Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2014

στη σελίδα που δε θυμάμαι αριθμό

«Τι διαβάζεις;»

Έκλεισε το βιβλίο, αφήνοντας το δείκτη να ασφυκτιά στη μισοτελειωμένη σελίδα.

«Για να δω.»

Πίεσε με το χέρι του εξώφυλλο και οπισθόφυλλο, το τράβηξε προς το μέρος του, μειώνοντας κι άλλο το βιώσιμο χώρο στο δείκτη.

«Να ανασάνω.» Είπε και τράβηξε με δύναμη το βιβλίο με το ετοιμοθάνατο δάχτυλο.

«Γι αυτό φεύγεις; Για να ανασάνεις;»

Άνοιξε  λίγο το βιβλίο. Κάτι λέξεις στη σελίδα χάριζαν στο δείκτη της κάτι τελευταίες ανάσες δικές τους και έτσι τα κατάφερε. 

«Εσύ με έπνιξες», είπε  κάτι σα γλώσσα πίσω από τα δόντια της. Τα πόδια της μετέωρα σε ένα πεζούλι πάνω από τη θάλασσα. Στα ρηχά δύο τρία καβούρια φώναζαν, έλα να πνίξεις εδώ, σε μια στάλα νερό και τα δέκα δάχτυλα των ποδιών σου.

Πώς το είχε γράψει τότε…;

«Πες. Γι’ αυτό φεύγεις;»  Δεν την είχε ακούσει και ας χάζευε τα μισάνοιχτα χείλη μπροστά από τα δόντια της.

«Όχι. Δε φεύγω γι’ αυτό. Είναι τρία εκατομμύρια άλλοι λόγοι. Τι με ρωτάς.»

«Καλά.» Να λες καλά. Να δείχνεις άθλια. «Δε θέλω να πάρεις τίποτα δικό μου μαζί σου.»

Γαμώτο, πώς το είχε γράψει…;

Άρπαξε το βιβλίο από τα χέρια της και έφυγε. Εκείνη έβαλε τις παλάμες κάτω από τα μπούτια και έμεινε να ακούει τα καβούρια να μιλάνε για πνιγμούς.




*
- Βλέπεις πώς κάνει πίσω το νερό; Αρπάζοντας με δύναμη ό,τι βρει πάνω, ανάμεσα στα βράχια, ακόμα και στην πιο μικρή σχισμή; Έτσι νιώθω και εγώ. Να με αδειάζεις. Τραβάς από μέσα μου ό,τι έχω, βίαια καμιά φορά. Και όλα αυτά ενώ βλέπω το επόμενο να έρχεται. Με μεγαλύτερη μανία.

- Κι εγώ σε βλέπω να κάθεσαι στο βράχο, κουνώντας τα πόδια λίγο ανέμελα, βλέποντας το κύμα να έρχεται χωρίς να κάνεις πίσω, χωρίς να φοβάσαι. Ξέρεις ότι μέρος του θα σκάσει στο βράχο και όμως και πάλι θα χτυπήσει δυνατά. Και το κύμα έρχεται, χυμάει, ξέροντας ότι θα σπάσει, θα πονέσει, αλλά δε μπορεί να γυρίσει πίσω, δε μπορεί να κάνει τίποτα άλλο. Και μένεις εσύ και το κύμα κλειδωμένοι και οι δύο σε μια προσμονή που φαίνεται αιωνιότητα.

- Θάλασσα είσαι, δεν είσαι κύμα. Και κάνω τόση προσπάθεια να φαίνεται ανέμελο αυτό το κούνημα στα πόδια.

- Κι εγώ σου χαϊδεύω απαλά τα πόδια και τις γάμπες με χίλιες γλώσσες αλμυρές, ζυγίζοντάς σε.

- Τι να ζυγίσεις, δεν έχει μείνει τίποτα. Με την πρώτη επαφή θα σπάσω. Εκατομμύρια σταγόνες θα γίνω. Θα με σκορπίσει ο άνεμος.

- Και θα τις πιω όλες. Θα τις τραβήξω μέσα μου στο βυθό.

*

Έτσι το έγραψε. Ακριβώς έτσι.

«Τίποτα δικό σου δε θα πάρω μαζί μου. Μη σε νοιάζει. Τίποτα δε θα σου κρατήσω. Ούτε μια σταγόνα.»

Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2014

για γούστο και όχι

Ίσως καμιά τιμωρία και αυτή μόνο για το γούστο του πράγματος. Πχ. Γράψε ένα ποστ μέχρι τις 7 απόψε

Πανικός. Γιατί δεν είναι μόνο τι σου ζητάει, αλλά κυρίως ποιος στο ζητάει. Στην ουσία προτροπή είναι, έτσι για το γούστο του πράγματος, αλλά μου φαντάζει απαίτηση. Απαίτηση στην οποία ψοφάω να συμμορφωθώ.

Πανικός. Ίδιος με τον προχθεσινό. Εκείνον που με ξύπνησε, πάλι, γύρω στις 4 το πρωί. Ανάσκελα με την καρδιά να σφυροκοπά. Που την ένιωθα να χτυπά από το στρώμα προς το σώμα και όχι το αντίθετο. Το σωστό και καλά. Σαν να έπεσε από τη θέση της κατακόρυφα και να έκατσε στο δέρμα χιλιοστά πάνω από το κατωσέντονο. Το κορμί πάλλεται ολόκληρο και χρειάζομαι στιγμές για να καταλάβω αν ευθύνονται οι χτύποι μου, ή κουνιέμαι στα απομεινάρια ενός σεισμού. Και μέχρι να συνέλθω έχω εντοπίσει, με το λιγοστό φως, λευκή σελίδα το ταβάνι πάνω μου. Σαν αυτές που έμεναν καιρό πάνω στο τραπεζάκι σε ένα χολ. Με το μισό τους κάτω από το τηλέφωνο, μα το ολόκληρό τους ελαφρά κιτρινισμένο και λίγο ζαρωμένο. Και η λάμπα πάνω μου μόνο με το καλώδιο, αφού τόσα χρόνια δεν αξιώθηκα ούτε ένα χάρτινο φωτιστικό να βάλω, σαν καρφωμένο μολύβι κάπου στη μέση της σελίδας. Η άκρη του καλωδίου στο ταβάνι όπως χώναμε τα μολύβια στις γόμες μας και τα αφήναμε να στέκουν όρθια. Και η λάμπα σαν τη δική του ενσωματωμένη, μισό χρησιμοποιημένη γόμα.


Οριακά ανασαίνω, όχι για το γούστο του πράγματος, αλλά να μη μου ξυπνήσουν οι από πάνω ή οι από κάτω. Μα πιο πολύ να μην ξυπνήσω εγώ και ζητάω να γράφω στο ταβάνι ξημερώματα. 



Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2014

και ό,τι δε συνηθίζεται, γίνεται συνήθεια τελικά

Μέχρι τα 18 έμαθα να κοιμάμαι με το μπαμπά έξω από το σπίτι. Μετά τα 18 έμαθα να κοιμάμαι εγώ έξω από το σπίτι, ανεξάρτητα που ήταν ο μπαμπάς.

Η μάνα μου ζητούσε από την έξι χρόνια μεγαλύτερη, συνονόματη μου, ανιψιά της να έρχεται να κοιμάται μαζί της να μας «φυλάει». Βράδυ παρά βράδυ βαρούσαμε σκοπιές. Μια η ξαδέρφη μου μια εγώ. Μέχρι τα 15 της μας φύλαξε. Μετά ξεκίνησαν οι αλητείες και δεν είχε χρόνο για τις θείες. Τότε ήταν που ανέλαβα εγώ την πλήρη φύλαξη του διπλού κρεβατιού από τη μεριά του μπαμπά. Πολλά βράδια χάζευε στην τηλεόραση και εγώ έμενα κοιτάζοντας εκείνη, έχοντας γυρίσει προς την πλευρά της, αντίθετα από το χαζοκούτι. Ύπνος δεν μου κολλούσε, αλλά δεν επιτρεπόταν να δω ό,τι έβλεπε εκείνη γιατί είχε «αίματα» δήθεν, μπορεί να είχε και τίποτε άλλο, δεν έμαθα. Έτσι έμενα εκεί να προσπαθώ να βγάλω άκρη στα μάτια της και όσες φορές δεν κατάφερνα να δω μέσα από αυτά τι έβλεπε, έβλεπα το έργο που έπαιζε εκείνη. Άλλες φορές έκανα πως κοιμάμαι, δήθεν δεν άκουγα τα κλάματα και μέχρι να σηκωθεί να μαζέψει το σωρό με τα χαρτομάντηλα στο κομοδίνο το πρωί, δε σάλευα.

Η θητεία μου έληξε γύρω στα 14. Αποφάσισα και διέταξα να μεταλλαχθεί το σαλόνι σε υπνοδωμάτιο μου, αφού δεν περίσσευε άλλο δωμάτιο. Τόσες ώρες που δούλευε η μάνα μου δε δεχόμαστε επισκέψεις, οπότε δεν έλειψαν σε κανέναν ο καναπές και οι πολυθρόνες. Τότε ήταν που της κόλλησε μια κακιά συνήθεια που δεν έχει αποβάλει ακόμα. Ξαπλώνει με ανοιχτό το φως και μετά δήθεν ξενερωμένα αλλά μες στη γλύκα με φωνάζει.

«Κορίτσι μου, είσαι κοντά; Ξέχασα να σβήσω το φως να μη σηκώνομαι.»

Κοντά δεν είμαι ποτέ και το ξέρει. Μόλις το δωμάτιο φωτίσει μόνο από την τηλεόραση, συμπληρώνει.

«Έλα να με σκεπάσεις να μη βγάζω τα χέρια από την κουβέρτα.»

Στο κουκούλωμα έχω φτάσει επικίνδυνα κοντά να κάνω πίσω.

«Δώσε μου και ένα φιλί τώρα.»

Τα τελευταία χρόνια που έχει γυρίσει και ο άλλος  για τα καλά κοντά της, θέλει να μπει ανάμεσα μας.

«Εμένα γαϊδούρα τίποτα;»

«Ναι αλλά τελευταία πάλι εμένα»

«Καλά δε ντρέπεστε γέροι άνθρωποι να με εκμεταλλεύεστε;»

«Ποιόν είπες γέρο; Θα σηκωνόμουν, αλλά μόλις ζέστανα τα σεντόνια»

«Ύπνο. Γρήγορα.»

Και όσο απομακρύνομαι ακούω να ψευτοτσακώνονται.

«Κάνε πιο κει μωρέ, πάνω μου πρέπει να κοιμάσαι; Δε βαρέθηκες τόσα χρόνια;»

Για δευτερόλεπτα αναρωτιέμαι, μα καλά δε βαρέθηκαν; Πως να βαρεθούν. Αν βάλεις κάτω τις μέρες της κοινής τους ζωής πιο πολύ χωριστά έχουν κοιμηθεί παρά μαζί.

Πριν ολοκληρώσω το ποστάκι ανοίγω το skype. Αναρωτιέμαι αν έχει επιλογή να σβήνεις φώτα, να σκεπάζεις μανάδες και να τις φιλάς μαζί ή χωριστά με τους πατεράδες.

Σε λίγο καιρό θα μάθω να κοιμάμαι με το μπαμπά σε άλλη χώρα και σε λίγα χρόνια θα μάθω να κοιμάμαι με το μπαμπά σε άλλη ζωή.


Όλα μια συνήθεια είναι τελικά. 


Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2014

so far but so close to any road

- Έλα ακούς; Φτάσαμε. Όλα καλά. Καλό καιρό είχε σε όλο το ταξίδι. Μην ανησυχείς. Δε μας πνίξανε στα σύνορα. Δε βάλαμε φωτιά στους εαυτούς μας. Δεν ξέρω πόσοι άλλοι έφτασαν. Δε βλέπω κανέναν. Ναι. Το δικό σου το παιδί όμως είναι καλά.

- Ακόμα.

- Τίποτα δε μουρμούρισα μωρέ. Ναι. Και εδώ το ίδιο. Καλό καιρό. Λίγο ήλιο, λίγη συννεφιά. Λίγο βρέχει και λίγο χιονίζει. Φυσάει και έχει άπνοια. Ναι. Ταυτόχρονα. Λίγα δέντρα, λίγο χώμα, λίγη θάλασσα, λίγο βουνό. Γιατί να σου πω ψέματα; Όλα τα έχει και από λίγο.

- Τι σημαίνει και τώρα πού θα πάμε; Δεν ξέρω. Δεν ξέρω πως ήρθαμε εδώ. Δεν έχει δρόμους να φύγουμε. Μα σου είπα, κανείς δεν έμεινε να ρωτήσουμε.

- Κλείσε λίγο. Κλείσε σου λέω. Κάτι κάνει και δε μου αρέσει.

Με έβγαζε φωτογραφίες και δεν ήθελα. Άρπαξα την ψηφιακή και προσπαθούσα να βρω το φιλμ για να το βγάλω να καεί.

 - Δεν έχει δρόμους. Κοίτα. Δεν έχει δρόμους και εσύ τραβάς φωτογραφίες; Πώς θα φύγουμε;
 - Μα μόλις ήρθαμε.



- Ξύπνα, παραμιλάς. Τι όνειρο έβλεπες;

- Ποιος δρόμος ξεκινάει απ' το κρεβάτι; Πες μου.

- Αυτός για να σηκωθείς. Μετά βλέπουμε.




Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2014

there's no use taking a step back for me

Κάνε πίσω. Την έσπρωξε σχεδόν.


Κάνε εσύ, τι με σπρώχνεις. Έσμιξε τα φρύδια και ένιωσε τη ρυτίδα ανάμεσα τους να χαρακώνει πρόσωπο και ψυχή. Ό,τι είχε μείνει από αυτή δηλαδή. Με την κίνηση τράβηξε το γιακά του που τον είχε κλείσει σε δείκτες και αντίχειρες, αριστερούς και δεξιούς. Ο κορμός τεντώθηκε προς τα πίσω να απορροφήσει την αντίδραση στην κίνηση. Τα χέρια έκαναν να ανοίξουν, μα από τη μέση και κάτω τίποτα δεν ακολούθησε. Καρφωμένη σε άγνωστο χώμα.

Ένα βήμα μόνο. Να σε δω θέλω. Μαλάκωσε, σχεδόν έλιωσε. Ολοστρόγγυλα δάχτυλα κρατούσαν ολοστρόγγυλα μάγουλα.

Κάνε εσύ…  Στο κάνε παρακάλι και τα μάτια στα χαλίκια. Στο εσύ  έσβησε το εγώ και τα μάτια πάλευαν να χωθούν κάτω από τα χαλίκια.

Δεν έχω δύναμη να κάνω πίσω. Να κάνω πως σε διώχνω μόνο. Κάνε πως με πιστεύεις και πήγαινε εσύ ένα βήμα πίσω. Να τη δει ήθελε και τα μάτια δεν έλεγαν να ανοίξουν. Να τη δει πίσω από κλειστά βλέφαρα και πάλι αρκετό θα ήταν.

Έκανε πίσω. Όχι γιατί έκανε πως τον πίστεψε. Τον πίστεψε ότι τη διώχνει. Ένα ψευτοβήμα πίσω. Παραπάνω δεν άντεχαν ούτε τα πόδια ούτε τα χαλίκια.

Αρκεί. Είχε ικανοποιηθεί πριν εκείνη ολοκληρώσει την κίνηση. Ήταν αργά όμως. Είχε κάνει πίσω. Τα χαλίκια υποχώρησαν στο βάρος και έκαναν σαν να τα σπας σε μια προσπάθεια να ξαναβολευτούν. Ξεκόλλησε τα χείλη και πριν μιλήσει, μίλησαν εκείνα αντί για αυτή. Απανωτά υπόκωφα κρακ, χαλίκια που τρίβονταν το ένα στο άλλο, πάνω από ένα παχύ στρώμα χώματος, πέρασαν όλο της το κορμί και βγήκαν από το στόμα της. Ξανακόλλησε τα χείλη και κατάπιε πέτρες.

Ένα λεωφορείο άδειο, μόνο με τον οδηγό ήρθε και πάρκαρε στο μαντρότοιχο πίσω τους. Τόσα καθίσματα κενά και όμως τόση θάλασσα μπροστά για όλους. Άνοιξε μια εφημερίδα και κρύφτηκε. Μάλλον έκρυψε εκείνους.

Μόνο αυτός μπορεί να υποστηρίξει ότι συναντηθήκαμε. Ακόμα και αυτός όμως μας έκρυψε πίσω από τις λέξεις. Δύο λεπτές παράλληλες γραμμές στο πρόσωπό του έκαναν πως τεντώνουν. Ούτε ο Προκρούστης δε θα κατάφερνε να τον κάνει να δείχνει ότι χαμογελά. Τα μάτια στεγνά και όμως έμοιαζαν ολόκληρα νερό. Δεν τους έφτανε η θάλασσα. Τόση θάλασσα.

Πιο όμορφη θάλασσα τα μάτια σου και ας με έδιωξαν. Δεν θυμάται αν του το είπε τότε που άκουγε. Τώρα το λέει σίγουρα και ας μην την ακούει.

Γαμημένη θάλασσα. Πόσες φορές του είπε να μη βρίζει, τόσες ακριβώς την αγνόησε.

Όλα σαν να έγιναν νερό. Χέρια, μάγουλα, γιακάδες, βήματα. Νερό και τους έπνιξε. Και χαλίκια. Πολλά χαλίκια. Στις τσέπες, στην πλάτη, στα μάτια, στα λακκάκια. Χαλίκια να βαραίνουν το σώμα να μένει στον πάτο. Να μην ακούγεται κιχ. Και κάθε κραυγή να πνίγεται στην αλμύρα, μπλεγμένη με κάτι μπλε μάτια.

Τους είδα. Ένα Σάββατο. Γύρω στις 4. Είχα πάει να αράξω στο

Είπαμε. Κιχ.


για 15 εκατοστά νάιλον στο χρώμα του ποδιού


Δύο τράπεζες, μια αστυνομία και κάτι ψιλά είχε το πρωινό, μετά από το μπολ με το γάλα και τα δημητριακά.

Όπως κάτι αξιοπρεπέστατοι παππούδες και γιαγιάδες που βάζουν τα καλά τους, χτενίζονται και ξυρίζονται για να πάνε – ακόμα και τα τελευταία χρόνια – να ψηφίσουν, έτσι και εγώ είπα να σενιαριστώ για να ξαμοληθώ σε δημόσιες και ιδιωτικές υπηρεσίες. Όχι υπερβολές, ποτέ υπερβολές. Ένα φουστανάκι πάνω από το γόνατο, ίσιες μπότες και κάτι κάλτσες άσπρες, πλεκτές, δωράκι από μια θεία μου, που σκέπαζαν τα γόνατα. Λιγάκι πόδι έμεινε εκτός, ίσα ίσα για την κοροϊδία, όχι πάνω από δεκαπέντε εκατοστά και αυτά κατά το κάθισμα.

Ωστόσο συγγενείς και φίλοι θεώρησαν ότι θα δουλέψει το ντυσιματάκι και με φόρτωσαν με παρόμοιες δουλειές με τις δικές μου. Δούλεψε. Και στις υπηρεσίες και στο δρόμο.

Πρόλαβα να αρπάξω από τον έναν από δύο τύπους που έπιναν όρθιο καφέ, την ώρα που αδύνατο τσιγγανάκι περνούσε μαζί με εμένα και πούλαγε ματσάκια με ζουμπούλια, ένα εσύ είσαι πιο όμορφη από τα ζουμπούλια. Μιλούσε σε, βία, δεκαπέντε εκατοστά πόδι με νάιλον και έχασε το χαμόγελο ο βλάκας. Κατάφερα να θυμηθώ ταινίες με το Στάθη Ψάλτη, ακούγοντας τη λέξη μανούλι, από έναν συμπαθέστατο παππού μου. Τα μάτια του δεν άντεξαν να ανέβουν παραπάνω, ίσα που τέλειωσαν τη μπότα και μίλησαν στην άσπρη κάλτσα.

Και άλλες ατάκες και μάτια. Μάτια χαμένα σε σκέψεις. Που κοιτούν συνήθως χαμηλά σε μια προσπάθεια επαναπροσδιορισμού στόχου. Ψάχνοντας να βρουν το δρόμο τους και αφαιρούνται λίγο, μόνο τόσο λίγο, χαρίζουν λέξεις, χαζά χαμόγελα και κάνουν πως βρήκαν το στόχο τους σε δύο άγνωστα πόδια. Και ξεγελούν πως βρήκαν το δρόμο τους σε κάτι πόδια που έρχονται μόνο και μόνο για να τα κάνουν να φύγουν πιο όμορφα. Τα δικά μου γύρισαν σίγουρα πιο λεπτά, πιο ψηλά, πιο όμορφα στο σπίτι.


Δείξτε λίγο νάιλον, στο χρώμα του ποδιού. Με τρύπες ή χωρίς. Έστω για δεκαπέντε με είκοσι εκατοστά. Όσο αντέχετε. Και να μην εξυπηρετηθείτε ευκολότερα, θα έχετε φτιάξει λεπτά από τη μέρα σας και από τη μέρα κάποιων άλλων. Όσο έχουμε χειμώνα. Το καλοκαίρι κυκλοφορούν από όλα τα καλά και τα μάτια κοροϊδεύουν ότι βρήκαν το δρόμο τους πολύ πιο εύκολα.

Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2014

one way dialogues

- Γιατί χωρίς επιστροφή;

- Θα έρθω. Μην το βλέπεις έτσι. Αν έβγαζα με επιστροφή για εδώ θα έπρεπε να βγάλω πάλι για εκεί. Θα βγάλω από εκεί.

- Καλά, μην εξηγείς. Άστο.
                                               
Μα ήθελα να εξηγήσω. Ας με άφηνες, έστω, να πω αυτά που με παραμύθιαζαν και ας ήταν από τα ανεξήγητα.

___

                                                    
- Μόλις έβαλα δέκα ευρώ σε αυτοσχέδιο κουμπαρά για εισιτήρια μικρή.

- Θα έρθεις;

- Όχι. Για να έρχεσαι εσύ.

Εσύ είσαι που έφυγες, εσύ πρέπει να επιστρέψεις. Ας έκανες, έστω, πως άνοιγες τους δρόμους να κάνω εγώ πως επιστρέφω.

___


- Να σε δω πριν φύγεις. Έχω να σε δω τόσους μήνες, μα να σε δω τώρα που φεύγεις.

- Θα με δεις. Θα το κάνουμε να με δεις.

- Αν σε φτάνουν οι χρόνοι να σε δω.

Δε φτάνουν οι χρόνοι. Δε βγαίνουν τα χιλιόμετρα. Δεν το ζητάνε οι λέξεις. Δε θα με δεις. Μα θα το συμφωνήσουμε έτσι και όταν θα έχω φύγει, όταν πια δεν θα μπορούμε να κάνουμε αλλιώς, θα λέμε ότι με είδες.

Θα θυμάσαι που γέλασα και θα πονώ που έκλαψες. Θα έχουμε περπατήσει λίγο και θα έχουμε μιλήσει πολύ πιο λίγο. Θα μύριζε κάπως και θα είχε κάτι χρώματα. Δε θα θυμάμαι τι φορούσαμε και εσύ που κάτσαμε. Και έτσι θα κάνουμε, εγώ πως μου το ζήτησες και εσύ πως σου το χάρισα και ήρθα και με είδες. Έτσι θα λέμε.


Έτσι να λέμε. 



Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2014

38 C και κάτι δευτερόλεπτα

Ελάτε να μετρήσουμε αντίστροφα όλοι μαζί την αλλαγή και αυτού του χρόνου.


Έφερε την κουβέρτα πάνω από το κεφάλι, δίπλωσε τα γόνατα και τους αγκώνες κοντά στο στομάχι της και σκέφτηκε πως πάνω στον καναπέ έμοιαζε με ένα όμορφο κουκούλι, με σκούρα λαδί χρυσάνθεμα και εκρού φυλλαράκια όπως τα σχέδια στην κουβέρτα.

Ο κόσμος έξω από εκεί μετρούσε 8. Εκείνη μετρούσε 38.  Δεν ήταν πολλοί εκείνοι έξω από την κουβέρτα - τρεις τους θυμόταν από την τελευταία φορά που τους είδε πριν κλειστεί στο κουκούλι - αλλά σε τόσο ταλαιπωρημένα αυτιά έμοιαζαν πιο πολλοί και από αυτούς μέσα στην τηλεόραση. Σε κάθε δευτερόλεπτο που αφαιρούσαν οι έξω, ένα δέκατο ερχόταν να προστεθεί μέσα. Επτά, όλοι μαζί. 38.1, σόλο ο υδράργυρος. Έξι, όλοι. 38.2, μόνη. Κάπου στο δύο τους έχασε και τους μέσα και τους έξω. Κάτι φήμες άκουγε όλα τα χρόνια "ό,τι κάνεις την πρώτη μέρα του χρόνου, το ίδιο θα κάνεις όλο το χρόνο", που ποτέ δεν τις πίστεψε, είχε αρχίσει να τις ξανασκέφτεται, αφού έτσι όπως ένιωθε το ενδεχόμενο να καταλήξει πεταλούδα έμοιαζε πολύ μακρινό.

Έκανε να βγει από το κουκούλι και έπεσε πάνω στο μηδέν, κακός συντονισμός. Έξι χέρια, που τα μάτια από το βάρος έβλεπαν μόνο τα έξι πόδια που τα έφερναν, πήγαν να πέσουν πάνω της, αλλά έμειναν άπραγα μόλις ένιωσαν τη θέρμη των 38.7 oC. Εκείνη έτσι και αλλιώς δεν είχε δύναμη να πλησιάσει. Η μυρωδιά από την ψητή γαλοπούλα έπνιγε τους πόρους της. Ένιωθε ότι όση γέμιση δε χώρεσαν τα σωθικά της γαλοπούλας, χώθηκαν στα δικά της ρουθούνια και έβρασαν στα υγρά της μύτης της. Από το στόμα δεν έμπαινε ούτε έβγαινε λέξη. Και το παραμικρό κυβικό χιλιοστό αέρα που τρύπωνε μέσα από τα δόντια έφερνε κρίσεις ασταμάτητου βήχα, ακόμα και τα υγρά από το στόμα της, γίνονταν άπειρα μαχαιράκια που κατρακυλούσαν σε όλο το μήκος του αναπνευστικού συστήματος. 

Δεν τους κατηγορούσε μου έμεναν μακριά. Εντύπωση της έκανε που ξεχάστηκαν και πλησίασαν. Καθένας για τους λόγους του, έπρεπε να μην κολλήσει ούτε ελαφριά. Μόνο εκείνος πλησίασε, χάιδεψε μαλλιά, φίλησε φλεγόμενο λαιμό και υποστήριξε για χιλιοστή φορά ότι ο χρόνος είναι μια σύμβαση που έχει εφεύρει ο άνθρωπος και μπλα μπλα μπλα και θα αλλάξουμε χρόνο όταν γίνεις καλά και γουστάρεις.

Κανονικά έπρεπε να είχαν μαζευτεί καμιά εικοσαριά. Όλοι αγαπημένοι. Αλλά όλοι, λίγο πολύ, έπρεπε να μείνουν μακριά. Μέρες μετά θα σκεφτόταν, καλύτερα που ήρθαν έτσι. Γλίτωσε, τρία συγνώμη παιδικά και δύο σε μεγάλους που δεν κατάφερε φέτος να φέρει δώρα και αυτά μόνο σε συγγενείς. Θα έβλεπε ανακουφισμένη ότι απέφυγε επισκέψεις που χρώσταγε και τις χρωστούσαν και όλη τη ντροπή θα την κατάπινε μαζί με τις αντιβιώσεις. 

Προς το παρόν της έμενε να γίνεται μούσκεμα τις νύχτες λες και βούτηξε για το σταυρό των Φώτων, μέρες πριν από ότι έπρεπε, στις τρεις τα ξημερώματα και να βγάζει από τη βουτιά μόνο depon χιλιάρια, ponstan και στις μεγάλες καταδύσεις κανένα mesulid. 

Της μένει όμως, για μια δυο μέρες ακόμα, από τον καναπέ, σε πλήρως οριζόντια θέση, με τα παράθυρα να είναι ψηλά, να χαζεύει τον ουρανό που δεν τον κρύβει τίποτα. Και αν ανασηκωθεί λίγο, μόνο λιγάκι, μέχρι εκεί που φτάνει να δει το μάτι, όλες οι δόσεις είναι πληρωμένες και η θάλασσα χαρίζει γνώμες και αγωγές σε συνταγολόγια, με όλα τα πτυχία και τα διδακτορικά της, χωρίς να ζητήσει 5 ευρώ επίσκεψη και 25 για εξιτήριο σε περίπτωση νοσηλείας.

Σάββατο 28 Δεκεμβρίου 2013

βράζοντας σε δρόμους που είχαμε για δικούς μας


Στο δρόμο για το χωριό τίποτα, μα τίποτα δεν έμοιαζε γνώριμο αυτή τη φορά. Όλα ξένα. Ξένος ο δρόμος, εθνική και επαρχιακός. Στα διόδια μέτρησα 2,10 κέρματα που έβλεπα πρώτη φορά. Οι πινακίδες μιλούσαν άλλη γλώσσα και χρησιμοποίησα τα λατινικά. Τα δέντρα, τα χώματα, τα χρώματα όλα τα έβλεπα για πρώτη φορά. Την πρώτη φορά της αδιαφορίας και όχι της ανακάλυψης. Περισσότερο κοιτούσα το τζάμι παρά το έξω από το τζάμι. Σκέφτηκα να σταματήσω να ρωτήσω πως πάμε στο χωριό, αλλά δεν ήξερα τη γλώσσα. Ακόμα και στη θέα του πατρικού αναρωτιόμουν πού έφτασα.

Μετά από δέκα λεπτά στο αυτοκίνητο και ενώ ταξίδευα σε χώρα που δε γνώριζα με έπιασε το παράπονο. Και εκεί που έβρεχε έξω, άρχισε να βρέχει και μέσα. Αθόρυβα κυλούσαν οι σταγόνες στο τζάμι και στα μάγουλα. Δυόμιση ώρες σχεδόν συνεχόμενα έβρεχε παντού. Πότε πιο δυνατά, πότε ψιχάλες μόνο, μα πάντα αθόρυβα. 

Το μυαλό μου είχε γίνει σούπα που κοχλάζει. Λέξεις κατέβαιναν και έκαιγαν τα χείλη μου, άδικα έπεφτε τόσο νερό, δεν έλεγε να δροσίσει καμία από τις σκέψεις μου. Δεν θυμάμαι να άνοιξα το στόμα μου αλλά ένα πιτσιρίκι με τη φωνή μου άρχισε να μυξοκλαίει.

Δεν θα έρθουν να με δουν. Θα με ξεχάσουν.

Ο διάλογος έβραζε στο κεφάλι μου, έβλεπα τη μάνα μου να κοιτά το τραπέζι της κουζίνας, μετρώντας τις σταυροβελονιές στο τραπεζομάντιλο, ενώ θα τη ρωτούσα αν θα έρθει να με δει και εκείνη θα επιβεβαίωνε χίλιες φορές, ναι, ότι θα έρθει, θα ρωτούσε δειλά πόσες ώρες είναι με το αεροπλάνο, μετά πόσο κοστίζει και όλοι θα ξέραμε ότι τελικά ποτέ δεν θα έφτιαχνε βαλίτσα για το εξωτερικό.

Τα δικά μας τα παιδιά δεν θα τα αγαπούν όσο του αδερφού μου, γιατί εμάς θα μένουν μακριά.

Και όσοι επιμένουν ότι η απόσταση δεν έχει σημασία, είναι κουτοί ή ψεύτες. Και στο χυλό του εγκεφάλου μου προστέθηκαν και μυρωδιές και το παράπονο μεγάλωνε.

Είδες πως φούντωσε η ρίγανη στη γλάστρα; Σε ποιον θα την αφήσω μου λες;

Έριξα και λίγες εικόνες στο μαγείρεμα. Είδα τη ρίγανη ξερή στη γλάστρα της, σε ένα μπαλκόνι που δεν αναγνώριζα ούτε τα κάγκελα ούτε τη θέα. 

Μα όταν πια είχαμε φτάσει και άνοιξα την πόρτα, κατέβασα τη χύτρα από το μάτι της κουζίνας και έπεσα σε αγκαλιές δικές μου, σώματα όλο χαμόγελα. Και στην ερώτηση, τι μουρμουράς παιδί μου, της χάιδεψα τα μαλλιά, ενώ ο άλλος στεκόταν πιο κει και χάζευε όλο ζήλια, να έρθει η σειρά του.

Κάποτε θα ταξιδέψουμε ξανά σε αυτούς τους δρόμους και θα τους κάνουμε δικούς μας πιο πολύ από πριν που νομίζαμε ότι μας ανήκουν. Και ίσως τότε, ό,τι μαγειρεύεται στο κεφάλι μας, στη δοκιμή να μας φανεί και νόστιμο.

Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2013

άουτς

Έφαγα τα μούτρα μου.

Πως, τι, γιατί δεν έχει σημασία. Αλλά τα έφαγα. Σαν να ήμουν δεκάχρονο και έπεσα στα χαλίκια. Έγδαρα τα γόνατά μου και τις παλάμες μου. Και τσούζει και πονάει και είναι αστείο και με κάνει να γελάω.

Έπεσα θα σηκωθώ. Τόσα άλλα οικονομικά, ψυχοσωματικά, οικογενειακά, επαγγελματικά προβλήματα και ένα δε με έκανε να πω αυτές τις λέξεις.

Χρειάζεται καμιά φορά να πέφτουμε όπως στο δημοτικό. Πάνω στο παιχνίδι. Και να σηκωνόμαστε να συνεχίσουμε το κυνηγητό με δάκρυα στα μάτια και αίματα μπερδεμένα με χώματα να στάζουν στα γόνατα.


Αφού θα τσούξει που θα τσούξει, και αφού έπεσες θα τις φας και από πάνω, ας έχουμε προλάβει να χάσουμε ό,τι ανάσα έχουμε στο τρέξιμο πριν χτυπήσει το κουδούνι. 

Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου 2013

όλα καλά

Εδώ είχαμε σταματήσει για να βγάλουμε φωτογραφία θυμάσαι; Ή περίπου εδώ. Όλα ίδια ήταν πάνω κάτω.

Όλα τα ίδια είναι. Εκτός από εσένα. Εσύ κάθε φορά είσαι άλλη.

Τρομάρα μου, εκτός από εμένα.

Ψέματα να λες μόνο στον εαυτό σου, σε εμένα ποτέ. Εσύ ξέρεις πότε σου λες ψέματα. Εγώ δεν ξέρω, μπορείς να με ξεγελάσεις. Γι αυτό να μου λες μόνο την αλήθεια.

Σε εμένα ψέματα. Σε όλους τους άλλους ότι αλήθεια ήθελα εγώ να ακούσουν. Σε εμένα όμως ψέματα.

Η μάνα σου σε γέννησε για να πληγώνεις κόσμο.

Ατάκα που μετράει τα μισά μου χρόνια σχεδόν. Να τη βάλω με μία ακόμα που θα την έγραφα, αλλά ντρέπομαι το επίθετο που μου κοτσάρανε γιατί είναι λίγο και μου χρειαζόταν κάτι παραπάνω από αυτό για να με χαρακτηρίσει.

Κρυώνεις; Γιατί κρύβεις το πρόσωπό σου στο ζιβάγκο. Κρύβεσαι; Από εμένα;

Από εμένα. Μια τρύπα να ανοίξω με τα χέρια μου να χώσω τη μούρη μου. Να μη με βλέπω. Να στρουθοκαμηλίσω. Και να σκεπάσω και όλους τους ανθρώπινους καθρέφτες μου. Να μην αντικρίζω ότι έχω καταστρέψει. Να μείνω ήσυχη στο βόλεμα ότι τα έκαναν άλλοι αντί για εμένα, άλλοι για τους ίδιους.

Έχεις όμορφα δάχτυλα. Τα χέρια σου ότι κάνουν το κάνουν καλά.

Έλεγε η δασκάλα του πιάνου και νομίζω ότι τελικά το λου ήτανε κου.  Και έπρεπε να λέει για όλα μου, όχι μόνο για τα χέρια μου.

Τίποτα δε μπορώ να κρατήσω όρθιο. Σιγά μην τα κατάφερνα με αυτό εδώ το μπλογκ.

Και όλα καλά θα λέω ότι είναι. Όλα καλά.

Τρίτη 17 Δεκεμβρίου 2013

leaving life outside of our lives

Σκέφτομαι φέτος τις γιορτές να μην το αφήσω έτσι. 

Τόσες άνοιξες τρομάξαμε τα χελιδόνια με κρεμασμένα cd από διάφανες πετονιές στα μπαλκόνια μας. Και όλο το χρόνο πληγώνουμε τα περιστέρια με βελόνες πάνω από τα στέγαστρα. Στις αυλές μας αφήσαμε φαΐ με φόλα για τα αδέσποτα. Και στο πλατύσκαλο θα βάλουμε καρφιά να μη βαστά να κοιμηθεί κορμί βασανισμένο. Θα ακούσουμε τα κάλαντα από το μπαλκόνι και θα κατεβάσουμε μισό ευρώ με ένα σκοινί.

Έτσι και εγώ, θα πάρω μαύρη σακούλα σκουπιδιών, θα σκεπάσω την καπνοδόχο και με μονωτική ταινία θα τη σφραγίσω. Να κρατήσω έξω τον ύποπτο με τα άσπρα μούσια που κουβαλάει δώρα.

Να κλειδώσω όσες φορές αντέχει το κλειδί, να βάλω και το σύρτη, θα ανάψω και το τζάκι να μπουκώσει για τα καλά το μέσα μου μαζί με ότι έχει αντέξει να ζει απέξω μου.

Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2013

παιχνίδι με κλεμμένες λέξεις

Δεν έχεις ασύρματο; Από αυτό με το καλώδιο μου μιλάς; Μ΄αυτό θα σε πνίξω.

Πνίγηκε, έβηξε και γέλασε. Όλα μαζί και αυθόρμητα.

Γελάς; Θα σε γαμήσω. Και δεν εννοώ το κορμί σου. Θα σου γαμήσω το μυαλό. Μην πεις ότι δε στο είπα.

Ανάσανε. Κοφτά. Όσο μπορούσε αθόρυβα. Μην ακουστεί.

Μην παλεύεις να μην ακουστείς. Σε έχω εικόνα. Έχεις πάλι τα πόδια πάνω στην τραπεζαρία. Ανοιχτά λυγισμένα. Δεν θα σου έρθει από την τραπεζαρία, μην το περιμένεις από εκεί μωρό μου.

Είχε ήδη κλείσει τα πόδια και τα κατέβαζε αργά. Την ώρα που ακουμπούσε τις ξυπόλυτες πατούσες στο πλακάκι της ψιθύρισε.

Ακούω τις μύτες των ποδιών σου να αγγίζουν το παγωμένο πλακάκι. Πρώτα τα ακροδάχτυλα και τώρα αργά νιώθω το κρύο να απλώνεται σε ολόκληρο το πέλμα σου.

Πετάχτηκε όρθια.

Μη σηκώνεσαι, δεν άρχισα ακόμα. Είπα κάτσε.

Κοίταξε τα πόδια της και κάθησε. Σφραγισμένα τα μπούτια κράτησαν το αριστερό χέρι ανάμεσα τους, το κεφάλι κάτω, η πλάτη είχε καμπουριάσει και το ακουστικό κολλημένο στο αυτί.

Έλα τώρα, μην κάνεις σαν να σε μάλωσα. Έλα να παίξουμε ένα παιχνίδι. Θα μου λες λέξεις και εγώ θα φτιάχνω ποιηματάκια. Έχεις πέντε λέξεις.

Ούτε λέξη, ούτε γράμμα, ούτε ανάσα.

Λέγε. Είπα λέγε. Πέντε λέξεις.

Λέξεις. Κατάπιε.

Στέκω από μακριά και φτύνω λέξεις, στο τέλος θα σε φτάσω και δεν θα το αντέξεις.

Τραπέζι. Άπλωσε την παλάμη και ίδρωσε το τραπέζι.

Δεν έχω άλλες αντοχές για κάτω απ' τo τραπέζι και εσύ να λες «αυτός ακόμα παίζει».

Δάχτυλα. Και τράβηξε τα ακροδάχτυλα της αφήνοντας υγρό αποτύπωμα.

Τα δάχτυλα, αυτά θα σου κρατήσω, όλα τα άλλα κράτα τα εσύ, δε θα μιλήσω.

Ανασαίνω, και πιο ψέματα ποτέ δεν είχε πει.

Δεν ανασαίνεις και ψέματα μη λες, σε βλέπω, δεν έχω άλλες αντοχές.    

Φτάνει. Και απομάκρυνε το ακουστικό από το αυτί.

Και αν νομίζεις ότι φτάνει, ποτέ, ποτέ δεν έφτασε, ποτέ δε φτάνει.


Και έκλεισε το τηλέφωνο.

Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου 2013

έλεγε η γιαγιά μου και έκανα πως ακούω

Ότι δε σου βγάζει θετικό πρόσημο μέσα σου μην το κυνηγάς. Ότι δεν αντέχεις παιδάκι μου. Αυτό εννοώ. Έλεγε η γιαγιά μου.

Σιγά μην έλεγε η γιαγιά μου τέτοιες χαριτωμενιές.

Θυμάμαι κάτι έλα που έμειναν μόνα τους μαζί μου, απάντηση σε κάτι επαναλαμβανόμενα πιεστικά άσε με να έρθω.

Και κάτι άλλα μίλησα, σε παρακάλια μίλα μου, που γύρισαν στα μούτρα μου.

Ένα μόνο αξέχαστο σε θέλω τώρα εδώ, ακυρωμένο από πριν, δειλά διατυπωμένο απέναντι σε κάτι υπογεγραμμένα και με ονοματεπώνυμο θα είμαι πάντα εδώ.

Είμαστε μισοί και δεν αντέχουμε αυτά που απαιτούμε ολόκληρα. Και αν από κάποιο σφάλμα του χώρου, του χρόνου, του κόσμου όλου, μας δοθούν τα ολόκληρα  ιδρώνουμε, κοιτάμε γύρω μας καχύποπτα γιατί δε βρίσκουμε που να στριμώξουμε το μισό επιπλέον που κυνηγούσαμε και τώρα περισσεύει. Και αρχίζουμε και κόβουμε μέχρι το σύνολο να βγάλει ένα. Ενάμισης δεν άντεξε να ζήσει ποτέ κανείς.


Ανόητοι, μισοί, θα μένουμε μισοί.

Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2013

όροφος 2, το 2

Δεν ήξερα το επίθετό του. Ούτε καλά καλά το όνομα του δε θυμόμουν. Δεν είχε αλλάξει το όνομα ούτε στο θυροτηλέφωνο, ούτε στο κουδούνι της πόρτας. Από όσους συστήθηκε σε όλη την πολυκατοικία, που δεν ήταν ούτε οι μισοί, μόνο εγώ άπλωσα το χέρι μου να του πω ότι χάρηκα.

Είσαι τυχερός, έχεις μικρή γυναίκα. Και όμορφη.

Δε θυμάμαι να άκουσα άλλη φορά τη φωνή του. Μία μέρα τον είδα στην πιλοτή και δεν τον αναγνώρισα καν. Πέντε μήνες σχεδόν είχε μετακομίσει δίπλα μας.

Ο κ. Γιώργος έχει μόνο μια ξαδέρφη. Και στο ξαδέρφη κλείναμε το μάτι και στο χειλάκι έσκαγε χαμόγελο πονηρό. Φιλενάδα, δηλαδή. Αλλά όχι με την κακή έννοια.

Ποια είναι η κακή έννοια της φιλενάδα; Επειδή το χάδι σταματούσε λίγο κάτω από τον καρπό και λίγο πάνω από το λαιμό γλίτωσαν την κακή έννοια. Κατά τα άλλα χωρισμένος εβδομηντάρης και εκείνη κάπου τόσο μόνη της, με 80 χιλιόμετρα να τους χωρίζουν όλες τις μέρες και όλες τις νύχτες, ευτυχώς γλίτωσαν την κακή έννοια.

Θα με παίρνεις κάθε μια ώρα να δεις αν είμαι καλά, της είπε.

Μίλα στα παιδιά δίπλα να σε έχουν το νου τους. Να σε πάνε στο νοσοκομείο.

Δεν ήθελε. Τίποτα δεν ήθελε. Δε μίλησε. Δεν του μιλήσαμε.

Σήμερα χτύπησε η αστυνομία την πόρτα μας και ήταν και εκείνη μαζί. Μικροκαμωμένη, αδύνατη, εύθραυστη.

Μου είπε να τον παίρνω κάθε μια ώρα. Και δεν το σηκώνει πια. Από το πρωί δεν το σηκώνει. Δες κορίτσι μου, παίρνω και δες τι μου λέει.

Καλεί και μου το δίνει. Παίρνω το τηλέφωνο και το βάζω στο αυτί από ευγένεια. Ξέρω τι θα ακούσω. Ο συνδρομητής μπλα μπλα μπλα. Μοιάζει τόσο χαμένη. Κρατάει την τσάντα σφιχτά στα πλευρά της και κοιτάει κάτω. Τα μαλλιά της ξανθά κοντά χοντρά απαλά κύματα που εκεί που έσκαγαν γίνονταν λευκά. Μπορούσα να θαλασσοδέρνομαι ώρες εκεί πάνω. Όση δύναμη έλειπε από εκείνη, τόση είχαν τα μαλλιά της.

Η αστυνομία τη ρωτάει αν έχει κλειδιά. Ντρέπεται. Πόσο ντρέπεται. Απαντά δειλά δεν έχει. Τη ρωτάν τι του ήταν. Λέει ξαδέρφη. Τη ρωτάν αν έχει τηλέφωνο άλλων συγγενών. Δεν έχει. Τίποτα δεν έχει. 

Μια κόρη είχε και δεν ήθελε να ακούσει κουβέντα γι αυτή, πετάγεται ένας.

Η πόρτα είναι κλειδωμένη. Ο σύρτης γυρισμένος. Η ιδιοκτήτρια φέρνει κλειδιά και εγώ πετσέτα. Λες και θα ξεγεννήσουμε. Ο πρώτος που μπαίνει γυρνά με την όπισθεν. Το ξέραμε ήδη όταν είδαμε το σύρτη.

Εβδομήντα χρονών και έκανε ογδόντα χιλιόμετρα για να τον βρει. Και τώρα βρίσκεται μόνη της ανάμεσα σε εφτά ανθρώπους που δεν έχει δει παρά μόνο μια φορά. Βουρκώνει. Δεν ξέρει που να κρατηθεί. Πιάνει τοίχους. Βρίσκει χέρια. Δε θέλει χέρια, θέλει τοίχους. Θέλει να τον δει. Δεν την αφήνουν. Παρακαλάει να τον δει έστω για λίγο και της το απαγορεύουν. Αντί γι’ αυτό την παίρνουν στο τμήμα να δώσει τα στοιχεία της. Θέλει να μας φιλήσει σταυρωτά πριν φύγει. Σκαλίζει την τσάντα της και βγάζει ένα κεντημένο μαντήλι. Μυρίζει ο διάδρομος λακ παλιακή. Νιαουρίζει ένα γεια σας. Θα ταξιδέψει ογδόντα χιλιόμετρα μόνη της μέσα στη νύχτα. Θέλει να μείνει και ο αστυνομικός που τη συνοδεύει δυσανασχετεί που μας χαιρετά όλους.

Εγώ δεν τον έχω δει εδώ και μέρες, ένας.

Εγώ άκουσα θόρυβο το απόγευμα, ένας άλλος.

Εγώ του πέταξα τα κοινόχρηστα προχθές κάτω από την πόρτα γιατί δεν άνοιγε, ένας παρά άλλος.

Τα κοινόχρηστα είναι πάνω στο τραπέζι ακόμα, λέει ο αστυνομικός.

Μήπως είναι και τα λεφτά πάνω; Μου χρωστάει ένα ενοίκιο και τη ΔΕΗ. Να κοιτάξετε αν έχει λεφτά στην τσάντα του να μου τα δώσετε γιατί σίγουρα έχει πάρει τη σύνταξη, γαβγίζει η ιδιοκτήτρια.

Τους έδιωξα. Τους είπα να σκορπιστούν. Να πάνε στις δουλειές τους. Να κάνει η αστυνομία τη δουλειά της. Τώρα ακούω θορύβους. Πόρτες. Σακούλες. Ροδάκια. Γάντια.

Εκείνος ήταν πλασιέ και εκείνη κομμώτρια. Της πήγαινε προϊόντα για τα μαλλιά. 

Η μάνα μου ρώτησε αν αγριεύτηκα.

Δε φοβάμαι τους πεθαμένους ρε μάνα. Τους ζωντανούς τρέμω.

Φοβάμαι για εκείνη. Πως θα γυρίσει πίσω. Ποιον θα παίρνει κάθε μια ώρα τηλέφωνο.

Τρέμω στην ιδέα ότι δεν θα ξαναχτενίσει έτσι υπέροχα τα μαλλιά της.




Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2013

τραγουδάκι

Κάθε φορά που αναγκάζομαι να γράψω ή καλύτερα κάθε φορά που αναγκάζομαι να κακοποιήσω λέξεις, πριν καν ανοίξω το word, έχω διαλέξει ή καλύτερα με έχει διαλέξει ένα συγκεκριμένο τραγούδι. Το έχω και παίζει ξανά και ξανά, σαν χαλί σε ραδιοφωνική εκπομπή, μέχρι να πατήσω το Χ και αποθηκεύσω τις αλλαγές.

Σήμερα μου έμεινε το τραγουδάκι. Κοίταξα καλά καλά το «να αποθηκευτούν οι αλλαγές» και επέλεξα το «όχι». Για λίγο έμεινα να κοιτώ το γκρι του word χωρίς τη λευκή σελίδα μπροστά, αγκαλιά με τις μουτζούρες μου. Έτσι και αλλιώς ό,τι ορνιθοσκαλίσματα και αν έκανα σήμερα, ένα χρώμα μου είχε μείνει για το μολύβι μου. Μαύρο.

Ίσως καμιά φορά χρειάζεται να πατάμε το «όχι» αντί για το αναβλητικό «άκυρο». Ίσως οι άλλοι να μη χρειάζεται πάντα να διαβάζουν αυτά που έχουμε να γράψουμε, όσο μεγάλη και αν είναι η ανάγκη μας. Ίσως καλύτερα να μένει κανένα τραγουδάκι μόνο που και που.
  
She came one morning with a smile
But deep inside she didn’t smile
She asked for nothing when she came

And I know God I could love her easily 

Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2013

ισορροπίες

Πίσω από το κάθισμα του οδηγού, δευτερόλεπτα πριν άπλωσα το δάχτυλο και ασφάλισα την πόρτα. Είχαμε αρχίσει τις ιστορίες για άλλους που τους έκλεψαν τσάντες καθώς περίμεναν στο φανάρι. Χάζευα τις σταγόνες της βροχής στο τζάμι. Ξεκίνησα με μια και μοναδική πάνω πάνω και την παρατηρούσα να χάνει την ισορροπία της να πέφτει από το βάρος της και κάθε φορά να παρασέρνει την επόμενη. Μέχρι να φτάσει στη βάση του παραθύρου μια γρήγορη κίνηση πίσω από την παραμόρφωσή που προκαλούσε μου τράβηξε τα μάτια.

Βήματα μεγάλα, σίγουρα, γρήγορα στο πεζοδρόμιο αριστερά μου. Αθλητικά μαύρα παπούτσια, τζιν ανοιχτόχρωμο, ούτε ένα σκίσιμο, μια καπαρντίνα χακί, μεσάτη, με τρεις τέσσερις πιέτες σαν γυναικείο φουστάνι κουμπωμένη σε όλα τα κουμπιά, σκουφί που αγκάλιαζε ολόκληρο το κεφάλι του και έπεφτε στους ώμους του όπως σκέφτηκα θα έπεφταν οι μπούκλες των μαλλιών του. Σίγουρα στην καλών τεχνών, με προκάλεσα. Στον έναν ώμο είχε κρεμάσει μια τσάντα φάκελο τόσο γεμάτη που σίγουρα χαλούσε την ισορροπία του στο περπάτημα.

Περίμενα να τον προσπεράσουμε να δω το πρόσωπο του, αλλά κρύφτηκε πίσω από ένα περίπτερο. Τον φαντάστηκα να ζητάει καπνό αρωματικό, φιλτράκια και χαρτάκια, μια εφημερίδα ίσως που θα την έχωνε κάτω από τον ελεύθερό του ώμο να κερδίσει την ισορροπία του και ένα μπουκαλάκι νερό που θα το άνοιγε πριν καλά καλά το πληρώσει. Δεν πρόλαβα να τον δω να βγαίνει από την άλλη μεριά και έπιασα μια άλλη σταγόνα από την αρχή.

Είχαμε πάρει τα εισιτήρια και τα έπαιζα όλα, όχι μόνο το δικό μου, εγωιστικά στο χέρι μου. Σταθήκαμε να περιμένουμε τον άλλο που πάρκαρε. Λέγαμε χαζομάρες και κουνιόμασταν σαν ελατήρια πάνω κάτω να ζεσταθούμε. Η ίδια σίγουρη γρήγορη φιγούρα στα αριστερά μου.

Κατάμαυρα μούσια, περιποιημένα με τρυφερότητα, ένα τέλειο σχήμα, σχεδόν μύριζα το σαπούνι, μάτια το ίδιο κατάμαυρα με τεράστιες βλεφαρίδες, χείλη γεμάτα, χρώμα προσώπου ελάχιστα σκούρο, γλυκό, όχι ψυχρό λευκό σαν το δικό μου.

Πως με βρήκε, αναστατώνομαι. Έπρεπε να στρίψει τουλάχιστον τρεις φορές και να μπει στη στοά του θεάτρου. Με κοιτάει, αλλά δε με βλέπει και προσβάλλομαι.

Παιδιά, έχετε πενήντα λεπτά; Τέσσερις λέξεις σε άπταιστα ελληνικά.

Ανισορροπία. Κοιτάω κάτω μια λεπτή μαύρη γραμμή. Είναι συνομήλικος μας. Τι θέλει από την άλλη μεριά. Έπρεπε να είναι μαζί μας. Έπρεπε, έστω, να μπορεί να μοιράζεται ένα αυτοκίνητο και τις βενζίνες του, να τα βάζει κάτω και να του βγαίνει ένα θέατρο στους πέντε μήνες.

Όχι, δεν έχουμε.

Δεν έχω πενήντα λεφτά. Έχω πενήντα λεπτά της ώρας. Πενήντα ώρες. Πενήντα μέρες. Να με πάρεις και να φύγουμε. Πενήντα λεφτά δεν έχω. Σκύβει το κεφάλι σαν να κάνει υπόκλιση, πισωπατάει δύο τρία βήματα, νομίζω θα χάσει την ισορροπία του, εκείνος όμως γυρνάει και φεύγει, πιο γρήγορα από όσο ήρθε.


Έχουμε χάσει τις ισορροπίες μας. Ακόμα και τις πιο απλές. Εκείνος δεν έπρεπε ποτέ να καταδεχτεί να ζητήσει από μια γυναίκα πενήντα λεφτά και εγώ δεν θα έπρεπε ποτέ να χαρίζω έτσι εύκολα ούτε πενήντα δευτερόλεπτα.  

Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2013

δε θέλω να θυμάμαι

Το πρωί έβγαλα τρία καρύδια με τα τσόφλια στο μπαλκόνι. Έχω κάνει συμφωνία με τις κάργιες του  μη οικοδομήσιμου απέναντι. Τα αφήνω στο τραπέζι και εκείνες έρχονται και τα παίρνουν.

Θυμάμαι τη γιαγιά μου, από το μπαμπά. Κάθε που είχε κρύο ή χιόνιζε, άνοιγε μια χαρτοπετσέτα έβαζε στη μέση μια καθαρή πετρούλα και σκόρπιζε γύρω της ψίχουλα από το ψωμί.

Για τα σπουργίτια, έλεγε. Τώρα που έχει χιόνι δε βγαίνουν τα σκουλήκια.

Τη θυμάμαι μέχρι που πήγα δεκαοχτώ. Εκείνη από τα δεκατρία και μετά δε με θυμόταν. Άρχισε να μπερδεύει το όνομα μου. Με έλεγε με το όνομα του αδερφού μου, του μπαμπά, της μαμάς. Θύμωνα. Μετά δεν είχε ονόματα να μας πει. Μας έλεγε καλέ. Μετά έκαψε το φαγητό κάνα δυο φορές. Θύμωνα πιο πολύ. Μετά η αδερφή της άρχισε να κλειδώνει τις καγκελόπορτες της αυλής. Κρεμόταν από τα κάγκελα και περίμενε το μπαμπά μου να γυρίσει από τα καράβια, ενώ εκείνος στεκόταν πίσω και ρωτούσε ποιον περιμένει. Μετά κλειδώναμε και τις πόρτες του σπιτιού. Ούτε στην αυλή να μη βγει. Μετά καθόταν σε μια καρέκλα ειδικά για εκείνη. Μετά μόνο στο κρεβάτι. Θύμωνα τόσο πολύ.

Ένιωθα δεν θα τη συγχωρήσω ποτέ. Με τάιζε, μου έπλενε τα πόδια, το πρόσωπο. Κάποιος άλλος έκανε τα ίδια για εκείνη. Στα μάτια μου ανεπίτρεπτο. 

Πέντε χρόνια μετά που να αντέξει ό,τι είχε απομείνει από εκείνη ένα απλό κρύωμα.

Έβγαινε να ταΐσει τα σπουργίτια μέσα στο χιόνι! Πώς να μην κρυώσει!

Στα δεκαοκτώ μου και μιλούσα όσο σκληρά και ανόητα μιλάει ένα μικρό παιδί. Μόλις την είδα στο τραπέζι της κουζίνας μόνο κατάφερα να απαντήσω εγωιστικά ώριμα στα μοιρολόγια.

Η γιαγιά μου είναι καλύτερα έτσι. 

Θυμάμαι να τη συγχώρεσα. Κάποια άδεια μεσημέρια όμως νιώθω θυμό ακόμα. Μεγάλο θυμό. Γίνομαι μικρό παιδί, με φαγωμένα γόνατα, ξεραμένα μυξοκλάματα, τα χέρια σφιχτές γροθιές στο πλάι, σηκώνομαι στις μύτες των ποδιών, κοιτώ με θράσος στον ουρανό τα μάτια της και γκρινιάζω


Γιατί δε με έμαθες πως το κάνεις; Γιατί δε μου το έμαθες και αυτό; Γιατί; Αφού σου είπα δε θέλω να θυμάμαι.

Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2013

άπλυτα

Προσπαθώ να μαζέψω τα άπλυτα. Η ώρα είναι κάπου 3:30 το μεσημέρι και πρέπει να προλάβω το νυχτερινό ρεύμα. Σκούρα θα βάλω, κάλτσες, τζιν, στους 90, να τα κάψω.

Έχω σκύψει να μαζέψω κάτι κάλτσες και μου φαίνονται αδικαιολόγητα βαριές. Το ίδιο και ένα μαύρο φανελάκι του.

Δεν προλαβαίνω να βάλω το επόμενο άπλυτο ρούχο στον κάδο και στέκεται μπροστά μου.

Στο δεξί ένα τζιν από το μπατζάκι που σέρνεται ακόμα στο πάτωμα, δεν πρόλαβα ούτε τη ζώνη να βγάλω και η αγκράφα γδέρνει τα πλακάκια. Στο αριστερό πρόλαβε να βάλει το χέρι του, αυτό και τίποτε άλλο.

- Τα εισιτήρια για Αγγλία το Φεβρουάριο είναι 60 ευρώ.

- Πήγαινε-έλα;

- Όχι ρε χαζή, τι σε νοιάζει το έλα;

Το τζιν πέφτει ολόκληρο στο πάτωμα. Πριν προλάβω να τον αγκαλιάσω χτυπάει το τηλέφωνο επίμονα.

Τρέχω στο διάδρομο και ακούω πίσω μου η μάνα σου πάλι!, χαμογελάει και το βλέπω χωρίς να γυρίσω να τον κοιτάξω.

Χαρούμενη ακούγεσαι παιδί μου. Και εγώ σε πήρα πάλι γιατί ο μπαμπάς εδώ έχει κέφια. Γυρνάει γύρω γύρω και όλο μονολογεί "τι καλός μπαμπάς που είμαι πήρα γαρίδες για την κόρη μου". Ήθελα να τον ακούσεις.

Δεν τον άκουσα. Άκουσα το κουμπί του πλυντηρίου να γυρνά στο πρόγραμμα για τα ευαίσθητα. Και το πρόσωπο μου μπήκε στην πρόπλυση. Ευτυχώς ο μπαμπάς δεν έχει ιδέα για τους 90 βαθμούς που ετοιμάζω. Προς το παρόν.

Με βλέπω να κουβαλάω άπλυτα.