάζο και πριν το σπάσεις.»

Γύρισε και έφυγε. Εκείνη κάθισε οκλαδόν δίπλα από τα κομμάτια της.

*

«Θα μείνω να γλείφω το ένα δάχτυλο μαρμελάδα φράουλα από το πάτωμα μαζί με τα γυαλιά, αφού πίστεψες ότι τόσο καιρό μόνος σου δοκίμαζες. Κοίτα μόνο να έχεις χορτάσει στα αλήθεια, γιατί πάλι μαζί θα βάζουμε τις γλώσσες μας στο πάτωμα.»


Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2014

στη σελίδα που δε θυμάμαι αριθμό

«Τι διαβάζεις;»

Έκλεισε το βιβλίο, αφήνοντας το δείκτη να ασφυκτιά στη μισοτελειωμένη σελίδα.

«Για να δω.»

Πίεσε με το χέρι του εξώφυλλο και οπισθόφυλλο, το τράβηξε προς το μέρος του, μειώνοντας κι άλλο το βιώσιμο χώρο στο δείκτη.

«Να ανασάνω.» Είπε και τράβηξε με δύναμη το βιβλίο με το ετοιμοθάνατο δάχτυλο.

«Γι αυτό φεύγεις; Για να ανασάνεις;»

Άνοιξε  λίγο το βιβλίο. Κάτι λέξεις στη σελίδα χάριζαν στο δείκτη της κάτι τελευταίες ανάσες δικές τους και έτσι τα κατάφερε. 

«Εσύ με έπνιξες», είπε  κάτι σα γλώσσα πίσω από τα δόντια της. Τα πόδια της μετέωρα σε ένα πεζούλι πάνω από τη θάλασσα. Στα ρηχά δύο τρία καβούρια φώναζαν, έλα να πνίξεις εδώ, σε μια στάλα νερό και τα δέκα δάχτυλα των ποδιών σου.

Πώς το είχε γράψει τότε…;

«Πες. Γι’ αυτό φεύγεις;»  Δεν την είχε ακούσει και ας χάζευε τα μισάνοιχτα χείλη μπροστά από τα δόντια της.

«Όχι. Δε φεύγω γι’ αυτό. Είναι τρία εκατομμύρια άλλοι λόγοι. Τι με ρωτάς.»

«Καλά.» Να λες καλά. Να δείχνεις άθλια. «Δε θέλω να πάρεις τίποτα δικό μου μαζί σου.»

Γαμώτο, πώς το είχε γράψει…;

Άρπαξε το βιβλίο από τα χέρια της και έφυγε. Εκείνη έβαλε τις παλάμες κάτω από τα μπούτια και έμεινε να ακούει τα καβούρια να μιλάνε για πνιγμούς.




*
- Βλέπεις πώς κάνει πίσω το νερό; Αρπάζοντας με δύναμη ό,τι βρει πάνω, ανάμεσα στα βράχια, ακόμα και στην πιο μικρή σχισμή; Έτσι νιώθω και εγώ. Να με αδειάζεις. Τραβάς από μέσα μου ό,τι έχω, βίαια καμιά φορά. Και όλα αυτά ενώ βλέπω το επόμενο να έρχεται. Με μεγαλύτερη μανία.

- Κι εγώ σε βλέπω να κάθεσαι στο βράχο, κουνώντας τα πόδια λίγο ανέμελα, βλέποντας το κύμα να έρχεται χωρίς να κάνεις πίσω, χωρίς να φοβάσαι. Ξέρεις ότι μέρος του θα σκάσει στο βράχο και όμως και πάλι θα χτυπήσει δυνατά. Και το κύμα έρχεται, χυμάει, ξέροντας ότι θα σπάσει, θα πονέσει, αλλά δε μπορεί να γυρίσει πίσω, δε μπορεί να κάνει τίποτα άλλο. Και μένεις εσύ και το κύμα κλειδωμένοι και οι δύο σε μια προσμονή που φαίνεται αιωνιότητα.

- Θάλασσα είσαι, δεν είσαι κύμα. Και κάνω τόση προσπάθεια να φαίνεται ανέμελο αυτό το κούνημα στα πόδια.

- Κι εγώ σου χαϊδεύω απαλά τα πόδια και τις γάμπες με χίλιες γλώσσες αλμυρές, ζυγίζοντάς σε.

- Τι να ζυγίσεις, δεν έχει μείνει τίποτα. Με την πρώτη επαφή θα σπάσω. Εκατομμύρια σταγόνες θα γίνω. Θα με σκορπίσει ο άνεμος.

- Και θα τις πιω όλες. Θα τις τραβήξω μέσα μου στο βυθό.

*

Έτσι το έγραψε. Ακριβώς έτσι.

«Τίποτα δικό σου δε θα πάρω μαζί μου. Μη σε νοιάζει. Τίποτα δε θα σου κρατήσω. Ούτε μια σταγόνα.»

Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2014

για γούστο και όχι

Ίσως καμιά τιμωρία και αυτή μόνο για το γούστο του πράγματος. Πχ. Γράψε ένα ποστ μέχρι τις 7 απόψε

Πανικός. Γιατί δεν είναι μόνο τι σου ζητάει, αλλά κυρίως ποιος στο ζητάει. Στην ουσία προτροπή είναι, έτσι για το γούστο του πράγματος, αλλά μου φαντάζει απαίτηση. Απαίτηση στην οποία ψοφάω να συμμορφωθώ.

Πανικός. Ίδιος με τον προχθεσινό. Εκείνον που με ξύπνησε, πάλι, γύρω στις 4 το πρωί. Ανάσκελα με την καρδιά να σφυροκοπά. Που την ένιωθα να χτυπά από το στρώμα προς το σώμα και όχι το αντίθετο. Το σωστό και καλά. Σαν να έπεσε από τη θέση της κατακόρυφα και να έκατσε στο δέρμα χιλιοστά πάνω από το κατωσέντονο. Το κορμί πάλλεται ολόκληρο και χρειάζομαι στιγμές για να καταλάβω αν ευθύνονται οι χτύποι μου, ή κουνιέμαι στα απομεινάρια ενός σεισμού. Και μέχρι να συνέλθω έχω εντοπίσει, με το λιγοστό φως, λευκή σελίδα το ταβάνι πάνω μου. Σαν αυτές που έμεναν καιρό πάνω στο τραπεζάκι σε ένα χολ. Με το μισό τους κάτω από το τηλέφωνο, μα το ολόκληρό τους ελαφρά κιτρινισμένο και λίγο ζαρωμένο. Και η λάμπα πάνω μου μόνο με το καλώδιο, αφού τόσα χρόνια δεν αξιώθηκα ούτε ένα χάρτινο φωτιστικό να βάλω, σαν καρφωμένο μολύβι κάπου στη μέση της σελίδας. Η άκρη του καλωδίου στο ταβάνι όπως χώναμε τα μολύβια στις γόμες μας και τα αφήναμε να στέκουν όρθια. Και η λάμπα σαν τη δική του ενσωματωμένη, μισό χρησιμοποιημένη γόμα.


Οριακά ανασαίνω, όχι για το γούστο του πράγματος, αλλά να μη μου ξυπνήσουν οι από πάνω ή οι από κάτω. Μα πιο πολύ να μην ξυπνήσω εγώ και ζητάω να γράφω στο ταβάνι ξημερώματα. 



Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2014

και ό,τι δε συνηθίζεται, γίνεται συνήθεια τελικά

Μέχρι τα 18 έμαθα να κοιμάμαι με το μπαμπά έξω από το σπίτι. Μετά τα 18 έμαθα να κοιμάμαι εγώ έξω από το σπίτι, ανεξάρτητα που ήταν ο μπαμπάς.

Η μάνα μου ζητούσε από την έξι χρόνια μεγαλύτερη, συνονόματη μου, ανιψιά της να έρχεται να κοιμάται μαζί της να μας «φυλάει». Βράδυ παρά βράδυ βαρούσαμε σκοπιές. Μια η ξαδέρφη μου μια εγώ. Μέχρι τα 15 της μας φύλαξε. Μετά ξεκίνησαν οι αλητείες και δεν είχε χρόνο για τις θείες. Τότε ήταν που ανέλαβα εγώ την πλήρη φύλαξη του διπλού κρεβατιού από τη μεριά του μπαμπά. Πολλά βράδια χάζευε στην τηλεόραση και εγώ έμενα κοιτάζοντας εκείνη, έχοντας γυρίσει προς την πλευρά της, αντίθετα από το χαζοκούτι. Ύπνος δεν μου κολλούσε, αλλά δεν επιτρεπόταν να δω ό,τι έβλεπε εκείνη γιατί είχε «αίματα» δήθεν, μπορεί να είχε και τίποτε άλλο, δεν έμαθα. Έτσι έμενα εκεί να προσπαθώ να βγάλω άκρη στα μάτια της και όσες φορές δεν κατάφερνα να δω μέσα από αυτά τι έβλεπε, έβλεπα το έργο που έπαιζε εκείνη. Άλλες φορές έκανα πως κοιμάμαι, δήθεν δεν άκουγα τα κλάματα και μέχρι να σηκωθεί να μαζέψει το σωρό με τα χαρτομάντηλα στο κομοδίνο το πρωί, δε σάλευα.

Η θητεία μου έληξε γύρω στα 14. Αποφάσισα και διέταξα να μεταλλαχθεί το σαλόνι σε υπνοδωμάτιο μου, αφού δεν περίσσευε άλλο δωμάτιο. Τόσες ώρες που δούλευε η μάνα μου δε δεχόμαστε επισκέψεις, οπότε δεν έλειψαν σε κανέναν ο καναπές και οι πολυθρόνες. Τότε ήταν που της κόλλησε μια κακιά συνήθεια που δεν έχει αποβάλει ακόμα. Ξαπλώνει με ανοιχτό το φως και μετά δήθεν ξενερωμένα αλλά μες στη γλύκα με φωνάζει.

«Κορίτσι μου, είσαι κοντά; Ξέχασα να σβήσω το φως να μη σηκώνομαι.»

Κοντά δεν είμαι ποτέ και το ξέρει. Μόλις το δωμάτιο φωτίσει μόνο από την τηλεόραση, συμπληρώνει.

«Έλα να με σκεπάσεις να μη βγάζω τα χέρια από την κουβέρτα.»

Στο κουκούλωμα έχω φτάσει επικίνδυνα κοντά να κάνω πίσω.

«Δώσε μου και ένα φιλί τώρα.»

Τα τελευταία χρόνια που έχει γυρίσει και ο άλλος  για τα καλά κοντά της, θέλει να μπει ανάμεσα μας.

«Εμένα γαϊδούρα τίποτα;»

«Ναι αλλά τελευταία πάλι εμένα»

«Καλά δε ντρέπεστε γέροι άνθρωποι να με εκμεταλλεύεστε;»

«Ποιόν είπες γέρο; Θα σηκωνόμουν, αλλά μόλις ζέστανα τα σεντόνια»

«Ύπνο. Γρήγορα.»

Και όσο απομακρύνομαι ακούω να ψευτοτσακώνονται.

«Κάνε πιο κει μωρέ, πάνω μου πρέπει να κοιμάσαι; Δε βαρέθηκες τόσα χρόνια;»

Για δευτερόλεπτα αναρωτιέμαι, μα καλά δε βαρέθηκαν; Πως να βαρεθούν. Αν βάλεις κάτω τις μέρες της κοινής τους ζωής πιο πολύ χωριστά έχουν κοιμηθεί παρά μαζί.

Πριν ολοκληρώσω το ποστάκι ανοίγω το skype. Αναρωτιέμαι αν έχει επιλογή να σβήνεις φώτα, να σκεπάζεις μανάδες και να τις φιλάς μαζί ή χωριστά με τους πατεράδες.

Σε λίγο καιρό θα μάθω να κοιμάμαι με το μπαμπά σε άλλη χώρα και σε λίγα χρόνια θα μάθω να κοιμάμαι με το μπαμπά σε άλλη ζωή.


Όλα μια συνήθεια είναι τελικά. 


Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2014

so far but so close to any road

- Έλα ακούς; Φτάσαμε. Όλα καλά. Καλό καιρό είχε σε όλο το ταξίδι. Μην ανησυχείς. Δε μας πνίξανε στα σύνορα. Δε βάλαμε φωτιά στους εαυτούς μας. Δεν ξέρω πόσοι άλλοι έφτασαν. Δε βλέπω κανέναν. Ναι. Το δικό σου το παιδί όμως είναι καλά.

- Ακόμα.

- Τίποτα δε μουρμούρισα μωρέ. Ναι. Και εδώ το ίδιο. Καλό καιρό. Λίγο ήλιο, λίγη συννεφιά. Λίγο βρέχει και λίγο χιονίζει. Φυσάει και έχει άπνοια. Ναι. Ταυτόχρονα. Λίγα δέντρα, λίγο χώμα, λίγη θάλασσα, λίγο βουνό. Γιατί να σου πω ψέματα; Όλα τα έχει και από λίγο.

- Τι σημαίνει και τώρα πού θα πάμε; Δεν ξέρω. Δεν ξέρω πως ήρθαμε εδώ. Δεν έχει δρόμους να φύγουμε. Μα σου είπα, κανείς δεν έμεινε να ρωτήσουμε.

- Κλείσε λίγο. Κλείσε σου λέω. Κάτι κάνει και δε μου αρέσει.

Με έβγαζε φωτογραφίες και δεν ήθελα. Άρπαξα την ψηφιακή και προσπαθούσα να βρω το φιλμ για να το βγάλω να καεί.

 - Δεν έχει δρόμους. Κοίτα. Δεν έχει δρόμους και εσύ τραβάς φωτογραφίες; Πώς θα φύγουμε;
 - Μα μόλις ήρθαμε.



- Ξύπνα, παραμιλάς. Τι όνειρο έβλεπες;

- Ποιος δρόμος ξεκινάει απ' το κρεβάτι; Πες μου.

- Αυτός για να σηκωθείς. Μετά βλέπουμε.




Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2014

there's no use taking a step back for me

Κάνε πίσω. Την έσπρωξε σχεδόν.


Κάνε εσύ, τι με σπρώχνεις. Έσμιξε τα φρύδια και ένιωσε τη ρυτίδα ανάμεσα τους να χαρακώνει πρόσωπο και ψυχή. Ό,τι είχε μείνει από αυτή δηλαδή. Με την κίνηση τράβηξε το γιακά του που τον είχε κλείσει σε δείκτες και αντίχειρες, αριστερούς και δεξιούς. Ο κορμός τεντώθηκε προς τα πίσω να απορροφήσει την αντίδραση στην κίνηση. Τα χέρια έκαναν να ανοίξουν, μα από τη μέση και κάτω τίποτα δεν ακολούθησε. Καρφωμένη σε άγνωστο χώμα.

Ένα βήμα μόνο. Να σε δω θέλω. Μαλάκωσε, σχεδόν έλιωσε. Ολοστρόγγυλα δάχτυλα κρατούσαν ολοστρόγγυλα μάγουλα.

Κάνε εσύ…  Στο κάνε παρακάλι και τα μάτια στα χαλίκια. Στο εσύ  έσβησε το εγώ και τα μάτια πάλευαν να χωθούν κάτω από τα χαλίκια.

Δεν έχω δύναμη να κάνω πίσω. Να κάνω πως σε διώχνω μόνο. Κάνε πως με πιστεύεις και πήγαινε εσύ ένα βήμα πίσω. Να τη δει ήθελε και τα μάτια δεν έλεγαν να ανοίξουν. Να τη δει πίσω από κλειστά βλέφαρα και πάλι αρκετό θα ήταν.

Έκανε πίσω. Όχι γιατί έκανε πως τον πίστεψε. Τον πίστεψε ότι τη διώχνει. Ένα ψευτοβήμα πίσω. Παραπάνω δεν άντεχαν ούτε τα πόδια ούτε τα χαλίκια.

Αρκεί. Είχε ικανοποιηθεί πριν εκείνη ολοκληρώσει την κίνηση. Ήταν αργά όμως. Είχε κάνει πίσω. Τα χαλίκια υποχώρησαν στο βάρος και έκαναν σαν να τα σπας σε μια προσπάθεια να ξαναβολευτούν. Ξεκόλλησε τα χείλη και πριν μιλήσει, μίλησαν εκείνα αντί για αυτή. Απανωτά υπόκωφα κρακ, χαλίκια που τρίβονταν το ένα στο άλλο, πάνω από ένα παχύ στρώμα χώματος, πέρασαν όλο της το κορμί και βγήκαν από το στόμα της. Ξανακόλλησε τα χείλη και κατάπιε πέτρες.

Ένα λεωφορείο άδειο, μόνο με τον οδηγό ήρθε και πάρκαρε στο μαντρότοιχο πίσω τους. Τόσα καθίσματα κενά και όμως τόση θάλασσα μπροστά για όλους. Άνοιξε μια εφημερίδα και κρύφτηκε. Μάλλον έκρυψε εκείνους.

Μόνο αυτός μπορεί να υποστηρίξει ότι συναντηθήκαμε. Ακόμα και αυτός όμως μας έκρυψε πίσω από τις λέξεις. Δύο λεπτές παράλληλες γραμμές στο πρόσωπό του έκαναν πως τεντώνουν. Ούτε ο Προκρούστης δε θα κατάφερνε να τον κάνει να δείχνει ότι χαμογελά. Τα μάτια στεγνά και όμως έμοιαζαν ολόκληρα νερό. Δεν τους έφτανε η θάλασσα. Τόση θάλασσα.

Πιο όμορφη θάλασσα τα μάτια σου και ας με έδιωξαν. Δεν θυμάται αν του το είπε τότε που άκουγε. Τώρα το λέει σίγουρα και ας μην την ακούει.

Γαμημένη θάλασσα. Πόσες φορές του είπε να μη βρίζει, τόσες ακριβώς την αγνόησε.

Όλα σαν να έγιναν νερό. Χέρια, μάγουλα, γιακάδες, βήματα. Νερό και τους έπνιξε. Και χαλίκια. Πολλά χαλίκια. Στις τσέπες, στην πλάτη, στα μάτια, στα λακκάκια. Χαλίκια να βαραίνουν το σώμα να μένει στον πάτο. Να μην ακούγεται κιχ. Και κάθε κραυγή να πνίγεται στην αλμύρα, μπλεγμένη με κάτι μπλε μάτια.

Τους είδα. Ένα Σάββατο. Γύρω στις 4. Είχα πάει να αράξω στο

Είπαμε. Κιχ.


για 15 εκατοστά νάιλον στο χρώμα του ποδιού


Δύο τράπεζες, μια αστυνομία και κάτι ψιλά είχε το πρωινό, μετά από το μπολ με το γάλα και τα δημητριακά.

Όπως κάτι αξιοπρεπέστατοι παππούδες και γιαγιάδες που βάζουν τα καλά τους, χτενίζονται και ξυρίζονται για να πάνε – ακόμα και τα τελευταία χρόνια – να ψηφίσουν, έτσι και εγώ είπα να σενιαριστώ για να ξαμοληθώ σε δημόσιες και ιδιωτικές υπηρεσίες. Όχι υπερβολές, ποτέ υπερβολές. Ένα φουστανάκι πάνω από το γόνατο, ίσιες μπότες και κάτι κάλτσες άσπρες, πλεκτές, δωράκι από μια θεία μου, που σκέπαζαν τα γόνατα. Λιγάκι πόδι έμεινε εκτός, ίσα ίσα για την κοροϊδία, όχι πάνω από δεκαπέντε εκατοστά και αυτά κατά το κάθισμα.

Ωστόσο συγγενείς και φίλοι θεώρησαν ότι θα δουλέψει το ντυσιματάκι και με φόρτωσαν με παρόμοιες δουλειές με τις δικές μου. Δούλεψε. Και στις υπηρεσίες και στο δρόμο.

Πρόλαβα να αρπάξω από τον έναν από δύο τύπους που έπιναν όρθιο καφέ, την ώρα που αδύνατο τσιγγανάκι περνούσε μαζί με εμένα και πούλαγε ματσάκια με ζουμπούλια, ένα εσύ είσαι πιο όμορφη από τα ζουμπούλια. Μιλούσε σε, βία, δεκαπέντε εκατοστά πόδι με νάιλον και έχασε το χαμόγελο ο βλάκας. Κατάφερα να θυμηθώ ταινίες με το Στάθη Ψάλτη, ακούγοντας τη λέξη μανούλι, από έναν συμπαθέστατο παππού μου. Τα μάτια του δεν άντεξαν να ανέβουν παραπάνω, ίσα που τέλειωσαν τη μπότα και μίλησαν στην άσπρη κάλτσα.

Και άλλες ατάκες και μάτια. Μάτια χαμένα σε σκέψεις. Που κοιτούν συνήθως χαμηλά σε μια προσπάθεια επαναπροσδιορισμού στόχου. Ψάχνοντας να βρουν το δρόμο τους και αφαιρούνται λίγο, μόνο τόσο λίγο, χαρίζουν λέξεις, χαζά χαμόγελα και κάνουν πως βρήκαν το στόχο τους σε δύο άγνωστα πόδια. Και ξεγελούν πως βρήκαν το δρόμο τους σε κάτι πόδια που έρχονται μόνο και μόνο για να τα κάνουν να φύγουν πιο όμορφα. Τα δικά μου γύρισαν σίγουρα πιο λεπτά, πιο ψηλά, πιο όμορφα στο σπίτι.


Δείξτε λίγο νάιλον, στο χρώμα του ποδιού. Με τρύπες ή χωρίς. Έστω για δεκαπέντε με είκοσι εκατοστά. Όσο αντέχετε. Και να μην εξυπηρετηθείτε ευκολότερα, θα έχετε φτιάξει λεπτά από τη μέρα σας και από τη μέρα κάποιων άλλων. Όσο έχουμε χειμώνα. Το καλοκαίρι κυκλοφορούν από όλα τα καλά και τα μάτια κοροϊδεύουν ότι βρήκαν το δρόμο τους πολύ πιο εύκολα.

Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2014

one way dialogues

- Γιατί χωρίς επιστροφή;

- Θα έρθω. Μην το βλέπεις έτσι. Αν έβγαζα με επιστροφή για εδώ θα έπρεπε να βγάλω πάλι για εκεί. Θα βγάλω από εκεί.

- Καλά, μην εξηγείς. Άστο.
                                               
Μα ήθελα να εξηγήσω. Ας με άφηνες, έστω, να πω αυτά που με παραμύθιαζαν και ας ήταν από τα ανεξήγητα.

___

                                                    
- Μόλις έβαλα δέκα ευρώ σε αυτοσχέδιο κουμπαρά για εισιτήρια μικρή.

- Θα έρθεις;

- Όχι. Για να έρχεσαι εσύ.

Εσύ είσαι που έφυγες, εσύ πρέπει να επιστρέψεις. Ας έκανες, έστω, πως άνοιγες τους δρόμους να κάνω εγώ πως επιστρέφω.

___


- Να σε δω πριν φύγεις. Έχω να σε δω τόσους μήνες, μα να σε δω τώρα που φεύγεις.

- Θα με δεις. Θα το κάνουμε να με δεις.

- Αν σε φτάνουν οι χρόνοι να σε δω.

Δε φτάνουν οι χρόνοι. Δε βγαίνουν τα χιλιόμετρα. Δεν το ζητάνε οι λέξεις. Δε θα με δεις. Μα θα το συμφωνήσουμε έτσι και όταν θα έχω φύγει, όταν πια δεν θα μπορούμε να κάνουμε αλλιώς, θα λέμε ότι με είδες.

Θα θυμάσαι που γέλασα και θα πονώ που έκλαψες. Θα έχουμε περπατήσει λίγο και θα έχουμε μιλήσει πολύ πιο λίγο. Θα μύριζε κάπως και θα είχε κάτι χρώματα. Δε θα θυμάμαι τι φορούσαμε και εσύ που κάτσαμε. Και έτσι θα κάνουμε, εγώ πως μου το ζήτησες και εσύ πως σου το χάρισα και ήρθα και με είδες. Έτσι θα λέμε.


Έτσι να λέμε. 



Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2014

38 C και κάτι δευτερόλεπτα

Ελάτε να μετρήσουμε αντίστροφα όλοι μαζί την αλλαγή και αυτού του χρόνου.


Έφερε την κουβέρτα πάνω από το κεφάλι, δίπλωσε τα γόνατα και τους αγκώνες κοντά στο στομάχι της και σκέφτηκε πως πάνω στον καναπέ έμοιαζε με ένα όμορφο κουκούλι, με σκούρα λαδί χρυσάνθεμα και εκρού φυλλαράκια όπως τα σχέδια στην κουβέρτα.

Ο κόσμος έξω από εκεί μετρούσε 8. Εκείνη μετρούσε 38.  Δεν ήταν πολλοί εκείνοι έξω από την κουβέρτα - τρεις τους θυμόταν από την τελευταία φορά που τους είδε πριν κλειστεί στο κουκούλι - αλλά σε τόσο ταλαιπωρημένα αυτιά έμοιαζαν πιο πολλοί και από αυτούς μέσα στην τηλεόραση. Σε κάθε δευτερόλεπτο που αφαιρούσαν οι έξω, ένα δέκατο ερχόταν να προστεθεί μέσα. Επτά, όλοι μαζί. 38.1, σόλο ο υδράργυρος. Έξι, όλοι. 38.2, μόνη. Κάπου στο δύο τους έχασε και τους μέσα και τους έξω. Κάτι φήμες άκουγε όλα τα χρόνια "ό,τι κάνεις την πρώτη μέρα του χρόνου, το ίδιο θα κάνεις όλο το χρόνο", που ποτέ δεν τις πίστεψε, είχε αρχίσει να τις ξανασκέφτεται, αφού έτσι όπως ένιωθε το ενδεχόμενο να καταλήξει πεταλούδα έμοιαζε πολύ μακρινό.

Έκανε να βγει από το κουκούλι και έπεσε πάνω στο μηδέν, κακός συντονισμός. Έξι χέρια, που τα μάτια από το βάρος έβλεπαν μόνο τα έξι πόδια που τα έφερναν, πήγαν να πέσουν πάνω της, αλλά έμειναν άπραγα μόλις ένιωσαν τη θέρμη των 38.7 oC. Εκείνη έτσι και αλλιώς δεν είχε δύναμη να πλησιάσει. Η μυρωδιά από την ψητή γαλοπούλα έπνιγε τους πόρους της. Ένιωθε ότι όση γέμιση δε χώρεσαν τα σωθικά της γαλοπούλας, χώθηκαν στα δικά της ρουθούνια και έβρασαν στα υγρά της μύτης της. Από το στόμα δεν έμπαινε ούτε έβγαινε λέξη. Και το παραμικρό κυβικό χιλιοστό αέρα που τρύπωνε μέσα από τα δόντια έφερνε κρίσεις ασταμάτητου βήχα, ακόμα και τα υγρά από το στόμα της, γίνονταν άπειρα μαχαιράκια που κατρακυλούσαν σε όλο το μήκος του αναπνευστικού συστήματος. 

Δεν τους κατηγορούσε μου έμεναν μακριά. Εντύπωση της έκανε που ξεχάστηκαν και πλησίασαν. Καθένας για τους λόγους του, έπρεπε να μην κολλήσει ούτε ελαφριά. Μόνο εκείνος πλησίασε, χάιδεψε μαλλιά, φίλησε φλεγόμενο λαιμό και υποστήριξε για χιλιοστή φορά ότι ο χρόνος είναι μια σύμβαση που έχει εφεύρει ο άνθρωπος και μπλα μπλα μπλα και θα αλλάξουμε χρόνο όταν γίνεις καλά και γουστάρεις.

Κανονικά έπρεπε να είχαν μαζευτεί καμιά εικοσαριά. Όλοι αγαπημένοι. Αλλά όλοι, λίγο πολύ, έπρεπε να μείνουν μακριά. Μέρες μετά θα σκεφτόταν, καλύτερα που ήρθαν έτσι. Γλίτωσε, τρία συγνώμη παιδικά και δύο σε μεγάλους που δεν κατάφερε φέτος να φέρει δώρα και αυτά μόνο σε συγγενείς. Θα έβλεπε ανακουφισμένη ότι απέφυγε επισκέψεις που χρώσταγε και τις χρωστούσαν και όλη τη ντροπή θα την κατάπινε μαζί με τις αντιβιώσεις. 

Προς το παρόν της έμενε να γίνεται μούσκεμα τις νύχτες λες και βούτηξε για το σταυρό των Φώτων, μέρες πριν από ότι έπρεπε, στις τρεις τα ξημερώματα και να βγάζει από τη βουτιά μόνο depon χιλιάρια, ponstan και στις μεγάλες καταδύσεις κανένα mesulid. 

Της μένει όμως, για μια δυο μέρες ακόμα, από τον καναπέ, σε πλήρως οριζόντια θέση, με τα παράθυρα να είναι ψηλά, να χαζεύει τον ουρανό που δεν τον κρύβει τίποτα. Και αν ανασηκωθεί λίγο, μόνο λιγάκι, μέχρι εκεί που φτάνει να δει το μάτι, όλες οι δόσεις είναι πληρωμένες και η θάλασσα χαρίζει γνώμες και αγωγές σε συνταγολόγια, με όλα τα πτυχία και τα διδακτορικά της, χωρίς να ζητήσει 5 ευρώ επίσκεψη και 25 για εξιτήριο σε περίπτωση νοσηλείας.