Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2014

τ' αναρωτιέται το τηγάνι

Το ποδήλατο είναι μαύρο με ασημί, δύο φορές το ύψος του και κάπου πέντε το μήκος του. Εκείνος είναι κατάξανθος, μισός στο ύψος από το ποδήλατο και το 1/5 από το μήκος του. Με προσπερνάει στην κατηφόρα όταν πηγαίνω στη δουλειά,  στην ανηφόρα όταν επιστρέφω. Να είναι επτά. Αν τον ρωτήσεις θα σου πει οκτώ, μπορεί και δέκα, για πιο πολύ εντύπωση. Κάνει ορθοπεταλιές μπροστά μου, προσπαθεί καμία σούζα. Προχθές έπεσε μπροστά στα πόδια μου σχεδόν. Λίγο επίτηδες και λίγο κατά λάθος. Πετάχτηκε απ’ το ποδήλατο και θυμωμένα κλώτσησε δίσκους και αλυσίδα. Είπε μια παιδική βρισιά στα αγγλικά, χώθηκε από κάτω, το πήρε αγκαλιά, σηκώθηκαν μαζί και έφυγαν. Δεν του χαμογελάω. Νομίζω δεν το θέλει και αυτός. Θέλει να δείχνει άγριος και εγώ ίσως να κάνω πως ψαρώνω.

Δίπλα από κει που έπεσε ένα τηγάνι. Όπως αυτό, που σίγουρα, είχε μια γιαγιά μας, να τηγανίζει ψάρια στην αυλή πάνω στο γκάζι. Μαύρος ο πάτος και στραβός, στραβά και τα τοιχώματα, σπασμένο πλαστικό επάνω στο μισό χερούλι. Όρθιο με τον πάτο να κοιτά το εσωτερικό του δρόμου και κολλημένο με σελοτέιπ διαφανές, με μπλε στυλό, σε άτσαλα σκισμένο, σχεδόν διάφανο, χαρτί με μπλε γραμμές, ένα σημείωμα. 

You see, I am not perfect, but I am something. Aren’t I?

Πέμπτη 14 Αυγούστου 2014

παραμονές, αναμονές των ανήμερων

Παραμονές της Παναγίας.

Ένα χωριό, χωριό μου, μακριά μου βουλιάζει από κόσμο, ή τουλάχιστον έτσι το θυμάμαι μέχρι πέρσι να παθαίνει. Μου φαντάζει μίλια μακριά η θάλασσα και τα μελτέμια για να τα περιγράψω, όσο δηλαδή είναι και ακόμα παραπέρα. Ξαφνικά νιώθω σαν να μην έχω μνήμες να κάτσω να τις γράψω. Θυμάμαι μόνο τη μάνα μου που νήστευε, σαν τάμα τύπου, ολοκληρωτικά για πάρτη μου. Και κάθε δεκαπέντε να με ρωτάει αν έπιασε και εγώ που είχα να κάνω το σταυρό μου από το Πάσχα, χωρίς να θυμάμαι ποιο Πάσχα ακριβώς, να απαντάω έπιασε και αυτόν το χρόνο. Ψέμα με ραντεβού, επαναλαμβανόμενο, στις κάθε δεκαπέντε του ογδόου, για κάπου δεκατρία χρόνια.

Τις τελευταίες μέρες τα δημητριακά του πρωινού μου επιπλέουν στο νεροχύτη της κουζίνας. Και ένα γιαούρτι μπαινοβγαίνει στο ψυγείο και παλεύει να μπει και να μείνει στο στόμα μου. Εγώ από την άλλη βυθίζομαι, σαν τα χωριά παραμονές της Παναγίας. Και βυθιζόμενη σκέφτομαι ότι ό,τι πιο κοντά σε εμένα έχει γεννηθεί σε λίγες μέρες γίνεται ενός έτους και εγώ γίνομαι οι πέντε μήνες μακριά του.

Δεν θα με θυμάται. Κλαψουρίζω.

Δεν με θυμόταν ποτέ. Τα μωρά τεσσάρων μηνών δεν έχουν συνείδηση. Και εγώ θα πρέπει να του συστηθώ λοιπόν απ’ την αρχή. Να τον γνωρίσω και να κάνω προσπάθειες να τον κερδίσω. Να κερδίσω αποδοχή, πλησίασμα, αγκαλιά. Στα πιτσιρίκια δεν πιάνει το αυτή είναι η θεία, αγκάλιασέ τη.

Αγαπάω πολύ, πάρα πολύ έναν άνθρωπο που δεν ξέρει ότι υπάρχω. Και είναι άλλο λοιπόν να αγαπάς και μην ξέρουν ότι μπορεί να υπάρχεις, και άλλο να ξέρουν ότι υπάρχεις και να μην ξέρουν ότι μπορείς να αγαπάς. 

Παρασκευή 8 Αυγούστου 2014

απ' το παράθυρο πιο μέσα

Η γεωτεχνική μελέτη μπροστά μου θέλει να μάθω που θα γίνει το σχολείο. Τέσσερα γράμματα και δύο αριθμοί στο google maps και βρίσκομαι ακριβώς εκεί που θα έπρεπε να έχω πάει ίσως με τα πόδια μου. Σχεδόν ανάγλυφη η επίπεδή μου οθόνη με ενημερώνει για τη μορφολογία της περιοχής. Τα μάτια μου ανταλλάζουν πληροφορίες μεταξύ εκείνης και των σελίδων που έχω μπροστά μου. Ανταλλάζουν, επιβεβαιώνουν, συμπληρώνουν, αφαιρούν, αναιρούν. Έπρεπε να έχω πάει με τα πόδια μου. Επιβεβαιώνουν.

Στα αυτιά μου αυτό. Ναι πάλι αυτό. Ξανά και ξανά.



Σε μια προσπάθεια ανταλλαγής πληροφοριών το google maps μου παίζει παιχνίδια. Δεν αγγίζω το ποντίκι μου μα στο χάρτη τα μάτια μου κάνουν ζουμ. Βλέπω τις κορυφές των δέντρων να πλησιάζουν τις κόρες των ματιών μου και το πρόσωπό μου περνάει ξυστά από ένα πιο ψηλό κτίριο που δεν με απασχολούσε η ύπαρξή του. Λίγο πριν πέσω με δύναμη σε μια οροφή αιωρούμαι για λίγο και στέκομαι έξω από ένα παράθυρο στο δεύτερο.

Τρεις σειρές πράσινα θρανία και ξύλινες καρέκλες, από δύο σε κάθε ένα εκτός από τα τελευταία που είχαν μόνο μια. Όχι στοιχισμένα. Τραβηγμένες πίσω οι καρέκλες και τα θρανία στραβά, όπως στο σχόλασμα. Μερικά ξεχασμένα μολύβια που κύλησαν και έπεσαν κάτω από την καρέκλα του μπροστινού. Βιβλία κάτω από τα θρανία και μια δασκάλα στην έδρα της, που πάντα ήθελα να έχω αλλά ποτέ δε μου ‘κατσε. Στο προτελευταίο θρανίο στη σειρά δίπλα από την πόρτα η καρέκλα που είχα προσπαθήσει να χαράξω με κεφαλαία γράμματα έχω αλλάξει κι η ζωή με θέλει αλλιώς. Τα δύο κεφαλαία Λ, δίπλα δίπλα, τα ‘κανα να μοιάζουν Μ. Έχω αμάξι, με κορόιδευε η άλλη και γελούσαμε. Και έτσι το ‘κανε με τα χρόνια να μοιάζει πιο σημαντικό το μ, μεσ’ το χαΜόγελο.

Αποφασίζω να βουτήξω μέσα απ’ το παράθυρο και βρίσκομαι στο σπίτι μου. Και είμαι στο παράθυρο που βλέπει μόνο θάλασσα. Μόνο που ο πατέρας μου κατέβαε τα στόρια να μη χτυπά τα έπιπλα ο ήλιος. Θα τα ανέβαζα μα σκέφτομαι ότι μετά θα αναρωτιέται αν είχε ξεχάσει να τα κατεβάσει. Κι η μάνα μου έχει βάλει ένα πλυντήριο από τα ξημερώματα που τώρα γράφει end. Που έπρεπε εγώ να ‘χω απλώσει κάπου εκεί στις 8,30 που θα ξυπνούσα. Μα το φωτάκι αναβοσβήνει και η λεκάνη περιμένει άδεια μπροστά από την πόρτα του. Και σκύβω για να δω αν η πόρτα του διαδρόμου είναι κλειστή για να μην ενοχλεί ο θόρυβος όταν κοιμούνται τα παιδιά. Και είναι. Και βάζω στοίχημα πως το πρωί όταν σηκώνεται του λέει ακόμα να κάνει πιο σιγά γιατί κοιμούνται τα παιδιά. Και ξέρω πως τα βράδια ανασηκώνεται στο κρεβάτι της να δει κλειστές τις δύο πόρτες μας για να βεβαιωθεί αν της γυρίσαμε στο σπίτι. Και ίσως σηκώνεται καμιά φορά μόνη της να τις κλείσει, να κάνει πως γυρίσαμε.

Έφτασε κιόλας Αύγουστος και έχει μαυρίσει μόνο όσο δέρμα φαίνεται απ’ το παπούτσι μου. Δε με νοιάζει τι μήνας περνάει κάτω από τα πόδια μου. Τι εποχή. Καλοκαίρι είναι συνέχεια. Χειμώνας το ίδιο και ταυτόχρονα. Οι εποχές αλλάζουν όμορφα έξω μας όσο τα μέσα μας κουβαλάνε λίγα. Λίγους. Όσο μπορούμε να κοιτάμε παράθυρα όχι μόνο από μέσα προς τα έξω αλλά και το αντίθετο. Και ίσως πιο πολύ, κάποιες φορές, όσο μπορούμε να κοιτάμε από μέσα απ’ το παράθυρο πιο μέσα.

Δευτέρα 4 Αυγούστου 2014

how much a full can care



Τον έχω δει τα βράδια που ξαγρυπνά ψάχνοντας τα δάχτυλά της με το στόμα του σε στρώμα και σεντόνια. Εκείνη που την έλεγε γυναίκα του, κάνοντας το γάμμα κεφαλαίο. Γυναίκα του χωρίς μια απόδειξη σε κάποιο δάχτυλό της. Με γάμμα κεφαλαίο. Τώρα γάμα και τα γυναίκα και τα εκείνη του. Τον είδα και τα ξημερώματα να σηκώνεται να βγαίνει από το σπίτι. Τα ξημερώματα που κόβονται, μοιράζονται στα τρία, τη μελαγχολία του σούρουπου, τη μοναξιά του πρωινού, τα μισά του μεσημεριού. Δεν θυμάμαι αν τον έχω δει να σκύβει να σηκώσει την πόρτα του γκαράζ ή αν απλά πατάει το κουμπί. Δεν θυμάμαι ούτε πόσους κυλίνδρους άκουσα ούτε σε τι σειρά. Αν με τη μανιβέλα ή με τη μίζα έκανε να δουλέψει το μότερ. Δεν είδα αν πέρασε δρόμους με άσφαλτο και πολυκατοικίες ή τσιμεντόδρομους με μονοκατοικίες και σπίτια χαμηλά. Είδα να φτάνει θάλασσα και να την προσπερνά μη γίνει θάλασσα.
  
Κι ύστερα σε κάποιο μπαρ, να μη θυμάμαι να το γράψω, αν κάποιος δίσκος έλεγε I was a fool to leave him, ή αν εκείνη στήριζε κορμό και έμπλεκε, το ένα μόνο, πόδι της,  σε ένα σκαμπό ψηλό και τραγουδούσε πίσω από καπνούς, μπροστά από ένα μικρόφωνο, με γυρισμένο λίγο το προφίλ της, τα μάτια της κλειστά tell him how much a fool can care. Και εκείνος καθισμένος δείχνοντας την πλάτη του, με τους αγκώνες να κολλάνε στο ποτισμένο οινόπνευμα ξύλινο μπαρ, να τρίβει, λες και θα άναβε φωτιά, ανάμεσα στις δυο παλάμες του ένα ποτήρι χαμηλό. Μισογεμάτο ή μισοάδειο, όπως το δει κανείς. Και να μετράει για να βρει που έχει ρόζους πιο πολλούς, στα χέρια ή στο μπαρ, καθώς ρωτάει τον άλλο δίπλα του άμα την είδε. Αλλά δεν ξέρω κιόλας αν άκουσα καλά και μίλησε πρώτα ο άλλος δίπλα του και είπε ότι την είδε χωρίς να τον ρωτήσει. Την είδε λέει και έδειχνε καλά. And if he tells you he's lonely now and then. Και όχι δεν τον ρώτησε για εκείνον. Και ναι την επόμενη φορά, ναι, την επόμενη, ούτε την επόμενη, τίποτα δεν θα της πει.


Κι ο δίσκος ή εκείνη να του τραγουδά τα how, τα much και τα care. Εκείνη που τώρα είναι αυτή. Αυτή του τραγουδά, μια άλλη κάνει ότι τον κοιμίζει, καμιά δεν αφήνει να τον προσέχει. Μια, κάθε άλλη, για κάτι άλλο, αφού όλες μαζί τις ήτανε εκείνη. Εκείνη που έκανε το έψιλον να μοιάζει κεφαλαίο. Εκείνη που πια δε θέλει να ρωτά γι’ αυτόν. 

Δευτέρα 28 Ιουλίου 2014

βάλτο κι αυτό με τ' άλλα που ζηλεύω



Ζηλεύω τις γειτονιές που ανάμεσα στις πολυκατοικίες έχει μείνει ένα ισόγειο. Ένα ισόγειο με μια μικρή αυλή. Περιφραγμένη, μέχρι το πολύ στο ένα μέτρο, ασβεστωμένους τσιμεντόλιθους. Ένα σκαλάκι ίσα για να το σκοντάφτεις κάτω απ’ την αυλόπορτα και λίγο χώμα ανάμεσα στους τσιμεντένιους διαδρόμους της. Δύο τριανταφυλλιές με κόκκινα τριαντάφυλλα, με ούτε τα μισά τους φύλλα πάνω. Μια και μόνο λεμονιά ασβεστωμένη στον κορμό της μέχρι το ύψος της περίφραξης. Τρία σκαλάκια λιγάκι πιο ψηλά απ’ της αυλόπορτας και ένα γεράνι στο πλατύσκαλο και αυτό σε τσιμεντένια άσπρη γλάστρα. Πόρτα από σίδερο μέχρι το γόνατό σου και από εκεί και πάνω γυαλί με διακόσμηση. Να βλέπεις τις σκιές, κινήσεις από περιγράμματα στο φως της λάμπας πάνω στο τραπεζάκι στο διάδρομο πριν σβήσει γύρω στα μεσάνυχτα. Ταράτσα με σίδερα αναμονές κι η σκάλα από το χώμα για εκεί χωρίς τα κάγκελα ακόμα. Παντζούρια ξύλινα καφέ, παράθυρα που τρίζουν με κάθε πέρασμα στο δρόμο. Εσωτερικές πόρτες συρόμενες καφέ που διαχωρίζουν το καθημερινό απ’ το καλό σαλόνι.


Ζηλεύω τις γειτονιές που ανάμεσα στις πολυκατοικίες έχει μείνει ένα ισόγειο. Και κάτι απογεύματα μένει με ανοιχτά τα ξύλινα παλιά κουφώματά του και από εκεί ακούγονται δάχτυλα που τραγουδάνε νότες πάνω σε πλήκτρα πιάνου. 

Δευτέρα 21 Ιουλίου 2014

voicες

Cause you know, you know I’m blue
As the side of your heart is good to me



Να το βάλεις να παίζει για να μπορώ να σου πω αυτό που θέλω. Που αυτό που θέλω είναι αυτό που νομίζεις ότι επειδή εδώ, στο εδώ μου, έχω θάλασσα μέχρι τον αστράγαλο, στα ρηχά των πεζοδρομίων και αυτό μονάχα όταν βρέχει, δε βράζω σε καλοκαίρια για να δροσίζομαι σε αλμύρες. Καλοκαίρι δεν είναι εκεί που η θερμοκρασία σε ψήνει και έρχεται η θάλασσα να σε δροσίσει. Ούτε χειμώνας στα μονά τα νούμερα. Αυτό που έβαλες λοιπόν να ακούσεις, ακούω, χωρίς άμμο ανάμεσα στα δάχτυλα των ποδιών μου και αντηλιακό στους ώμους μου.

Φωνές λοιπόν. Που έτσι όπως μου φτάνει στην άλλη γλώσσα μου κάνει για ήχους. Για όλους τους ήχους. Voices λοιπόν. Κομμάτια τραγούδια, νότες, ησυχίες, φασαρίες. Οι σελίδες βιβλίου στα χέρια σου, τα βήματά σου δίπλα στα δικά μου. Απαραίτητα δίπλα στα δικά μου. Τα χαμόγελα και τα δάκρυα, μαζί σαν ταυτόχρονα και ξεχωριστά σαν ξεχωριστά.  Η χαζομάρα, η στεναχώρια, το σφίξιμο και το μου λείπεις. Όλα σε ήχους. Και οι λέξεις το ίδιο. Σε ήχους. Κάτι όχι, πληγωμένα, απαιτητικά μόνο στο ο, σβησμένα σε φόβους στο χι. Κάτι ψέματα ναι, απανωτά σε  επαναλαμβανόμενα τελείωσε; Ζόρια, πείσματα, έρωτες. Κάτι έλα τώρα, που κάπως ξεκινάνε, κάπως από ένα στόμα και ζυμώνονται στο δρόμο, στα αυτιά που φτάνουν, και τις μισές φορές γίνονται προσταγές ΕΛΑ. ΤΩΡΑ και τις άλλες μισές φτάνουν γλύκες πονηρές, τράβηγμα με το βλέμμα, ύστερα άγγιγμα στη μέση και επαφή στο άλλο σώμα. Μερικά μα τι μου λες, αντίδραση σε δήθεν προσβολές και άλλα ημιλιπόθυμα, παρακάλια που μεταφράζονται σε πες μου κι άλλα. Ήχοι που μεταβάλλονται από πρωινές βραχνάδες με ξενύχτια ή χωρίς, σε ολοστρόγγυλες λέξεις τα απογεύματα. Μετέωροι βραδινοί πόθοι που καταπίνονται. Μεσημεριανές γλύκες μασημένες σε χαμόγελα διαλείμματα. Σιωπές, ανάσες, παύσεις. Βρισιές και αγκαλιές. Φωνές από τα ίδια στόματα που σε ξαγρυπνούν και σε κοιμίζουν τις ίδιες ώρες. Φωνές που σου λένε άλλες ιστορίες από αυτές που διηγούνται. Κρυμμένες λέξεις σε ήχους, κρυμμένοι ήχοι σε λέξεις. Φωνές που σε χαϊδεύουν κάτω από το δέρμα. Τρέχουν σπονδυλικές στήλες ανάποδα. Καρφώνονται στον αυχένα, βαραίνουν το στήθος. Μπλέκουν δάχτυλα σε μαλλιά, μπλέκουν δάχτυλα με δάχτυλα. 

Δεν θα σου πω για τα παιδιά που ακόμα μπορούν και γελάνε στη γειτονιά μου. Ούτε για τα πουλιά που ακούς και τα αυτοκίνητα που δεν ακούς ακόμα και όταν περπατάς δίπλα από το δρόμο. Μα βάλτα κι αυτά μέσα. Έτσι απλά όπως γράφονται και μπορείς και τα ζεις. 

Θα σου πω πως τα μπέρδεψα πάλι, ενώ το μόνο που ήθελα να γράψω είναι πως εντάξει. Μην έχεις τύψεις, μην ανησυχείς, μη ντρέπεσαι. Δεν πειράζει να ερωτευόμαστε κάτι ανάμεσα στα ζόρια. Αρκεί να το ερωτευόμαστε πολύ. Δηλαδή εντελώς. Απαραίτητα εντελώς.

Τρίτη 8 Ιουλίου 2014

όχι μπροστά στο παιδί

Η θάλασσα θα ξεπλένει ιδρώτες και ας μην ξεπλένει τους δικούς μας. Θα ταξιδεύει χωρίς εμάς. Θα ταξιδεύει, όχι εμάς. Η ζωή θα ζει μακριά από εμάς όπως εμείς ζούμε ζωή μακριά από κάτι που δε μοιάζει μ’ αυτή.

Μπροστά από το skype μου κάνει γκριμάτσες. Στραβώνει τα χείλια του, κλείνει τα μάτια εναλλάξ ή και τα δύο μαζί, βγάζει τη γλώσσα του. Αναρωτιέμαι τι ξεχνάει πρώτο. Πόσο χρονών είμαι ή πόσο είναι εκείνος. Δεν έχω καταλάβει αν κοιτάει εμένα στην οθόνη ή το σημείο που δείχνει τον εαυτό του. Άλλο και τούτο πάλι. Μιλάμε στο skype και κοιτάμε τους εαυτούς μας πως μιλάμε σε εκείνους που υποτίθεται τόσο άχαρα προσπαθούμε να φέρουμε κοντά μας. Δεν ξέρω αν κάνει τον καραγκιόζη για μένα ή για εκείνον.

Ένα χρόνο πριν, έβγαζα αυτή τη φωτογραφία. 



Από αυτούς που δεν είναι συγγενείς σου και είναι δικοί σου. Που μεγαλώνοντας, σ’ έμαθαν να μπερδεύεσαι στα πόδια τους και να ‘ναι αναγκαίο αυτό. Ακόμα και στα καλαμάρια.

Τώρα ταξιδεύει αλλού. Και ο πατέρας μου κάνει τον καραγκιόζη στο skype, ταξιδεύοντας αλλού. Μετράει πια αυτούς που έμειναν πίσω, όχι αυτούς που φύγαν μπροστά. Κάνω τη μεγάλη και του δείχνω πως καταλαβαίνω τις πράξεις του. Με βλέπει ακόμα πιο μικρή και μου χαρίζει αλήθειες με ειλικρίνεια. Σηκώνει το χέρι και μυρίζει το μανίκι του. Μετά τραβάει το γιακά του.

Μυρίζω χωματίλα.

Μυρίζεις ζωή θέλω να του πω. Λες μαλακίες θα μου πει. Κι η μάνα μου θα τον μαλώσει. 

Γιώργο όχι μπροστά στο παιδί.

Κυριακή 29 Ιουνίου 2014

θολούρα στο τζάμι

Τρένο. Λεωφορείο. Θέση στο παράθυρο. Σημάδι στο τζάμι.

Θέση στο παράθυρο, διάδρομο κανείς.
Να βλέπεις έξω ακόμα και να κοιμηθείς.
Κάπου να γύρεις το κεφάλι, να βρεις να στηριχθείς.
Κεφάλι στο τζάμι, σημάδια απ’ τα μαλλιά.


Πιάνω μια θέση δίπλα στο παράθυρο. Είναι μεσάνυχτα σχεδόν και το ταξίδι θα κρατήσει όλη νύχτα. Λεωφορεία. Είχα να ταξιδέψω έτσι από τότε που έμπαινα στην Ξάνθη και ξυπνούσα στη Θήβα. Δεν έχει Πασιάκο στη διαδρομή. Δεν έχει να ψάχνεις και για τουαλέτα σε κάθε στάση. Δεν έχει στάση. Έχει τουαλέτα δίπλα στη σκάλα. Αυτό έμαθα, τίποτα παραπάνω.

Θέλω να γείρω λίγο το κεφάλι μου στο τζάμι μπας και κοιμηθώ. Έξω, ακόμα αρνείται να σκοτεινιάσει τελείως. Στη θέση μου, ναι τη δική μου, καθόταν άλλος πριν. Άλλος, άλλη δεν μπορώ να καταλάβω. Μια θολούρα στο παράθυρο κρατάει το κεφάλι μου μακριά. Λερωμένο τζάμι από κάποιο κεφάλι, κάποιο μέτωπο. Λάδι απ’ τα μαλλιά και άλλα υγρά από το μέτωπο. Σαν να άφησες το χνώτο σου στο τζάμι και εκείνο δεν έφυγε ποτέ. Ξεχωρίζεις και γραμμές από τις τρίχες. Σκέψεις. Θα μπορούσαν να έχουν μείνει εκεί σκέψεις. Όνειρα. Ιστορίες. Ζωές. Ή και τίποτα. Μόνο ύπνος και κάπου ξύπνιος.

Η νύστα μου δεν καταφέρνει να κερδίσει τη σιχαμάρα μου. Δεν ακουμπάω καν κάποιο μπουφάν για προσκεφάλι. Μένω με το κεφάλι τεντωμένο και ταξιδεύω. Όχι εγώ. Με ταξιδεύουν άλλοι. Έτσι είναι το σωστό. Έτσι, δεν ταξιδεύουμε, μας ταξιδεύουν άλλοι.

Κάποια φορά, θα ταξιδέψω όλη νύχτα. Όχι. Κάποια φορά, θα ταξιδέψω όλη, ολόκληρη εγώ, το βράδυ. Και θα αφήσω σημάδια σε καθαρό τζάμι να σιχαθεί ο επόμενος.

Πέμπτη 19 Ιουνίου 2014

ιστορίες από το national railway

Τελευταία τα έχω βάλει με τα τρένα, αφού βρήκαν και τα έβαλαν και αυτά μαζί μου. Προσπαθώ να διαβάσω ένα βιβλίο, μία κάποια ώρα που είναι πρωί γενικά και για μένα ειδικά πολύ πρωί. Πίσω και αριστερά μου ένας άντρας και μια γυναίκα. Κάθονται σε θέσεις αντικριστές, αλλά όχι ο ένας απέναντι στον άλλο. Τα αγγλικά τους βαριά και οι φωνές τους δυνατές, κυκλοφορούν σε όλο το βαγόνι. Προσπαθώ να απομονωθώ αλλά δεν τα καταφέρνω.

My face, λέει, το πρόσωπό της είναι αφυδατωμένο. Να βάλει κρέμα της απαντάει, έχει ξεχάσει μια ροζ, τι ροζ λέει αυτή, να έρθει να την πάρει λέει αυτός. Δεν είναι κρέμα και δεν είναι ροζ. Είναι το μπουκάλι ροζ και είναι μαλακτικό για τα μαλλιά και ΔΕΝ, τονίζει, είναι δικό της. Είναι της Pen λέει αυτός, θα το άφησε στο αυτοκίνητο.

Και από την Pen, θυμάται να της πει ότι έχει ξεχάσει και ένα pen και το χρησιμοποίησε λέει κάτι να υπογράψει, ελπίζει να μην την πειράζει.

Γυρίζω και τη βλέπω να ψάχνει τον εαυτό της σε έναν μικροσκοπικό καθρέφτη.

How do I look like? Και χωρίς ανάσα του δηλώνει ότι της χρωστάει 350 λίρες. Δεν σε εμπιστεύομαι της λέει στα μούτρα και την πετυχαίνει πίσω από τον καθρέφτη.

I wish, εύχεται λέει κάτι που δεν πιάνω και εύχεται μετά να την εμπιστευόταν που δεν το έπιασα με έπιασε αυτό, έτσι όπως το έσβηνε σε ένα αγγλικό me. Τα έχει γράψει σε ένα χαρτί τα χρωστούμενα, θα του το δείξει, αλλά κανείς σ’ όλο το τρένο δεν ενδιαφέρεται γι’αυτό.

Θα σε πληρώσω love, μα πρέπει να περιμένει, της λέει και εκείνη βάφεται. Ξεκίνησε μια δουλειά με έναν φίλο του, την ρωτάει αν τον θυμάται, αλλά να μην τη νοιάζει τι δουλειά. Και εκείνη τον μαλώνει, γιατί εννοείται τον θυμάται το φίλο του, αλλά αναρωτιέται κιόλας, ανάμεσα στον καθρέφτη, ανάμεσα στον ήχο του τρένου στις ράγες, πως δείχνει το δέρμα της τώρα και σε ποιο σταθμό φτάσαμε. Φτάσανε.

Αυτός κάτι λέει για τη μάνα του και αυτή ανησυχεί. Κάτι θυμούνται που έγινε μισό τότε που ήταν μαζί και μισό συνεχίζει τώρα που δεν είναι και ξεκαρδίζονται στα γέλια. Της λέει ότι έμαθε να χρησιμοποιεί το ίντερνετ και την ενημερώνει πόσο εύκολο είναι να βρεις τα πάντα εκεί μέσα και εκείνη φαίνεται να καμαρώνει που αυτός τα καταφέρνει και φαίνεται σε όλο τα βαγόνι.

Ξέρεις τι ώρα ξύπνησα; ρωτάει. Στις 6.30 που την πήρε τηλέφωνο ξύπνησε, ξέρω εγώ που το άκουσα και αυτός της κόβει τον αέρα λέγοντας ότι δεν της τηλεφωνεί πια. Not any more.

Αγόρασε ένα ουίσκι της λέει μετά και αυτή δεν πίνει darling και ξεκαρδίζονται ξανά με κάτι που δεν κατάλαβα και ούτε που τους νοιάζει.

Κατεβαίνοντας τον άκουσα να της λέει ότι είναι όμορφη. Όχι έτσι. Σε άλλη γλώσσα. Σε κάθε γλώσσα. Είναι όμορφη.


Πέμπτη 12 Ιουνίου 2014

μόνο για παιδιά

Εκείνος είναι γύρω στα δέκα. Και εκείνη ίσως επτά. Την πάει κάπου ή την παίρνει από κάπου αλλού. Δεν θα μείνει μαζί της. Μόνο τη διαδρομή έχουν. Την προσέχει. Περπατάνε αργά, όπως κάνουν οι μεγάλοι, χαζολογώντας, να κερδίσουν χρόνο. Να κερδίσουν όσο χρόνο τους δίνεται στη διαδρομή. Όσο τους δίνεται θα τον κάνουν αργά βήματα στο πεζοδρόμιο που μοιράζονται για να πάνε κάπου.

Και που νομίζεις ότι θα πάει η ψυχή σου όταν πεθάνεις;

Ρωτάει το αγόρι και είναι σαν να έλεγε:

Πόσες κούκλες έχεις; Εγώ έχω μπάλες. Τρεις.

Και έχει μια σακούλα νάιλον στο χέρι του και την κάνει ακτίνα σε κύκλο και εκείνος είναι το κέντρο και τη γυροφέρνει. Μια την πάει αριστερά, αγκαλιάζει το μπράτσο του και σταματάει στην πλάτη του και μια από δεξιά πάλι το ίδιο. Σαν να αυτομαστιγώνεται.

Κάπου που θα μπορώ να δω τη γιαγιά μου, νομίζω. Νομίζει. Δεν είναι σίγουρη. Δεν ξέρει αν έχει καταλάβει την ερώτηση. Δεν ξέρει αν απάντησε σωστά. Αν υπήρχε σωστή απάντηση. Αν έπρεπε να υπάρχει ερώτηση. Και εκείνος σίγουρος για τον εαυτό του δηλώνει:

Η δική μου θα πάει κάπου που δεν θα υπάρχει τίποτα από όλα αυτά. Και θα είναι ελεύθερη να κάνει ό,τι θέλει.

Σε λίγο θα την άφηνε κάπου. Σήκωσε τους ώμους της και κοιτώντας το πλαστικό ποτήρι με το καλαμάκι που κρατούσε στο χέρι της παραδέχτηκε ότι εκείνος τα λέει πολύ ωραία.

Στην επόμενη γωνία έστριψαν. Μακριά από όλα αυτά, ελεύθεροι να κάνουν ό,τι θέλουν. Θα την αφήσει κάπου. Θα επιστρέψει κάπου αλλού. Ίσως καμαρώσει για τις ερωτήσεις και τις απαντήσεις του. Ίσως μετανιώσει. Ίσως όχι. Μικρή σημασία έχει.


Να μοιράζεσαι διαδρομή σε ένα πεζοδρόμιο. Να αποφασίζεις για το που θα πάει η ψυχή σου. Αυτό έχει σημασία. Και ας πάει και στο διάολο στο τέλος. 

Πέμπτη 29 Μαΐου 2014

ένα πρωί που μοιραστήκαμε ένα βαγόνι τρένου

Τώρα θα δεις τι θα πάθεις.

Σχεδόν της το είπα. Το ψιθύρισα. Στα ελληνικά γι’ αυτό δεν ξέρω τι κατάλαβε.

Οι θέσεις κατά μήκος του βαγονιού, οι πλάτες στο παράθυρο και εκείνη έχει πιάσει μια στο κέντρο ακριβώς. Λες και πήρε την κορδέλα και μέτρησε. Τόσο από εδώ, τόσο από εκεί, εδώ θα κάτσω. Έχει ένα σπιράλ τετράδιο στα χέρια της, δηλαδή στα πόδια της. Το στηρίζει στα γόνατά της πάνω από ένα εμπριμέ κολάν, που με τέτοιο σχέδιο και τέτοιο χρώμα έπρεπε να είναι φουστάνι. Φουστάνι να μπλέκεται και να χαϊδεύει τα πόδια της όταν θα στέκεται στην αποβάθρα καθώς θα φεύγει το τρένο. Σημειώνει με μαύρο στυλό. Here στο UK only μαύρο με ενημέρωνε πριν δύο μήνες η κυρία στο job center. Γράφει, και ό,τι γράφει του περνάει μια γραμμή από πάνω. Δε γράφει ό,τι σκέφτεται. Γράφει ό,τι βλέπει. Μια κυρία απέναντι της που λύνει σταυρόλεξο, έναν νεαρό που χαϊδεύει με το δάχτυλο το κινητό του, έναν ηλικιωμένο που γυροφέρνει το βρεγμένο καπέλο του στα χέρια, εμένα. Παίρνει μια λέξη από εμένα, μια από τον κύριο, μια από το νεαρό, μια από την κυρία και τις γράφει με μαύρο στυλό στο σπιράλ τετράδιο. Μπαίνει, βγαίνει κόσμος και εκείνη γράφει και μετά τραβάει γραμμές.

Τα μαλλιά της κακές μπούκλες. Ούτε μακριά ούτε κοντά, μέχρι λίγο κάτω από τα αυτιά της. Μπερδεμένες και άσπρες μόνο πάνω από το μέτωπο, καστανόξανθες και χτενισμένες -που δεν τις χτενίζουμε τις μπούκλες- στο υπόλοιπό τους. Δε φτάνει που φαίνεται να φτιάχνει έναν και μόνο άνθρωπο από όλους μας, με τέτοια μαλλιά, μας περνάει και μια διαγραφή. Μας κρατάει σημειώσεις, μια λέξη για τον καθένα, τόσο είμαστε, μια λέξη που τη σβήνει με το ίδιο μελάνι που μας έγραψε.

Θα δεις τι θα πάθεις, της είπα και πάλι δεν τα κατάφερα. Κάθισα και έγραψα τόσα. Και εγώ για εκείνη έμεινα μια λέξη, που έγραψε και έσβησε με μαύρο στυλό, να κάνω μάλλον το κομμάτι από έναν άνθρωπο που δεν υπάρχει, σε ένα τετράδιο, που στήριζε στα πόδια της, ένα πρωί που μοιραστήκαμε ένα βαγόνι τρένου.


Σ’ αυτόν τον υπόγειο δεν έχει κενό. Μεταξύ συρμού και αποβάθρας, δεν έχει. Δηλαδή και να θες να πέσεις, δεν σε αφήνουν. Health and safety φάση. Αν γράψει μια λέξη για το σταθμό και μια για το συρμό, ελπίζω να ‘ναι μια και να ‘ναι αυτή. Αυτή που δεν υπάρχει. Κενό. Έτσι, για να μπορούμε να πέφτουμε.  

Τρίτη 27 Μαΐου 2014

κουνούπια νοσοκομειακά

Έτρωγε μόνο μπιφτέκια νοσοκομειακά και μακαρόνια νερόβραστα. Αδύνατος και εύθραυστος. Μισός από μένα μέχρι το λύκειο. Τον βάζαμε στην καρέκλα εκείνη, στη θέση του τραπεζιού που δε χωρούσε να περάσει εκτός κι αν σηκωνόταν κάποιος. Και εκείνος όσο και αν μεγάλωνε περνούσε κάτω από το τραπέζι, βρισκόταν στα πόδια μου και έκανε αγώνα για να πιστέψουμε ότι είναι ζήτημα ζωής και θανάτου να βρεθεί στην τουαλέτα. Έμενε εκεί ένα λεπτό, όρθιος μάλλον να κοιτά το νερό στη λεκάνη και τραβούσε το καζανάκι. Έβγαινε λέγοντας μου πέρασε χωρίς κανείς να τον ρωτήσει. Η μάνα μου ζητούσε να γυρίσει στο τραπέζι και εκείνος έλεγε πως τώρα δε χωράει να περάσει και θα πρέπει κάποιον να σηκώσει.

Κλεινόταν μετά το φαγητό στο δωμάτιο του να διαβάσει και έβγαινε στα είκοσι λεπτά. Εξουθενωμένος, να κρατάει το κεφάλι του γκρινιάζοντας ζαλίστηκα. Μάζευε μύγες ζωντανές σε βαζάκι μαρμελάδας και έφτιαχνε φάρους με χαρτόνι από εξώφυλλα βιβλίων. Λαμπάκι που ξήλωνε από φακούς και ένωνε κάτι μικρά καλωδιάκια στους πόλους μπαταρίας και εκείνοι άναβαν.

Δεν θυμάμαι να μοιραστήκαμε πολλά εκτός από ότι μοιραστήκαμε τα πάντα. Την πιο τρυφερή κουβέντα που μου χάρισε ακόμα τη θυμάμαι.

Αυτός σε στεναχώρησε; Να του αμολήσω μια να ψοφήσει από τη βρώμα;

Κατακαλόκαιρο, μες το μεσημέρι να ανεβαίνουμε την ανηφόρα του ξενοδοχείου κλίση 25% για 200 μέτρα συνεχόμενα, να βοηθήσουμε τη μάνα μας. Θυμάμαι κάτι σέρναμε στον τσιμεντόδρομο, μα μάλλον οι σαγιονάρες μας θα ήταν. Εγώ γελούσα και έκλαιγα μαζί για το σπουδαίο λόγο να περνάει αυτός με το ποδήλατο και να μη με κοιτάει.

Την πιο όμορφη κίνηση πάλι σε μια στεναχώρια μου την αφιέρωσε. Σκότωσε το κουνούπι που με τσίμπησε και το πιασε απ’ το πόδι. Μου το φέρε στη μούρη και με ρώτησε όλο αγωνία

Το δικό σου είναι;

Τη φάτσα του θυμάμαι, τη στεναχώρια όχι. Και μέσα από τα δάκρυα έκανα πως σιχαίνομαι ένα μικρό κουνούπι.

Τώρα προσπαθεί να φάει μπιφτέκια νοσοκομειακά και μακαρόνια νερόβραστα. Λιώνει και λιώνεται από το μισό ολόκληρό του που μεγαλώνει μες στα πόδια τους. Βάζει στο πάτωμα το λαπτοπ και με αφήνει να χαζεύω το μικρό να προσπαθεί να μπουσουλίσει, μα ακόμα πάει με την όπισθεν. Μου τον παρουσιάζει ότι κάνει τα καλύτερα λες και θα τον αγοράσω και ενδιάμεσα πετάει και ένα

Καλά έκανες που έφυγες.

Και ύστερα τον σηκώνει ψηλά να δω πόσο μεγάλωσε αφού πια δε χωράει να φαίνεται ολόκληρος μπροστά από την οθόνη.

Έχει τα πιο όμορφα χείλη που θα υπάρξουνε ποτέ. Και αυτό γιατί εγώ τον έσπρωξα επάνω στο παιχνίδι και έπεσε στο τραπέζι του καθιστικού. Και μπήκε το δοντάκι του και φούσκωσε. Και από τότε έτσι παραμένει από τη δεξιά μεριά.

Μακριά πολύ μακριά, ελπίζω να κοιμάται τώρα και όχι να ξαγρυπνά με κλάματα. Το τελευταίο πράγμα που ίσως θα σκεφτεί να είμαι εγώ. Μα αν του το ζητούσα, που δεν θα χρειαζόταν, άπειρα όχι ένα κουνούπι στα πόδια μου θα έφερνε και όλο τον κόσμο θα άφηνε ξερό για να μπορεί και πάλι να μου πει:


Γιατί κλαις μικρή αφού γελάς;

Παρασκευή 23 Μαΐου 2014

αφύπνιση και αναβολή

Κάποιος είχε ξεχάσει τα στόρια ανοιχτά και σίγουρα ήταν ο ίδιος. Το μαξιλάρι όρθιο στο προσκεφάλι τιμωρία μπας και γλιτώσει τον πονοκέφαλο των τελευταίων ημερών. Το δεξί του μάγουλο ένα με το εφηβικό του στρώμα. Ένα καλοκαιρινό πάπλωμα μπερδεμένο μισό στα πόδια του, μισό στο πάτωμα. Όσο μπορούσε να θυμηθεί, ξάπλωσε με φανελάκι και τώρα ένιωθε πάνω του μόνο το μποξεράκι.

Έκανε να ανοίξει τα μάτια του. Το ένα έμεινε στριμωγμένο και κλειστό ανάμεσα μύτη σεντόνι. Το άλλο ανοιχτό στα τρία τέταρτα την είδε όρθια μπροστά από το παράθυρο. Το φως που έμπαινε και κατάφερνε να διαπεράσει την κουρτίνα, την έκανε μαύρο περίγραμμα, στεφανωμένο θολό πρωινό φως σε θολό πρωινό μάτι.

Δευτερόλεπτα μετά, χωρίς να το ανοιγοκλείσει άρχισε να βλέπει με λίγο φως μέσα από το μαύρο περίγραμμα του κορμιού της. Έχει μαζέψει τα μαλλιά της σαν να ετοιμαζόταν να τα δέσει, αλλά τα κράτησε στη χούφτα του ενός χεριού. Πέρασε το άλλο στο σβέρκο της και άρχισε να τον χαϊδεύει περνώντας το λίγο μπροστά στο λαιμό της και γέρνοντας το κεφάλι απ’ την αντίθετη. Χάδι μασάζ, περνούσε τα δάχτυλα πιέζοντας τον εαυτό της. Περίμενε να πάρει το χέρι της από το σβέρκο και άρχισε να μετράει σπονδύλους στην πλάτη της. Τους έβγαλε τόσους, όσους την τελευταία φορά που τους μέτρησε. Έφτασε στη μέση της και ένιωσε να λαχανιάζει ανεβαίνοντας στους γλουτούς της. Έμεινε λίγο στις ατέλειές της και διαπίστωσε ότι όντως πάχυνε λιγάκι, τόσο μόνο ώστε να την αφήνει να γκρινιάζει γλυκά. Έχωσε το βλέμμα του ανάμεσα στα πόδια της, καθόλου φως δεν κατάφερνε να φωτίσει το μικρό κενό που άφηναν ενωμένα. Ήθελε να γινόταν από εκεί να μπορεί να μπει ολόκληρος μέσα της.

Προσπάθησε να ανοίξει το υπόλοιπο ένα τέταρτο από το ελεύθερό του μάτι, γαμώτο να σε δω καλύτερα, μα δεν τα κατάφερε. Έκλεισε και αυτό. Έστριψε και έτριψε το πρόσωπό του στο στρώμα, ανασηκώθηκε στους αγκώνες και άνοιξε να τη δει ξανά, μα δεν ήταν εκεί.

Έπρεπε να είναι Μάιος στην εποχή και όχι μόνο στα χαρτιά. Την προηγούμενη όμως έκανε ανυπόφορη ζέστη, ενώ από την πιο προηγούμενη το μπουφάν του ακόμα στην πλάτη της καρέκλας. Έπρεπε εκείνη να είναι εκεί. Εχθές τη θυμάται να μοιράζεται το μονό του κρεβάτι, να ανεβάζει τα στόρια, να ανοίγει το παράθυρο στις τέσσερις τα ξημερώματα, να παίρνει το τασάκι από το δωμάτιο, να απομακρύνει τα κουτάκια από τις μπύρες να μην της μυρίζουν.

Θυμάται και το μήνυμα κάτι μέρες πριν.

Έρχομαι. Αύριο.

Το κινητό άρχισε να χτυπά, να του ζητά να σηκωθεί. Πάτησε αναβολή και άνοιξε το φάκελο με τα εισερχόμενα.

Θα αργήσω πολύ να έρθω.

Αναβολή και το κινητό βρέθηκε στη γωνία του τοίχου με το πάτωμα κάτω από το παράθυρο. Κομμάτια στο σοβατεπί. Εκεί που έπρεπε να είναι τα πόδια της. 

Τι διάολο κάνεις κάθε στιγμή στο κεφάλι μου...

Τετάρτη 21 Μαΐου 2014

το πιο ό,τι να ναι lost ποστ

Είναι γεγονός ότι είμαι ανάποδος άνθρωπος. Είναι γεγονός επίσης ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ανάποδοι.

Κουρασμένη, άυπνη, πιασμένη παντού, στεναχωρημένη, απογοητευμένη. Ήθελα να βρω να ακούσω κάτι να γίνω χειρότερα, αν όχι μόνο να συνοδέψω το ό,τι νιώθω. Και το youtube με κοροϊδεύει. Και εγώ κάνω το σωστό και το πατάω.



Και θυμάμαι ένα γκόμενο που είχα και έμοιαζε στον τραγουδιστή. Στο στομόχειλο που λέει και η μάνα μου. Ή νομίζω ότι έμοιαζε. Ή νομίζω ότι τον είχα γκόμενο, αλλά έμοιαζε. Ή ήθελα να νομίζω ότι έμοιαζε, όπως ήθελα να νομίζω ότι τον είχα γκόμενο. Σιγά μη θυμάμαι. Σιγά δηλαδή που δε θυμάμαι.

Και θυμάμαι και άλλα πολλά που θα μπορούσα να τα γράψω, αλλά θα ‘θελες.

Και νιώθω και άλλα πολλά που θα μπορούσα να τα γράψω, αλλά εκεί είναι που θα ‘θελες.

Να βγω στους δρόμους και να παίζει αυτό. Όχι σε ακουστικά. Παντού. Γιατί να μην παίζει κάτι σαν αυτό; Και δώστου

I just got lost

Και να είσαι και να νιώθεις και να φαίνεσαι . Πιο lost κι από lost. 

Γιατί αυτοί που βρέθηκαν τι κατάλαβαν;

Και γιατί αυτά που αξίζουμε να μη βλέπουμε ότι είναι τα πιο γαμάτα;

No better and no worse.

Και γιατί είναι τρεις στην Αγγλία και μοιάζει σαν πέντε στην Ελλάδα;

Και γιατί να ψάχνω επειδή;


Ε; Γιατί; 

Δευτέρα 19 Μαΐου 2014

μιας και μιλάμε για νούμερα

Στο χολ, ακριβώς δίπλα από την κάσα της πόρτας του υπνοδωματίου της μάνας μου ένα σκυριανό καρεκλάκι και ένα τραπεζάκι με στραβά πόδια. Πάνω ένα σεμεδάκι σταυροβελονιά σκυριανό και αυτό, τοποθετημένο έτσι ώστε οι γωνίες του στις τέσσερις πλευρές του τραπεζιού να δείχνουν το πάτωμα. Πάνω από το σεμέν ένα τηλέφωνο γκρι αναλογικό και ένα μικρό πήλινο βαζάκι, με σκυριανά σχέδια, που χωρούσε ένα κλωναράκι. Φρέσκο νερό και ένα κλαράκι. Ένα ανθάκι γιασεμί ή νυχτολούλουδο, που έκανε όλο το σπίτι να μοσχοβολά. Κάθε φορά που ήταν να μιλήσω καθόμουν στο καρεκλάκι και τέντωνα τα πόδια μου, έβαζα τις πατούσες μου απέναντι στον τοίχο. Αποτυπώματα.

Ένα από τα όνειρα που βλέπω συχνά είναι ότι στέκομαι μπροστά απ' αυτό το τραπεζάκι. Με πολύ έντονο το αίσθημα του πανικού προσπαθώ να καλέσω κάποιον. Το ακουστικό απελευθερώνεται από το υπόλοιπο σώμα του τηλεφώνου κάνοντας κλικ και το νιώθω κρύο στο αυτί μου. Το τουτ τουτ, πεντακάθαρο τρυπάει τον εγκέφαλο μου. Τα χέρια τρέμουν και ψάχνουν τα νούμερα. Γύρω στις εννιά με δέκα φορές, έχω σφηνώσει το δείκτη μου στην τρυπούλα, διαλέγοντας με προσοχή το νούμερο και περιμένω, ιδρώνοντας ανάμεσα στο στήθος, να ολοκληρώσει την κίνησή της και να τοποθετηθεί στο νούμερο που της αντιστοιχεί. Τα δευτερόλεπτα μοιάζουν ατελείωτα. Η περιστροφή αφόρητα αργή και ο ήχος το πιο άσχημο θρόισμα που έχω φανταστεί ποτέ μου. Τρέμω μην κάνω λάθος και χρειαστεί να ξεκινήσω απ' την αρχή. Στο τελευταίο νούμερο βάζω το δάχτυλό μου στην τρύπα που από κάτω έχει ένα κιτρινισμένο μισοξεκολλημένο χάρτινο μηδέν. Τη στιγμή ακριβώς που έχω ολοκληρώσει την κίνηση και αυτό έχει αρχίσει να επιστρέφει στη θέση του, διαπιστώνω ότι δεν έπρεπε να πάρω το μηδέν. Νιώθω σαν να έχω κάνει το πιο ανεπανόρθωτο λάθος και βάζω το δάχτυλο στο κουμπάκι. Με τρόμο το πατάω και το ξαναπατάω και αυτό κάνει επαναλαμβανόμενα κλικ. Στο αυτί μου όμως ακόμα ακούω την περιστροφή του μηδέν που ολοκληρώνεται. Αντί να ακουμπήσω το ακουστικό στο τηλέφωνο συνεχίζω τα επαναλαμβανόμενα κλικ. Την ώρα που ακούγεται σε όλο το δωμάτιο, σαν από ηχεία, στον επόμενο τόνο η ώρα θα είναι…, ξυπνάω και αρπάζω το κινητό που βρίσκεται δίπλα μου. Και πάντα σε εκείνον τον επόμενο τόνο η ώρα είναι κάπου στις 4,30 ξημερώματα, ακριβώς.


Στον ξύπνιο μου, είναι κάποιες φορές που πατάω το κόκκινο κουμπί επειδή ακριβώς πήρα όλα τα νούμερα σωστά.

Τρίτη 13 Μαΐου 2014

και οι βουτιές με το κεφάλι

Στο Ρίχτη έφταναν τα καραβάκια και φόρτωναν κάρβουνα. Από τη μέσα μεριά.

Στο Ρίχτη έφτανα και εγώ και έκανα βουτιές. Από την έξω μεριά.

Όχι πάνω από τα σίδερα. Από κάτω στο τσιμεντάκι. Με ένα σκοινί σκαρφάλωνα τη θάλασσα. Σκοινί χοντρό σαν κάβο, αυτό που δένουν τα καράβια. Αυτό που μόνο μου λεγε ο πατέρας μου να το προσέχω.

Μακριά από τον κάβο όταν δένει το καράβι και όπου θέλεις πήγαινε.

Μισοί φτάναμε κολυμπώντας. Μισοί τρέχοντας με τα πόδια να πατάνε στις μύτες τα καυτά βότσαλα που ξεπρόβαλαν από το τσιμέντο. Σαν αναστενάρηδες χωρίς τα κάρβουνα και με μαγιό.

Από τα ρηχά ο μόλος είχε βράχους με ονόματα.



Ο πρώτος. Για να ξεπλένεις τα πόδια σου από την άμμο φεύγοντας και να φοράς τις σαγιονάρες.

Ο δεύτερος και ο τρίτος ένα σώμα. Για τις γιαγιάδες και τους παππούδες. Μέχρι το γόνατο νερό, μετά θα έβρεχαν τους ώμους και το στήθος τους με χούφτες απ’ τα χέρια τους.

Ο τέταρτος για μια οικογένεια και τα μισά απ’ τα πράγματά τους. Οριακά πάτωναν τα δεκάχρονα.

Ο πέμπτος και ο έκτος, δίπλα δίπλα, ανισόσταθμα. Συνήθως άδειοι γιατί δεν είχαν πρόσβαση καλή.

Ο όγδοος. Δικός μας. Στα από 17 έως 20 χρονών. Στο 2,20 το νερό. Για βουτιές και μόνο. Με το κεφάλι, με τα πόδια, μπόμπες. Με τις κοιλιές, τις πλάτες και τα άουτς που πήγαιναν μαζί. Με βαθμολογία. Θυμάμαι τον αδερφό μου να παίρνει φόρα και στον αέρα να χτυπά παλαμάκια, μετά τα μπούτια με τα δύο του χέρια, να τα τεντώνει μπροστά και να πέφτει με το κεφάλι.

7, γύρισαν τα πόδια σου πέφτοντας, πέταξες νερά. Άλλος.

Πιο κει ο Αλέξης μετρούσε πατητές στο κεφάλι της Τζένης. Πενήντα ακατέβατες.

Σαν το παιχνίδι με τους πιγκουίνους ήμασταν. Στη σειρά να ανέβουμε, μα δεν είχε σκάλες, και μετά να πέφτουμε, όχι από την τσουλήθρα.


Και όταν βαριόμασταν στα ρηχά φεύγαμε για το Ρίχτη. Και όταν βαριόμασταν το Ρίχτη φεύγαμε για το φάρο. Να πάμε από τον πράσινο στον κόκκινο ποτέ δεν καταφέραμε και ας θέλαμε. Μέχρι τα μισά σχεδόν και πάλι πίσω βλέποντας από μακριά μια τράτα, ένα καΐκι ή το καράβι.  

Θυμάμαι μια φορά που έκανα τόσο καλή βουτιά με το κεφάλι από το Ρίχτη, τόσο κατακόρυφη, χωρίς ούτε μια σταγόνα να πετάξω, μου είπανε μετά, και έφτασα τόσο βαθιά που ανεβαίνοντας χτύπησα δεξιά το κόκαλο της λεκάνης μου σε ένα βράχο. Ένιωσα την ανάσα μου να κόβεται, την ήδη κρατημένη απ’ τη βουτιά καθώς συμμάζευα το πάνω και το κάτω απ’ το μαγιό μου. Βγήκα στην επιφάνεια και πήρα μια απ’ της καλύτερες βαθιές ανάσες μου. Μετά καθώς ανέβαινα από το σκοινί για την επόμενη, είδα σταγόνες αίμα να ποτίζουν τη θάλασσα. Ήθελα να το ‘χω αυτό το σημάδι ακόμα, μα θυμάμαι την ανάσα και αρκεί.

Κάτι άλλες απ’ τον όγδοο, έβγαινα με τα μαλλιά γεμάτα άμμο και μια ελαφρά ζαλούρα, γιατί δεν ένιωσα να γυρίσω τα χέρια μου νωρίς και έσκαγα στο 2,20 με φόρα. 

Ακόμα, αν βρω κάπου ψηλά, θα ανέβω για να πέσω. Με το κεφάλι. Βουτιά. Και ας βγω με άμμο στα μαλλιά και σημάδια στο σώμα μου. Την ανάσα μετά από αυτό θα τη θυμάμαι πάντα. 

Κυριακή 4 Μαΐου 2014

σαν τα καπάκια στην άσφαλτο


Κάπου εδώ ήταν που ξεκινούσε. Τα βράδια της Παρασκευής γύρω στις 8.

Πάω στο μαγαζί.

Πάρε μπουφάν.

Δεν κρυώνω.

Μέχρι τις 9,30 την είχα πάρει τηλέφωνο να μου κατεβάσει το τζιν.

Το μαγαζί, εστιατόριο, ταβέρνα, καφενείο. Ακόμα στον κόρφο της γιαγιάς μυρίζω καλαμαράκια τηγανιτά και σαγανάκι μύδια. Τα χέρια μουλιασμένα με χαϊδεύουν χωρίς να έχουνε συνέλθει από τα πιάτα που έπλυνε. Το στομάχι της χορτάτο από τα αποφάγια που ‘χει πετάξει στα σκουπίδια.

Βγαίνοντας από το μαγαζί, το αριστερό τραπέζι ήταν δικό μας. Ας γέμιζε το έξω και το μέσα κάποτε, το πεζοδρόμιο δεξιά και αριστερά από την πλατεία. Πάνω από το μόνιμα στεγνό φρεάτιο, με τα αμέτρητα καπάκια από τις μπύρες και τα αναψυκτικά, τη σιδερένια σχάρα με τις εικοσάρες μπετόβεργες, το τραπέζι μας. Τέσσερις καρέκλες, δύο και δύο, δεξιά και αριστερά, να κοιτάνε στο δρόμο όλες, η μία πίσω από την άλλη σαν θέσεις λεωφορείου. Ένα τασάκι βρώμικο, πάντα γεμάτο αποτσίγαρα και ένα πεντακάθαρο, γεμάτο καπάκια. Δύο πακέτα τσιγάρα ASSOS και ένας λευκός αναπτήρας. Στις 8,30 ακριβώς η Βουλγάρα συμπλήρωνε έναν ελληνικό μονό γλυκύ βραστό. Ο θείος μου πάρκαρε το αυτοκίνητο ακριβώς μπροστά ένα λεπτό μετά. Ρουφούσε δύο τσιγάρα και κάπνιζε τους ατμούς απ’ τον καφέ. Μετά γυρνούσε το κεφάλι του και μιλούσε στο μαγαζί. Ζητούσε ένα παγάκι, το έριχνε μέσα και τον έπινε σε μια γουλιά. Παρά είκοσι είχε σηκωθεί και καθόμουν εγώ εκεί. Πριν αρχίσει να πλακώνει ο κόσμος μετρούσα τα ανοιχτήρια. Αν είχαμε ξεμείνει με ένα δύο τα κρατούσα εγώ και όποιος περνούσε από την πόρτα άνοιγα τα μπουκάλια. Αλλιώς τα μοίραζα σε κωλότσεπες μαζί με τα μπλοκάκια.

Έβαζα τα πόδια μου στο ξύλο της καρέκλας μπροστά μου, έσπρωχνα και σήκωνα τη δική μου στα πίσω δύο πόδια της και έκανα μπροστά και πίσω. Κάθε τόσο η γιαγιά έβγαινε στην πόρτα της κουζίνας με μια κουτάλα στο χέρι και πελτέ σε ένα από τα δύο χέρια, που ανακούφιζε ένα καινούργιο κάψιμο. Θα πέσεις και θα χτυπήσεις το κεφάλι σου, έλεγε στον ξάδερφό μου που περνούσε το δρόμο. Θα σε πατήσει κανένας έτσι όπως περνάς το δρόμο, φώναζε κουνώντας την κουτάλα σε μένα που έκανα κούνια στην καρέκλα. Έκλεινε την πόρτα και έβαζε μια τηγανιά πατάτες με το ένα και με το άλλο γυρνούσε τα ψάρια στη σχάρα.

Γύρω στις 11 παρά περνούσε εκείνος. Κοιτούσε μέσα να με βρει, συνηθισμένος από το χειμώνα.

Μικρή ο δικός σου. Πες του ρε μύρισε καλοκαίρι, έξω κάθεσαι. Ο άλλος ξάδερφος μου πετώντας καπάκια στην άκρη το δρόμου.

Στο δεύτερο πέρασμα με είχε εντοπίσει. Στο τρίτο έκανε πως δεν κοιτάει. Πέντε λεπτά μετά ανασηκωνόμουν στην καρέκλα να διακρίνω τον κουραμπιέ του (έτσι λέγαμε τα άσπρα αυτοκίνητα) παρκαρισμένο σε κάποια άκρη του δρόμου.

Από τις 12 παρά τους ρωτούσα αν θα βγούμε. Δύο ξαδέρφια και τον αδερφό μου.

Αν βγουν τα αγόρια θα βγεις. Αλλιώς σπίτι.

Τα καπάκια στην άκρη του δρόμου χώνονταν από τα αυτοκίνητα και τη ζέστη σιγά σιγά στην άσφαλτο. Τα χάρτινα τραπεζομάντιλα λιγόστευαν στην κούτα. Οι φουσκάλες στα πόδια του αδερφού μου έσκαγαν και τα μπούτια του εύσωμου ξάδερφού μου συγκαίονταν. Η γιαγιά ανέβαινε να κοιμηθεί στη 1, γιατί είχε από τις 5 την επόμενη, ποια επόμενη, την ίδια δηλαδή  να ετοιμάσει τα μαγειρευτά.

Το μαγαζί το κλείναμε εμείς. Γύρω στις 2,30. Μετά έκαναν μπάνιο και βγαίναμε. Παρασκευή και Σάββατο για αρχή, στα τέλη Ιουνίου κάθε μέρα.


Τα αγόρια μου, τον αδερφό και τα ξαδέρφια μου δηλαδή, τα καλοκαίρια μαζί τους, σαν τα καπάκια στην άσφαλτο τα έχω μέσα μου. Και κάπου εδώ ήταν που ξεκινούσαν.

Τετάρτη 30 Απριλίου 2014

δικαιολογίες για να μαθαίνω

Έχω κάτι αϋπνίες που αξίζουν. Στο ελάχιστο φως τα μάτια μου διαβάζουν χρώματα, ξαπλωμένα δίπλα από το μαξιλάρι μου.



Κάποια πράγματα θα σε βρουν όπου και αν είπες ότι πας. Κάποια άλλα δεν θα σε βρουν ποτέ ακόμα και αν πέρασες ή στάθηκες μπροστά τους για μια ολόκληρη από τις ζωές σου. Είτε γιατί δεν θες εσύ, είτε γιατί αυτά δεν θέλουν, είτε για έτσι.

Η μουσική θα σε βρίσκει πάντα. Οι λέξεις θα σε βρίσκουν. Και ας λένε ότι οι λέξεις μας κάποτε θα τελειώσουν, οι λέξεις μας θα λήξουν. Οι δικές μας, ναι. Των άλλων για εμάς, ποτέ.

Σκέφτεται κάποια που της αρέσουν οι δικαιολογίες. Σκέφτομαι ότι και εμένα μου αρέσουν. Πάντα είχα τους λόγους, μα όσο δεν έβρισκα τις δικαιολογίες μου έμενα εκεί που ήμουν. Εκεί, εδώ, τα μπέρδεψα και αυτά, όπως τόσα άλλα. Είναι και κάποιοι που άλλαξαν τρόπους με τόπους, εξίσωσαν χώρους και χρόνους, έφτιαξαν χώρες, τα εδώ και τα εκεί μου, μια δεν πιάνουν. Εγώ όμως τα μπέρδεψα, φτιάχνοντας δικαιολογίες μη δω αυτούς που στάθηκαν ή πέρασαν μπροστά μου.

Πριν δύο τρία ποστ μου άφησαν αυτό το σχόλιο: πάντα τόσο άδεια ήσουν; Ίσως. Και που θες να ξέρω. Όμως έτσι γεμίζουμε. Όταν διαπιστώνουμε τα κενά μας. Τίποτα δε μπορεί να σε γεμίσει πιο σωστά από το κενό που αναγνώρισες. Αυτό που δεν προσπάθησες να μπουκώσεις όπως όπως, παρά το άφησες να αδειάσει εντελώς και ύστερα να φύγει. Και όχι να φύγει ακριβώς, μα να χαθεί, να ξεθωριάσει, να κάνει πως δεν ήτανε ποτέ.

Και διαπιστώνω πως κουμπί δεν έχω. Αυτό που το πατάς να αλλάξεις αυτό :( ή έστω αυτό :/ σε αυτό :). Μια παρένθεση γίναμε. Ανοιχτή ή κλειστή. Στο άνοιγμα γινόμαστε θλιμμένο προσωπάκι. Στο κλείσιμο χαμογελάμε. Πιο ασφαλές το γέλιο σε κλεισμένο εαυτό. Γιατί δεν ξέρουμε να αδειάζουμε.

Άδειασα με 162 σελίδες, βάλε και τις κενές  μπροστά και πίσω, εξώφυλλο, οπισθόφυλλο, τα περιεχόμενα και κάτι ψιλά σημαντικά. Άδειασα. Και κάθε λέξη που με διάβαζε με άκουγε αυτό



Εμμονική η κάθε λέξη, εμμονική και η κάθε νότα.

Ξεγελάσαμε το μέσα μας και χωθήκαμε σε ζωές που ούτε για αστείο δεν θα αντέχαμε, μόνο για να πούμε ότι το νιώσαμε και αυτό. Ψάχναμε να καρφώσουμε παράσημα, σημάδια που κουβαλούσαμε μέχρι που ένα πρωί λουστήκαμε κρύους ιδρώτες που δεν τα βρήκαμε εκεί που τα θυμόμασταν την προηγούμενη, μα τελικά γυρίσαμε πλευρό και κοιμηθήκαμε ξανά πιο ήσυχοι από ποτέ.

Έχω μέσα μου κάτι γλυκό. Πολύ γλυκό. Ψάχνω να κάνω όμορφο τόπο τον τρόπο μου και χώρο το χρόνο μου.

Δεν ξέρω τι θέλω να πω. Δεν έχω την παραμικρή ιδέα τι προσπαθώ να πω.


Μάλλον μαθαίνω να αδειάζω. Και είναι ωραία.